προγραφές

Εξώφυλλο: Ζακ Ντεριντά, Έμβολα: Τα Ύφη του Νίτσε

'Τὸ προσ-ποιοῦμαι, τὸ πρός, ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ ἀξία του -εἴτε ἐξαπατᾶ δίνοντας κάποια ἐντύπωση, εἴτε προσθέτει στὴν ἀπώλεια τοῦ proprium κάποιον προορισμό, σκοπιμότητα ἤ δολοπλοκία, κάποια ἀπόδοση, ἀπόσβεση ἤ κέρδος-, προσθέτει στὴν δωρεὰ μιὰ νόμιμη μοίρα, βάζει μιὰ ἐπίσχεση μέσα στο δόσιμο, ὁπότε ἀλλάζει ὅλα τὰ πρόσημα στὴν ἀντίθεση τῶν φύλων. Ὀ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα ἀλλάζουν θέση, ἀνταλλάσσουν τὰ προσωπεῖα τους ἐπ’ ἄπειρον. [...]
Ἄν ἡ ἀντίθεση τοῦ δοῦναι καὶ τοῦ λαβεῖν, τοῦ νέμομαι καὶ τῆς νομῆς εἶναι ἕνα εἶδος ὑπερβατολογικῆς ἐπίφασης ποὺ τὴν παράγει ἡ γραφικὴ τοῦ «ὑμένα», τότε ἡ διαδικασία τῆς κυριο-ποίησης ξεφεύγει ἀπὸ κάθε διαλεκτική, ὅπως κι ἀπὸ κάθε οντολογικὴ ἑπικρισιμότητα.'

'Ἄρα δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ρωτᾶμε «τί εἶναι τὸ κύριο, οἰκεῖο, ἴδιον, ἡ ἰδιοποίηση, ἡ ἐκποίηση, ἡ κυριότητα, ἡ δουλεία κ.λ.π.;» Ἡ κυριο-ποίηση, ὡς ἔμφυλη πράξη -καὶ δὲν γνωρίζουμε τὴν ἔμφυλη ὑπόσταση πρὶν ἀπ' αὐτὴν-, εἶναι ἰσχυρότερη, καθ’ ὅ ἀνεπίκριτη, ἀπὸ τὸ ἐρώτημα τὶ ἐστί, ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ πέπλου ποὺ σκεπάζει τὴν ἀλήθεια ἤ τοῦ νοήματος τοῦ εἶναι. Ἀφοῦ μάλιστα -αλλ’ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι δεύτερο οὔτε πρόσθετο- ἡ διαδικασία κυριο-ποίησης ὀργανώνει τὴν ὁλότητα τῆς γλωσσικῆς διαδικασίας ἤ τῆς συμβολικῆς ἀνταλλαγῆς γενικά, περιλαμβανομένων, συνεπῶς, ὅλων τῶν ὀντολογικῶν ἀποφάνσεων. Ἡ ἱστορία (τῆς) ἀλήθειας (εὶναι) μιὰ διαδικασία κυριο-ποίησης. Ἄρα τὸ κύριον δὲν ἐμπίπτει σὲ μιὰ ὀντο-φαινομενολογικὴ ἤ σημασιο-ἑρμηνευτικὴ ἐρωτηματοθεσία.
Τὸ ζήτημα τοῦ νοήματος ἤ τῆς ἀλήθειας τοῦ εἶναι δὲν εἶναι ἰκανὸ γιὰ τὴν θέση τοῦ ζητήματος τῆς κυριότητας, τῆς ἀνεπίκρητης ἀνταλλαγῆς τοῦ σὺν-πλήν, τοῦ δίνω-παίρνω, τοῦ δίνω-φυλάσσω, τοῦ δίνω-ζημιώνω, τῆς δοσιᾶς. Τὸ πρώτο δὲν μπορεῖ νὰ περιλάβει τὸ δεύτερο γιατί τὸ πρῶτο ἐγγράφεται μέσα στὸ δεύτερο.'

'Ἡ ἄβυσσος τῆς ἀλήθειας ὠς ἀναλήθειας, τῆς κυριο-ποίησης ὡς ἀπόκτησης καὶ ἀπώλειας τῆς κυριότητας, τῆς δήλωσης ὡς παρωδικοῦ ὑποκρίνεσθαι, θ’ ἀναρωτηθοῦμε ἄν εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁ Νίτσε ὀνομάζει ἡ μορφὴ τοῦ ὕφους καὶ τὸ ὄτι ἡ γυναίκα δὲν λαβαίνει χώρα.
Τὸ δόσιμο -οὐσιῶδες κατηγόρημα τῆς γυναίκας- ποὺ ἐμφανιζόταν στὴν ἀνεπίκριτη ταλάντωση τοῦ ἐκποιοῦμαι/προσποιοῦμαι, δίνω/παίρνω, ὑποκρύπτω/ρίχνω ἔχει τὴν ἀξία ἤ τὸ τίμημα τοῦ δηλητηρίου.'

Ζακ Ντεριντά, Έμβολα: Τα Ύφη του Νίτσε, μτφρ. Γιώργος Φαράκλας, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

·

↑