προγραφές

Εξώφυλλο: Ζ. Κ. Ουισμάνς, Ανάστροφα

'Μπροστά του, στη μέση ενός μεγάλου ξέφωτου, πελώριοι λευκοί παλιάτσοι χοροπηδούσαν σαν λαγοί, κάτω από το φεγγαρόφωτο.
Δάκρυα αποθάρρυνσης πλημμύρισαν τα μάτια του· ποτέ, όχι, ποτέ δεν θα μπορούσε να περάσει το κατώφλι της πόρτας –θα με συνθλίψουν, σκεφτόταν– θαρρείς και οι φόβοι του επαληθεύτηκαν, ο αριθμός των πελώριων παλιάτσων πολλαπλασιάστηκε· οι κυβιστήσεις τους γέμιζαν ολόκληρο τον ορίζοντα, ολόκληρο τον ουρανό που πάνω του χτυπούσαν, μια με τα πόδια μια με το κεφάλι.
Τότε ο ήχος από τις οπλές του αλόγου σταμάτησε. Ήταν εκεί, πίσω από έναν στρογγυλό φεγγίτη, στον διάδρομο· περισσότερο νεκρός παρά ζωντανός, ο ντεζ Εσσέντ γύρισε από την άλλη, είδε από το στρογγυλό άνοιγμα τα ορθωμένα αυτιά, τα κίτρινα δόντια, τα ρουθούνια που ξεφυσούσαν πίδακες ατμού που βρομοκοπούσε φαινόλη.
Κατέρρευσε, εγκαταλείποντας κάθε ιδέα αντίστασης ή φυγής· έκλεισε τα μάτια του για να μην αντικρίζει το φρικτό βλέμμα της Συφιλίδος που έπεφτε πάνω του, μέσα από τον τοίχο, που μολαταύτα το συναντούσε κάτω από τα κλειστά του βλέφαρα, το ένιωθε να διατρέχει την υγρή ραχοκοκαλιά του το κορμί του, του οποίου οι τρίχες ορθώνονταν μέσα σε λίμνες κρύου ιδρώτα. Ήταν προετοιμασμένος για όλα, έλπιζε, μάλιστα, σε μια χαριστική βολή που θα έδινε τέλος στο μαρτύριό του· κύλησε ένας αιώνας που σίγουρα κράτησε ένα λεπτό· ξανάνοιξε, ριγώντας, τα μάτια του. Τα πάντα είχαν εξαφανιστεί· μεμιάς, σαν αλλαγή σκηνικού, σαν ένα θεατρικό τικ, ένα τρομακτικό πετρώδες τοπίο εκτεινόταν πέρα μακριά, ένα τοπίο χλωμό, έρημο, διαβρωμένο, νεκρό· ένα φως σκορπιζόταν πάνω σε τούτη την ακατοίκητη τοποθεσία, ένα λευκό φως, γαλήνιο, που έφερνε στον νου τη λάμψη του φωσφόρου που λιώνει μέσα στο λάδι.
Στο έδαφος κάτι σάλεψε, κάτι που πήρε τη μομφή μιας κάτωχρης γυναίκας, γυμνής, με τα πόδια καλυμμένα με πράσινες μεταξωτές κάλτσες.
Την κοίταξε όλο περιέργεια· τα μαλλιά της, όμοια με αλογότριχες κατσαρωμένες με καυτό σίδερο, ήταν βοστρυχωτά, με σπασμένες άκρες· ασκίδια νηπενθών κρέμονταν στα αυτιά της· αποχρώσεις ψητού βοδινού γυάλιζαν στα μισάνοιχτα ρουθούνια της. Με βλέμμα εκστατικό, τον φώναξε σιγανά.
Δεν πρόφτασε να αποκριθεί, γιατί ήδη η γυναίκα μεταμορφωνόταν· εκτυφλωτικά χρώματα σκέπασαν τις κόρες των ματιών της· τα χείλη της βάφτηκαν με το φλογερό κόκκινο των ανθούριων· οι ρώγες της λαμποκοπούσαν, γυαλιστερές σαν λοβοί κόκκινης πιπεριάς.
Μια ξαφνική ενόραση του ήρθε: «είναι το Άνθος», συλλογίστηκε· και το πάθος του για τη λογική επέμεινε μες στον εφιάλτη του, παρεκκλίνοντας [...].
Παρατήρησε τότε την τρομακτική φλεγμονή του στήθους και του στόματος, πρόσεξε τις μαυροκόκκινες και χαλκόχρωμες κηλίδες στο δέρμα του κορμιού της και πισωπάτησε σαστισμένος· όμως το βλέμμα της γυναίκας τον γήτευε και εκείνος βάδιζε αργά αργά, προσπαθώντας να χώσει τα τακούνια του στο χώμα για να μην προχωράει, αφήνοντας το σώμα του να πέφτει καταγής, αλλά εντούτοις ξανασηκωνόταν για να την πλησιάσει· την άγγιζε σχεδόν, όταν ξάφνου μαύροι αμορφόφαλλοι πετάχτηκαν από παντού, όρμησαν προς αυτή την κοιλιά που ανεβοκατέβαινε σαν το κύμα της θάλασσας. Τους παραμέρισε, τους έσπρωξε νιώθοντας μια ασύλληπτη σιχασιά καθώς οι ζεστοί, στέρεοι μίσχοι σάλευαν ανάμεσα στα δάχτυλά του· ύστερα, τα απαίσια φυτά εξαφανίστηκαν μεμιάς και δύο χέρια πάσχιζαν να τον αγκαλιάσουν· μια αβάσταχτη αγωνία έκανε την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή, γιατί τα μάτια, τα φοβερά μάτια της γυναίκας είχαν πάρει ένα παγερό, αχνογάλανο χρώμα που τον τρόμαζε. Έκανε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να ξεφύγει από το αγκάλιασμά της, αλλά με μια ακαταμάχητη κίνηση, εκείνη τον κράτησε, τον έσφιξε πάνω της και αυτός, τσακισμένος, είδε το άγριο νιδουλάριο να ανθίζει ανάμεσα στους ανασηκωμένους μηρούς της, έχοντας τα σπαθόσχημα πέταλά του ορθάνοιχτα πάνω από το ματωμένο εσωτερικό.
Το κορμί του ακράγγιξε τη βδελυρή πληγή του φυτού [...].'

Ζ. Κ. Ουισμάνς, Ανάστροφα, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Στερέωμα

·

↑