προγραφές

Εξώφυλλο: Ρούντολφ Αρνχάιμ, Οπτική Σκέψη

'Εάν το αισθητό είναι ένα κατηγορικό σχήμα αντί μια πιστή μηχανική καταγραφή ενός ιδιαίτερου ερεθίσματος, τότε το ίχνος του στη μνήμη θα πρέπει να είναι εξίσου γενικό. Το σχήμα αυτό είναι μάλλον απίθανο να διατηρηθεί αναλλοίωτο. Δυνάμεις εγγενείς στο σχήμα καθεαυτό ή που εξασκούν πίεση επ’ αυτού από το πεδίο των ιχνών που το περιβάλλουν τείνουν να το τροποποιήσουν προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Υπάρχει από τη μια πλευρά, η τάση προς απλούστερη δομή ή προς μείωση της έντασης. Η διάταξη του ίχνους αποβάλλει τις λεπτομέρειες και τις εκλεπτύνσεις και αυξάνει τη συμμετρία και την κανονικότητά της. Αυτή η βαθμιαία διαφοροποίηση του ίχνους προς μια απλούστερη μορφή ανακόπτεται από την αντίθετη τάση της διατήρησης και ακόμη και όξυνσης των διακριτικών χαρακτηριστικών της διάταξης. Έχει δειχθεί πειραματικά, ότι όταν παρουσιάζεται μια εικόνα σε παρατηρητές με ρητές οδηγίες να την διατηρήσουν στην μνήμη τους όσο πιο πιστά μπορούν «γιατί θα υποβληθούν σε τεστ», τότε οι παρατηρητές καταβάλλουν προσπάθεια να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά της εικόνας. Υπό αυτές τις συνθήκες θα φέρουν στο νου τους, για παράδειγμα, ότι ο κύκλος είχε ένα μικρό διάκενο, το οποίο σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσε να έχει απορριφθεί από την μνήμη ή δεν θα είχε γίνει καν ενεργά αντιληπτό.
Τα διακριτικά χαρακτηριστικά επίσης διατηρούνται αλλά και υπερτονίζονται όταν προκαλούν αντιδράσεις δέους, κατάπληξης, περιφρόνησης, θυμηδίας, θαυμασμού κ.ο.κ. Τα πράγματα έρχονται στη μνήμη ως μεγαλύτερα, γρηγορότερα, ασχημότερα ή πιο οδυνηρά απ’ ότι πράγματι ήταν.
Και οι δύο αυτές τάσεις βρίσκονται εν ενεργεία κατά την επεξεργασία κάθε μνημονικού ίχνους, περικόπτοντάς το σταδιακά προς την επίτευξη μεγαλύτερης απλότητας και ταυτόχρονα διατηρώντας το και οξύνοντας τα διακριτικά του χαρακτηριστικά στο βαθμό που υπάρχει λόγος να το κάνουν. Οι δύο αυτές τάσεις μπορούν να λειτουργούν σε οποιαδήποτε αναλογία ισχύος μεταξύ τους. Ορισμένες φορές, η μια από αυτές μπορεί να κυριαρχεί ξεκάθαρα αλλά δεν υπάρχει λόγος να θεωρήσουμε ότι κάθε περίπτωση το ίχνος θα εμφανίζει μια ξεκάθαρη τροποποίηση προς μία και μόνο από αυτές τις κατευθύνσεις, όπως συχνά θεωρείται στα συγγράμματα της ψυχολογίας. [...]
Κάτι παράλληλο προς τις δύο ανταγωνιστικές τάσεις στην αντίληψη και στην μνήμη, αλλά ασφαλώς ως ένα σημείο και μια εκδήλωσή τους, εμφανίζεται στις οπτικές τέχνες. Ο αγώνας προς το «ωραίο», με την κλασική έννοια του όρου, συμβάλλει προς μια απλοποίηση του σχήματος και προς την μείωση της έντασης στις συνθετικές σχέσεις. Εξπρεσιονιστικές διαθέσεις, από την άλλη, οδηγούν προς την παραμόρφωση και την μεγάλη ένταση που δημιουργείται από την ασυμφωνία, την αμοιβαία παρεμβολή, την αποφυγή της απλής τάξης κ.ο.κ. Αυτές οι στιλιστικές φόρμες προσδιορίζονται εν μέρει από το θέμα, εν μέρει από τον σκοπό της εικονογραφικής αναπαράστασης, καθώς επίσης και από την γενική σκοπιά και την διάθεση του καλλιτέχνη ή της περιόδου. Και εδώ πάλι, το φάσμα ανάμεσα στις πιο ακραίες εκδηλώσεις των κλασσικιστικών και των εξπρεσιονιστικών τάσεων γεμίζει με έργα που εμφανίζουν όλες τις αποχρώσεις της μεταβαλλόμενης αναλογίας μεταξύ αυτών των δύο.
Μολονότι οι τάσεις αυτές προς ισοπέδωση και όξυνση είναι ανταγωνιστικές, λειτουργούν ταυτόχρονα. Ξεκαθαρίζουν και εντείνουν την οπτική σύλληψη. Βελτιώνουν δια της απλοποίησης και προσδίδουν χαρακτήρα στην μνημονική εικόνα. Αυτή η διαδικασία ενδυναμώνεται περαιτέρω αλλά και παρεμποδίζεται από το γεγονός ότι κανένα ίχνος δεν αφήνεται να λειτουργήσει ελεύθερα. Καθένα από αυτά είναι επιρρεπές στη συνεχή επιρροή που εξασκείται από άλλα ίχνη. Έτσι, οι επαναλαμβανόμενες εμπειρίες με το ίδιο φυσικό αντικείμενο δημιουργούν νέα ίχνη, τα οποία δεν ενισχύουν απλώς αυτά που ήδη υπάρχουν, παρά τα υποβάλλουν σε μια αδιάκοπη τροποποίηση, όπως ένας καλλιτέχνης μπορεί να συνεχίσει να τροποποιεί ένα έργο για χρόνια όσο το έχει στο εργαστήριό του. Η εικόνα που έχουμε για ένα συγκεκριμένο άτομο αποτελεί την πεμπτουσία πολλών απόψεων και καταστάσεων, οι οποίες επενεργούν επιτυγχάνοντας είτε όξυνση, είτε ενίσχυση είτε τροποποίηση της. Τα ίχνη που μοιάζουν μεταξύ τους έρχονται σε επαφή και δυναμώνουν, αποδυναμώνουν, ή αντικαθιστούν το ένα το άλλο. Για να το εκφράσουμε με τους όρους του Kurt Lewin: η μνήμη είναι ένα μέσον πολύ πιο ρευστό απ’ ότι η αντίληψη γιατί είναι πιο απομακρυσμένο από την ανασχετική επίδραση της πραγματικότητας.
Το αποτέλεσμα είναι μια αποθήκη από οπτικές συλλήψεις, κάποιες απ’ αυτές ξεκάθαρες και απλές, άλλες φευγαλέες και ακαθόριστες, οι οποίες καλύπτουν το σύνολο του αντικειμένου ή ανακαλούν στη μνήμη μόνο κάποια κομμάτια του. Οι εικόνες κάποιων πραγμάτων είναι αυστηρά στερεοτυπικές, άλλες εμπεριέχουν ένα πλούτο παραλλαγών και από κάποιες άλλες ενδέχεται να έχουμε πολλές εικόνες που δεν δείχνουν καμιά τάση συγχώνευσης σε μια μοναδιαία σύλληψη, π.χ. η μετωπική και η πλάγια όψη ορισμένων ατόμων. Συνδέσεις κάθε είδους δένουν μεταξύ τους αυτές τις εικόνες. Μολονότι το συνολικό περιεχόμενο της μνήμης ενός ατόμου δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα ενοποιημένο όλον, εμπεριέχει οργανωμένα συμπλέγματα μικρής ή μεγάλης έκτασης, οικογένειες συλλήψεων συνδεόμενων μεταξύ τους μέσω ομοιότητας, συνειρμών κάθε είδους, γεωγραφικών και ιστορικών πλαισίων, που δημιουργούν αντίστοιχα χωρικά σκηνικά και χρονικές αλληλουχίες. Αναρίθμητες νοητικές λειτουργίες έχουν μορφοποιήσει αυτές τις διατάξεις σχημάτων και συνεχίζουν να τις μορφοποιούν.'

Ρούντολφ Αρνχάιμ, Οπτική Σκέψη, μτφρ. Ιάκωβος Ποταμιάνος & Γιώτα Βρυώνη, εκδ. University Studio Press

·

↑