προγραφές

Εξώφυλλο: Ετιέν Ζιλσόν, Το Ον και η Ουσία

Ὁ Κίργκεγκωρ κατάλαβε, καὶ τὸ ἐπαναλάμβανε ἀκατάπαυστα, ὅτι ἡ μόνη πραγματικὴ γνὠση εἶναι αὐτὴ ποὺ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ὕπαρξη. Τί ἐννοῦμε, ὅμως, ἐδῶ ὅταν λέμε πραγματικὴ γνώση; Δὲν πρέπει νὰ τὴν κατανοήσουμε, ἀκολουθώντας τὸν κλασικὸ ρεαλισμό, ὡς μιὰ ἀφηρημένη ταυτότηα μεταηξύ τοῦ νοῦ καὶ τοῦ πραγματικοῦ. Γιατῖ; Δίοτι ἡ γνώση, κατανοούμενη σὰν ἕνας ἁπλὸς ἀναδιπλασιασμὸς στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀφηρημένου αὐτοῦ ποὺ εἶναι τὸ ἐμπειρικὸ ὄν στὸ ἐπίπεδο τοῦ συγκεκριμένου, δὲν εἶναι καὶ ἡ ἴδια τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ ἀφαίρεση. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὸ τὸ ἀφηρημένο ὁμοίωμα τοῦ συγκεκριμένου εἶναι ἡ πιστή του εἰκόνα ἤ, ἐὰν προτιμᾶμε, ἡ ὀρθὴ μεταγραφή του. Ἀκόμη κι ἔτσι, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ ἀφαίρεση. Ἐὰν ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι ὀρθή, θὰ εἶναι ἀληθής, ἡ ἀληθεια ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἴδια κάτι τὸ πραγματικό, μιᾶς καί, ἐξ ὁρισμοῦ, ἀποτελεῖ μιὰν ἀφαίρεση. Ἐπομένως, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Κίργκεγκωρ ἑρμηνεύει τὸν κλασικὸ ρεαλισμό, τοῦτος δὲν θεμελιώνεται σὲ μιὰ ἀλληλεπίδραση μεταξὺ ἑνὸς γινώσκοντος ὑποκειμένου καὶ ἑνὸς γινωσκόμενου ἀντικειμένου, ὅπου καὶ τὰ δύο εἶναι ἐξίσου συγκεκριμένα καὶ ἐξίσου ὑπαρκτά. Δὲν ἐξετάζει ἐὰν ἡ ἀφομοίωση τοῦ ἀντικειμένου ἀπὸ τὸ ὑποκείμενο, μαζὶ μὲ τὴν ἐξίσωση ἀφηρημένου καὶ συγκεκριμένου τὴν ὁποία συνεπάγεται, εἶναι καὶ ἡ ἴδια κάτι τὶ ὑπαρκτό. Κρατώντας ἀπὸ τούτη τὴ διδασκαλία μονάχα ὅ,τι κρατοῦν οἱ ἀντίπαλοι καὶ ἐνίοτε, ὀφείλουμε νὰ τὸ ὁμολογήσουμε, οἱ πρόμαχοί της, τὴν περιορίζει στὴν ἁπλοϊκὴ ἀντίληψη τῆς ἀλήθειας-ἀντιγράφου, ὅπου ἡ σκέψη ἀρκεῖται νὰ φωτογραφήσει ἀπὸ τὰ ἔξω ἕνα ἀντικείμενο, δίχως ποτὲ νὰ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἐὰν οἱ λήψεις της ἀντιστοιχοῦν στὴν πραγματικότητα, δεδομένου ὅτι πρόσβαση ἔχει μονάχα στὶς φωτογραφίες·ἐκτὸς βέβαια κι ἄν θεωρήσει ὅτι τὸ ἀντικείμενο δὲν εἶναι καὶ τὸ ἴδιο τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ φωτογραφία. Ἐὰν κατανοήσουμε τὴν adaequatio intellectus et rei [ἐξίσωση νοῦ καὶ πράγματος] κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, μποροῦμε ὄντως νὰ ποῦμε «ὅτι ἡ διατύπωση συνιστᾶ ταυτολόγια, ὅτι δηλαδὴ ἡ σκέψη καὶ τὸ εἶναι σημαίνουν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πράγμα, καὶ ἡ ἐν λόγω συμφωνία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ συμφωνία τῆς ἀφηρημένης ταυτότητας μὲ τὸν ἑαυτό της». Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀφήσαμε ἐξ ἀρχῆς ἀπ᾽ἔξω τὴ συγκεκριμένη ὕπαρξη, τὸ εἶναι τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀποχτᾶμε κατ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο ταυτίζεται μὲ τὸ εἶναι τῆς ἀφηρημένης σκέψης. Ἐὰν ποῦμε ὅτι τούτη ἡ ἀλήθεια εἶναι, ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνουμε τὸ τί εἶναι, ἤτοι ἡ ἀφηρημένη μορφὴ τῆς ἀλήθειας.
Ὁ Κίργκεγκωρ ἧταν πνεῦμα ἐξαιρετικὰ ὁξυδερκὲς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἀρκεστεῖ σὲ αὐτὴ τὴν πρώτη προσέγγιση, ποὺ ὁ καθένας βλέπει ὅτι ἧταν κάπως δειλή. Καθὼς δὲν ὤθησε τὴν κριτική του ἴσαμε τῆν καρδιὰ ἑνὸς ρεαλισμοῦ τῆς ὕπαρξης, τὸν ὁποῖο μοιάζει νὰ ἀγνοοῦσε, καὶ ποὺ, ἐὰν τὸν εἶχε γνωρίσει, θὰ εἶχε ἀναμφίβολα ἀποτελέσει τὸν ὡραιότερό του ἀντίπαλο, διαισθάθνθηκε τουλάχιστον ὅτι, ἀκόμα καὶ μέσα στὸν ἀφηρημένο ρεαλισμὸ στὸν ὁποῖο ἀσκοῦσε κριτική, ἡ γνώση ἀξιώνει ὅτι ἀναφέρεται, ὄχι στὴν ἴδια τὴ σκέψη, ἀλλὰ σὲ κάτι τὸ πραγματικό, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸ ἀντικείμενό της. Ὄχι μόνο τὸ εἶδε, ἀλλὰ τὸ δἠλωσε ρητά. Καὶ ἀντιτασσόμενος σὲ αὐτὴ τὴ θέση εἶναι ποὺ βρῆκε τὶς καίριες διατυπώσεις τῆς δικῆς του γνωσιολογίας. Στὴν πραγματικότητα, πρόκειται λιγότερο γιὰ μία γνήσια κριτική, ὅσο γιὰ ἕνα «ὄχι» ποὺ θέτει ὁ Κίργκεγκωρ καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἀπλῶς τὴν ἅλλη ὄψη τοῦ δικοῦ του «ναί». Φτάνουμε ἐδῶ στὴ θεμελιώδη ἀπόφαση τῆς θεωρίας του, διότι αὐτὸ ποὺ ἀντιτάσσει στὴ συγκεκριμένη ἀντίληψη περὶ ἀλήθειας εἶναι τὸ ὅτι, ὅπως κι ἄν θελήσουμε νὰ τὴν δικαιολογήσουμε, θὰ ὁριστεῖ μὲ τρόπο ἀντικειμενικό, δηλαδὴ θὰ θεμελιωθεῖ σὲ μιὰ σχέση τοῦ ὑποκειμένου μὲ τὸ ἀντικείμενο. Αὐτὸ ποὺ τούτη ἡ ἀντίληψη ἐκλαμβάνει ὡς τὴν ἔσχατη δικαιολόγηση κάθε ἀληθινῆς γνώσης, τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι ἀναφέρεται σὲ κάτι τὸ πραγματικό, εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ τὴν ἀπαξιώνει στὰ μάτια τοῦ Κίργκεγκωρ. Τὸ ἀντικείμενο ποὺ εἰσάγουμε ἐδῶ προκειμένου νὰ θεμελιώσουμε τὴν ἀληθινὴ γνὠση εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ τῆς ἀπαγορεύει νὰ φτάσει στὴν ἀλήθεια. Διότι, ἐὰν ἡ γνώση εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ τῆς ἀπαγορεύει νὰ φτάσει στὴν ἀλήθεια. Διότι, ἐὰν ἡ γνώση εἶναι ἀντικειμενική, τότε εἶναι ἀφηρημένη και, ἑπομένως, τῆς διαφεύγει ἡ ὕπαρξη, δηλαδὴ αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ πρέπει νὰ συλλάβουμε προκειμένου νὰ ὑπάρξει γνώση.
Τὸ νὰ θέσουμε τὸ πρόβλημα κατ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο ἱσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ ἀποκλείσουμε ἐκ τῶν προτέρων κάθε δυνατότητα νὰ συλλάβουμε τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἀντικειμένου. Καὶ καθὼς οἱ ἔννοιες τοῦ ἀντικειμένου καὶ τῆς ὕπαρξης ἀποκλείουν ἀμοιβαία ἡ μία τὴν ἄλλη, συνεπάγεται ὅτι ἡ μόνη ὕπαρξη ποὺ μποροῦμε νὰ συλλάβουμε εἶναι ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ὑποκειμένου. Ἄς ἀφήσουμε στὴν ἄκρη, ὅπως ἄλλωστε μοιάζει νὰ κάνει καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κίργκεγκωρ, τὸ ἐρώτημα ἐὰν τὸ ἐν λόγω ὑποκείμενο εἷναι ὁ ἄνθρωπος ἤ ἁπλῶς τὸ πνεῦμα. Ἔστω ὅτι εἶναι τὸ πνεῦμα. Μιὰ τέτοια θεωρία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λύσει τὸ πρόβλημα τῆς γνώσης συμμορφωνόμενη μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ αὐστηρότερου ὑποκειμενισμοῦ. Πράγματι, οἱ μόνες πραγματικὲς γνώσεις εἶναι αὐτὲς ποὺ ἀναφέρονται στὸ πραγματικὸ ὑποκειμένο στὸ μέτρο ποὺ αὐτὸ εἶναι ἕνα ὑπάρχον ὑποκείμενο. Γνωρίζουμε, ὅμως, ἤδη ὅτι, γιὰ τὸν Κίρκεγκωρ, τὸ ὑπάρχον ὑποκείμενο εἶναι ἕνα ὄν τοποθετημένο μέσα στὸν χρόνο καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξη –στὴ λιγότερο συχνὴ ἀπ᾽ ὅ,τι συνήθως νομίζουμε περίπτωση ὅπου ἔχει ὄντως μία ὕπαρξη– συνίσταται στὸ ἄπειρο πἀθος του γιὰ τὴν εύδαιμονία. Ἕπεται λοιπὸν ὅτι «ἡ μόνη πραγματικὴ γνώση εἶναι ἡ ἠθικὴ καὶ ἠθικοθρησκευτικὴ γνώση», διότι «κάθε ἠθικὴ καὶ ἠθικοθρησκευτικὴ γνώση ἀναφέρεται κατὰ τὴν οὐσία της στὸ γεγονὸς ὅτι τὸ γινῶσκον ὑποκείμενο ὑπάρχει».'

Ετιέν Ζιλσόν, Το Ον και η Ουσία, μτφρ. Θάνος Σαμαρτζής, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

·

↑