
'Όντας ανίκανη λοιπόν να πληρώσει το νοίκι της, η Γιούζου θα ήταν καταδικασμένη να επιστρέψει στην Ιαπωνία, εκτός κι αν αποφάσιζε να βγει στο κλαρί, είχε ορισμένα από τα απαιτούμενα προσόντα, οι σεξουαλικές της επιδόσεις ήταν σε πολύ καλό επίπεδο, ιδίως στον κρίσιμο τομέα της πίπας, έγλειφε το καυλί με προσήλωση χωρίς ποτέ να ξεχνά τ’ αρχίδια, απλώς δεν θα την έλεγες βαθύ λαρύγγι, λόγω του μικρού της στόματος, αλλά το βαθύ λαρύγγι κατά τη γνώμη μου δεν ήταν παρά μια εμμονή λίγων μανιακών, αν θες ο πούτσος σου να τυλίγεται εντελώς από σάρκα, ε γι’ αυτό υπάρχει το μουνί, γι’ αυτό είναι φτιαγμένο, το δυνατό σημείο του στόματος, που είναι η γλώσσα, όπως και να το κάνουμε ακυρώνεται σ’ ένα κλειστό σύμπαν σαν το βαθύ λαρύγγι, όπου η γλώσσα χάνει εκ των πραγμάτων κάθε δυνατότητα δράσης, τέλος πάντων ας μη μαλώνουμε γι’ ανοησίες, αλλά γεγονός είναι πως η Γιούζου τον έπαιζε καλά, και το έκανε πρόθυμα σε όλες τις περιστάσεις (πόσα αεροπορικά μου ταξίδια δεν διανθίστηκαν από τις μαλακίες-έκπληξη που μου τράβηξε!), και προπάντων ήταν εξαιρετικά προικισμένη στον τομέα του πρωκτικού, ο κώλος της ήταν δεκτικός κι εύκολος στην πρόσβαση, τον πρόσφερε δε με εξαιρετική προθυμία, και το πρωκτικό, στον χώρο των συνοδών πολυτελείας, χρεώνεται πάντα έξτρα, θα μπορούσε μάλιστα να ζητήσει πολύ περισσότερα απ’ ό,τι μια απλή πουτάνα για πρωκτικό, υπολόγιζα την ταρίφα της γύρω στα 700 ευρώ την ώρα ή 5.000 ευρώ για όλη τη νύχτα: η πραγματική κομψότητά της, η περιορισμένη πλην επαρκής καλλιέργειά της θα μπορούσαν να την κάνουν αυθεντική συνοδό πολυτελείας, μια γυναίκα που θα την έπαιρνες άνετα μαζί σου σ’ ένα δείπνο, ακόμα και σ’ ένα σημαντικό επαγγελματικό γεύμα, για να μη μιλήσουμε για τα καλλιτεχνικά της ενδιαφέροντα, πηγή ανεκτίμητων συζητήσεων, είναι γνωστό πόσο λιγώνονται οι επιχειρηματικοί κύκλοι με τις καλλιτεχνικές συζητήσεις, ήξερα άλλωστε πως ορισμένοι συνάδελφοί μου υποψιάζονταν πως ήμουν με τη Γιούζου ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους, μια Γιαπωνέζα όπως και να το κάνεις έχει πάντα ένα κάποιο πρεστίζ, σχεδόν εξ ορισμού, αλλά εκείνη, μπορούσα να το πω χωρίς ψευτομετριοφροσύνες, ήταν Γιαπωνέζα, με ιδιαίτερο πρεστίζ, ήξερα πως με θαύμαζαν γι’ αυτό, πάντως διαβεβαιώνω, και πιστέψτε με, πλησιάζω στο τέλος, έχω χάσει οριστικά κάθε διάθεση για ψέματα, δεν ήταν οι αρετές της ως συνοδού «πρώτης τάξης» που με τράβηξαν στη Γιούζου, αλλά αυστηρά οι δεξιότητές της ως κοινής πουτάνας.
Κατά βάθος, ωστόσο, η Γιούζου πουτάνα, δεν το πίστευα με τίποτα. Είχα γνωρίσει πολλές πουτάνες, άλλοτε μόνος, άλλοτε με τις γυναίκες που είχαν μοιραστεί τη ζωή μου, και στη Γιούζου έλειπε η βασική αρετή του θαυμαστού αυτού επαγγέλματος: η γενναιοδωρία. Μια πουτάνα δεν διαλέγει τους πελάτες της, είναι αρχή, είναι αξίωμα, δίνει ηδονή στους πάντες, αδιακρίτως, και σε αυτό ακριβώς έγκειται το μεγαλείο της.
Η Γιούζου μπορεί να υπήρξε μεν πρωταγωνίστρια σε ομαδικά, αλλά αυτή ήταν μια ιδιαίτερη περίσταση όπου ακριβώς το πλήθος των πούτσων που βρίσκονται στη διάθεσή της βυθίζει τη γυναίκα σε μια κατάσταση ναρκισσιστικής μέθης, και το πιο ερεθιστικό είναι σίγουρα ότι την περιτριγυρίζουν άντρες που τον παίζουν περιμένοντας τη σειρά τους, τέλος πάντων παραπέμπω στα βιβλία της Κατρίν Μιλέ, τα έχουν πει όλα επ’ αυτού, γεγονός ήταν πως, αν εξαιρέσουμε τα ομαδικά σόου, η Γιούζου διάλεγε τους εραστές της, τους διάλεγε με προσοχή, είχα γνωρίσει μερικούς, συνήθως ήταν καλλιτέχνες (αλλά όχι ακριβώς καταραμένοι καλλιτέχνες, μάλλον το αντίθετο, για να πω την αλήθεια), μερικές φορές παράγοντες του πολιτισμού, σε κάθε περίπτωση άντρες σχετικά νέοι, σχετικά ωραίοι, σχετικά κομψοί και σχετικά πλούσιοι, είδος που ευδοκιμεί σε μια πόλη όπως το Παρίσι, υπάρχουν πάντα μερικές χιλιάδες άντρες που ταιριάζουν σ’ αυτό το προφίλ, θα έλεγα δεκαπέντε χιλιάδες για να δώσω μια τάξη μεγέθους, η ίδια όμως δεν τους είχε πάρει όλους, ίσως μερικές εκατοντάδες, και μερικές δεκάδες τον καιρό που είχε κρατήσει η σχέση μας, τέλος πάντων μπορεί να πει κανείς ότι του ‘χε δώσει να καταλάβει στη Γαλλία, αλλά τώρα τέλος, το πάρτι είχε τελειώσει.'
'Ο Θεός ασχολείται μαζί μας στην πραγματικότητα, μας σκέφτεται κάθε ώρα και στιγμή, και μας δίνει οδηγίες εξαιρετικά ακριβείς, μερικές φορές. Αυτά τα ξεσπάσματα αγάπης που φουσκώνουν στα στήθη μας μέχρι που μας κόβουν την ανάσα, αυτές οι στιγμές φώτισης, αυτές οι στιγμές έκστασης, οι ανεξήγητες βάσει της βιολογικής μας φύσης ως απλών πρωτευόντων, είναι εξόχως πρόδηλα σημάδια.
Και καταλαβαίνω, σήμερα, την οπτική του Χριστού, την επανειλημμένη δυσαρέσκειά του μπροστά στη σκληρότητα των καρδιών: έχουν όλα τα σημάδια και δεν τα λαμβάνουν υπόψη. Πρέπει στ’ αλήθεια να δώσω τη ζωή μου κι από πάνω γι’ αυτούς τους βρομιάρηδες; Πρέπει στ’ αλήθεια να γίνω τόσο ξεκάθαρος;'
Μισέλ Ουελμπέκ, Σεροτονίνη, μτφρ. Γιώργο Καράμπελας, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
