
'Παραποίηση: Ὁ οἴκτος συνεπάγεται μιάν ὑπερεκτίμηση τῆς σημασίας τῶν ἐξωτερικῶν ἀγαθῶν γιά τή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ὁ οἴκτος περιστρέφεται γύρω ἀπό διάφορους τύπους πόνου καί στέρησης, ἀποδίδοντάς τους μεγάλη σημασία γιά τήν εὐημερία ἑνός ἀτόμου. Ἔτσι προκύπτει ἀμέσως τό ἐρώτημα: εἶναι αὐτά τά ζητήματα πράγματι σπουδαῖα ἤ ὄχι; Κανείς, καί βεβαίως οὔτε ὁ Ἀριστοτέλης, δέν θά ἀρνιόταν ὅτι κάποια ζητήματα πού μᾶς κάνουν νά νιώθουμε οἶκτο γιά τούς ἄλλους εἶναι στήν πραγματικότητα τά ἀσήμαντα καί δέν ἀξίζουν τήν ἔντονη μέριμνά μας. Μειώσεις τῆς ὑπόληψης, προσβολές, χρηματικές ἀπώλειες – ὅλ’ αὐτά, ὑποστηρίζει ὁ Ἀριστοτέλης στά ἠθικά του κείμενα, συχνά ὑπερεκτιμῶνται. Θά ἦταν κατά συνέπεια σωστό νά ἐπικρίνεται κάποιος πού ζητάει οἴκτο ἐπικαλούμενος τέτοια σχετικῶς ἀσήμαντα ζητήματα καί νά ἀποδοκιμάζεται αὐτός πού δείχνει οἶκτο. Τό ζήτημα εἶναι, ὡστόσο, ἐάν ὅσα περιλαμβάνει ὁ Ἀριστοτέλης στόν κατάλογο τῶν μειζόνων περιπτώσεων οἴκτου ἀξίζουν τέτοια ἔντονη μέριμνα. Τό ΙΙΙ μέρος τῆς Πολιτείας τοῦ Πλάτωνα μᾶς λέει ὅτι τό θέαμα τοῦ Ἀχιλλέα πού κλαεί γιά τόν θάνατο τοῦ φίλου του θά ἔπρεπε νά ἑξαιρεθεῖ ἀπό τή διδασκαλία τῶν νέων στήν ἰδανική πολιτεία, ἐπειδή ἕνα σωστό ἄτομο δέν θεωρεῖ μιά τέτοια δυστυχία πολύ σημαντική, πιστεύοντας ὅτι ὁ ἴδιος ἐπαρκεῖ γιά τήν κατάκτηση τῆς εὐημερίας του. Οἱ Στωικοί ἀνέπτυξαν περίφημα πολύ περισσότερο αὐτήν τήν θέση, ὑποστηρίζοντας ὅτι καμμία ἀπό τίς συμφορές τῆς ζωῆς δέν εἶναι σωστό νά θεωρεῖται ὡς αἰτία ἔντονης λύπης. Ὁ Στωικός πού χάνει ἕνα παιδί, ἕναν φίλο, ἤ μιά πόλη, εἴτε αὐτός πού πλήττεται ἀπό τήν ὀδύνη, δέν θά ταραχτεῖ μπροστά σ’ αὐτές τίς δύσκολες καταστάσεις. Οὔτε θά ζητήσει τόν οἶκτο τῶν ἄλλων, πού θά τόν πρόσβαλλε ὑπονοώντας ἐσφαλμένα ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπό τά δῶρα τῆς τύχης. (Ἡ στωική θεωρία τῆς αὐτοκτονίας συνδέεται στενά μ’ αὐτή τήν ἐπιχειρηματικολογία, ἐπειδή μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι ἕνα ἄτομο μπορεῖ πάντα νἀ ξεφύγει ἀπό τόν πόνο ὅταν αὐτός γίνεται πολύ ἔντονος. Ἔτσι, ἀκόμη καί σέ τόσο σοβαρές περιπτώσεις, δέν ὑπάρχει περιθώριο γιὰ οἶκτο). Τόσο ὁ Πλάτων ὅσο καί διάφοροι στωικοί συγγραφεῖς συνδέουν τή συμπεριφορά πού υψώνεται πάνω ἀπό τόν πόνο μέ τήν ἀνδρεία, ἐνῶ τό θρηνολόγημα καί τό γογγυτό μέ τή θηλυπρέπεια (π.χ. Πολιτεία 288 Α).
Στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, οἱ θέσεις αὐτές ἦταν ἀμφισβητούμενες καί, μποροῦμε νά ποῦμε, ἀντίθετες στό πνεῦμα της – μολονότι κατά τά τελευταῖα χρόνια της Ρωμαϊκῆς Δημοκρατίας καί στά πρώτα της Αὐτοκρατορίας οἱ λαϊκές οἴκτου βρίσκονταν πλησιέστερα πρός τά στωικά πρότυπα, εἶτε λόγῳ τῆς στωικῆς ἐπίδρασης. Στήν Εὐρώπη τοῦ 18ου αἰώνα, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Λέσινγκ, τά πολιτισμικά πρότυπα τοποθετοῦσαν τήν ἔκφραση ἔντονων συναισθημάτων ἐκτός ὁρίων γιά τόν εὐπρεπῆ (μή θηλυπρεπῆ) ἄνδρα. Γιά κάποιους στοχαστές, πού δέν ἀκολουθοῦν πιστά τά στωικά πρότυπα, ὁ κανόνας τῆς αὐτοκυριαρχίας ἰσχύει γιά τόν ἐσωτερικό κόσμο ἀλλά ἐμφανίζεται καί στόν ἐξωτερικό· για ἄλλους, κάπως πιό χαλαρούς, δέν πειράζει νά ὑπάρχει τό συναίσθημα ἐφόσον μπορεῖ κανείς νά ἐλέγχει τήν ἐξωτερική του ἔκφραση. (Αὐτή ἡ μεταγενέστερη ἄποψη δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐπιδοκιμάζει τήν ἔντονη στωική ἀποκήρυξη τῆς ἀξίας τῆς ἐξωτερικῆς ἔκφρασης). Αὐτό πού φαίνεται ξεκάθαρα, ὡστόσο, ἀπό τήν πραγματεία τοῦ Λέσσινγκ καί ἀπό πολλά ἄλλα κείμενα πολιτισμικῆς μαρτυρίας εἶναι ὅτι, κατά σύμφωνη γνώμη, τό παραμορφωμένο πρόσωπο ἦταν ἄσχημο καί βαθιά ἀντιηρωικό· ἀκόμη καί ὁ Λέσσινγκ σπεύδει νά μᾶς διαβεβαιώσει ὅτι ὁ Λαοκόων εἶναι ἄξιος θαυμασμοῦ ἐπειδή δέν ἐμφανίζει ἕνα τέτοιο παραμορφωμένο πρόσωπο.
Ὁ Ἄνταμ Σμίθ παλεύει μέ αὐτούς τούς πολιτισμικούς κανόνες, καί μέ τά στωικά κείμενα πού ἀποτελοῦν ἰσόβια μέριμνά του, μέ γοητευτικό τρόπο. Συνολικά, ὑπερασπίζεται τή στωϊκή θέση σχετικά μέ τά ἐξωτερικά, ἀγαθά, ὑποστηρίζοντας, κατά συνέπεια ὅτι ἕνας σωστός ἄνθρωπος δέν βλέπει τίς συμφορές τῆς ζωῆς ὡς εὐκαιρίες γιά θρῆνο ἤ γιά τόν οἶκτο τῶν ἄλλων. Στήν τελευταία ἔκδοση τῆς Θεωρίας τῶν ἠθικῶν συναισθημάτων, ὡστόσο, πού δημοσιεύτηκε λίγο πρίν ἀπό τόν θάνατό του τό 1972, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ στωικισμός ὑπερβάλλει ὅταν μᾶς προτρέπει νά μή νιώθουμε λύπη γιά τά δεινά πού ὑποφέρουν οἱ φίλοι μας καί ἡ οἰκογένειά μας. Ξεριζώνοντας αὐτά τά συναισθήμαυα, ὁ στωικισμός ὑπονομεύει τούς δεσμούς πού κρατοῦν συνενωμένες μεταξύ τους οἰκογένειες καί κοινότητες.
Σύμφωνα μέ τόν Σμιθ, ὀφείλουμε νὰ λυπούμαστε γιά τίς συμφορές πού χτυποῦν τά ἀγαπημένα μας πρόσωπα. Στίς δικές μας συμφορές, ὡστόσο, ἐπιμένει ὅτι τό σωστό εἶναι νά συμπεριφερόμαστε ὡς Στωικοί καί συνάμα νά προσπαθήσουμε νά ζοῦμε ἕναν πραγματικά στωικό ἐσωτερικό βίο. Ὁ θρῆνος γιά μιά συμφορά ἀποτελεῖ θηλυπρεπῆ συμπεριφορά. Ἐδῶ ὁ Σμίθ μιλάει μειωτικά γιά τούς Γάλλους καί τούς Ἰταλούς. Ὁ δούκας ντέ Μπιρόν, λέει μέ δηκτική σκωτσέζικη περιφρόνηση, αὐτοεξευτελίστηκε θρηνολογώντας μπροστά στήν ἀγχόνη. Προσέξτε ἀντίθετα, μᾶς λέει, τή θαυμαστή συμπεριφορά τῶν «ἄγριων» ἰθαγενῶν τῆς Ἀμερικῆς πού ἀποδέχονται τόν θάνατο μ’ ἕνα περιπαιχτικό τραγούδι καί ὑπονομεύουν μέ γενναιότητα ὅλα τά φοβερά μαρτύρια. Τὸ ἐδάφιο πού ἔχω παραθέσει ὡς ἐπιγραφή δείχνει τό μέγεθος τῆς γοητεῖας πού ἀσκοῦν αὐτοί οἱ στωικοί «ἄγριοι» στόν Σμίθ, ἕναν ἰσοβίως ὑποχονδριακό καί αἰώνιο γκρινιάρη. Ἀποτελοῦν τυπικό παράδειγμα ἀνδρείας πού τόν ἐλκύει βαθιά, ἐπειδή ἴσως φαίνεται πολύ δύσκολο νά τό βρεῖ κανείς στήν πραγματική ζωή. Τό ἐδάφιο αὐτό δείχνει μιά παράδοξη συγχώνευση τῶν διαβασμάτων τοῦ Σμίθ γιά τούς ἰθαγενεῖς τῆς Ἀμερικῆς μέ τόν στωικισμό: διότι ἡ περιγραφή τοῦ πῶς συμπεριφέρονταν οἱ ἄγριοι κατά τό διάστημα τῆς ἀνάπαυλάς τους ἀπό τόν πόνο βρίσκεται τόσο κοντά στήν περιγραφή τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Σενέκα κατά τό διάστημα τῆς ἀργῆς διαδικασίας τῆς ἀυτοκτονίας του ὥστε εἶναι δύσκολο νά μήν τίς συνδέσει στή σκέψη του.
Ἡ παράδοξη θέση τοῦ Σμίθ εἶναι μιά ἀξιοσημείωτη προσπάθεια νά διασώσει τόν οἶκτο παραμένοντας προσκολλημένος στίς στωικές ἰδέες τοῦ ὀρθοῦ ἀνδρισμοῦ. Μία προσπάθεια ὄχι καί τόσο ἐπιτυχής. Ἐάν οἱ συμφορές τῆς ζωῆς εἶναι σωστό νά προκαλοῦν τόν οἶκτο ὁταν χτυποῦν τούς φίλους μας ἤ τήν οἰκογένειά μας, τότε μᾶς ἀφοροῦν ἐξ ἴσου ὅταν χτυποῦν κι ἐμᾶς τούς ἴδιους, καί θά ’ταν σωστό νά ζητᾶμε καί νά δεχόμαστε τόν οἶκτο σέ τέτοιες περιπτώσεις. Ἀλλὰ ἡ παράδοξη θέση τοῦ Σμίθ εἶναι ἀξιομνημόνευτη ἐπειδή τῆν ὑποστηρίζουν πολλοί ἄνθρωποι: τό νά διάγει κανείς τόν βίο του μέ ἄθικτη τήν ἀξιοπρέπεια, ὅταν πρόκειται γιά κάποιον πού ἔχει συναντήσει μεγάλες δυστυχίες (γιά κάποιον μέ βαριά σωματική ἀναπηρία, γιά παράδειγμα), θεωρεῖται συχνά ὅτι ἀπαιτεῖ μιάν ἀκραία στωική στάση ἀπέναντι στίς κακοτυχίες, ἐνῶ μιά λιγότερο ἀκραία στάση ἐπιτρέπεται ἀπέναντι στίς κακοτυχίες, ἐνῶ μιά λιγότερο ἀκραία στάση ἐπιτρέπεται ἀπέναντι στά βάσανα τῶν ἄλλων.'
Μάρθα Νάσμπαουμ, Η Ηθική του Οίκτου, μτφρ. Φώτης Τερζάκης & Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος
