
'Ξαπλωμένος αντίκρυ της στη χλόη, χαϊδεύοντας το πρόσωπό της μ’ ένα χορταράκι, περιέγραφα στη Μάρθα, με ήρεμη, αργή φωνή, πώς θα ήταν η ζωή μας. Η Μάρθα, από τότε που επέστρεψε, έψαχνε ένα διαμέρισμα για μας στο Παρίσι. Τα μάτια της βούρκωσαν όταν της είπα ότι επιθυμούσα να ζήσω στην εξοχή. «Δεν τόλμησα ποτέ να σου το προτείνω» μου είπε. «Νόμιζα ότι θα έπληττες μόνος μαζί μου, ότι θα σου έλειπε η πόλη». «Πόσο λίγο με ξέρεις» απάντησα. Θα ήθελα να ζήσουμε κοντά στη Μαντρ, όπου είχαμε πάει περίπατο μια μέρα· εκεί, καλλιεργούν τριαντάφυλλα. Κάθε φορά που δειπνούσαμε με τη Μάρθα στο Παρίσι και παίρναμε το τελευταίο τρένο, μύριζα τριαντάφυλλα. Στην αποβάθρα του σταθμού οι εργάτες ξεφόρτωναν τεράστια κιβώτια που σκόρπιζαν μια ευωδιά. Είχα ακούσει, όταν ήμουν μικρός, να μιλούν για κείνο το μυστηριώδες τρένο με τα τριαντάφυλλα, που περνά την ώρα που τα παιδιά κοιμούνται.
Η Μάρθα έλεγε: «Τα τριαντάφυλλα ανθίζουν μονάχα μια εποχή. Μετά δε φοβάσαι μήπως η Μαντρ μάς φανεί άσχημη; Δεν είναι πιο λογικό να διαλέξουμε ένα μέρος λιγότερο ωραίο αλλά με ομορφιά που διαρκεί όλο το χρόνο;»
Σ’ αυτά τα λόγια αναγνώριζα τον εαυτό μου. Η επιθυμία ν’ απολαμβάνω για δυο μήνες τα τριαντάφυλλα μ’ έκανε να ξεχνάω τους άλλους δέκα. Το γεγονός ότι είχα επιλέξει τη Μάντρ αποδείκνυε γι’ ακόμα μια φορά πόσο εφήμερος ήταν ο έρωτάς μας.'
Ραϊμόν Ραντιγκέ, Ο Διάβολος στο Κορμί, μτφρ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, εκδ. Ροές
