
'Ἐμεῖς μέναμε ἐκεῖ, ἀκίνητοι, αἰχμαλωτισμένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτασία. Μὲ τὸν πιὸ φυσικὸ τρόπο στὸν κόσμο, ἡ νεαρὴ αὐτὴ ὕπαρξη ἔφερνε μέσα μας τὴν ἀναστάτωση μιᾶς ἀποκάλυψης. Ἦταν γιὰ μᾶς ἡ γλυκιὰ ἑρμηνεία τόσων καὶ τόσων σκοτεινῶν ὀνείρων, τόσων κρυφῶν φαντασιώσεων. Ἡ κοπέλα αὐτὴ ἦταν τὸ ξύπνημά μας, ἄνοιγε μέσα μας τοὺς κρουνοὺς ἑνὸς ἐκθαμβωτικοῦ αἰσθησιασμοῦ. Τίποτε ἀκόλαστο, τίποτε νοσηρὸ δὲν ὑπῆρχε σὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ βλἐμματα ποὺ τὴν καταβρόχθιζαν. Μιὰ πρωτόγνωρη ἁγνότητα τύλιγε, ἐρήμην μας θὰ ἔλεγες, αὐτὴ τὴν τόσο ἀπόλυτα ἐπιτρεπτικὴ εἰκόνα ποὺ ξαφνικὰ καὶ ἐντελῶς ἀπροκάλυπτα ἐμφανιζόταν μπροστά μας· μᾶς μιλοῦσε· δὲν μᾶς καλοῦσε καὶ τὸ πρῶτο ἐρωτικὸ σκίρτημα ποὺ γεννιόταν μέσα μας εἶχε μιὰν ἀπόχρωση ἀπαραβίαστου. Ἦταν ἕνας ἔρωτας ἱερὸς ποὺ πήγαινε πίσω στὸ χρόνο νὰ συναντήσει τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων καὶ τῆν ἐποχὴ τῶν θρύλων, ὅταν οἱ πρίγκιπες πέθαιναν ἀπὸ ἔρωτα. Μιὰ λησμονημένη πνοὴ λατρευτικοῦ μυστικισμοῦ διαπερνοῦσε τὶς καρδιές μας.'
'Ἡ ἀδερφὴ τοῦ Ζοὺβ ἦταν ὑπερβολικὰ ὄμορφη. Μᾶς ἦταν ἀδύνατον νὰ τὸ ἀνεχτοῦμε.
Ὅταν πήγαινε γιὰ μπάνιο στὸ ποτάμι, ἄφηνε τὸ ποδήλατό της κλειδωμένο μὲ τὸ λουκέτο του μπροστὰ στὴν εἴσοδο τῶν λουτρῶν. Καθὼς κυκλοφοροῦσε πάντα μὲ τὴ φούστα της νὰ ἀνεμίζει, καὶ βεβαίως χωρὶς μισοφόρι, καμιὰ φορὰ τὶς ζεστὲς μέρες ἡ σέλα τοῦ ποδηλάτου της ἦταν κάθυγρη. Ὅσο περνοῦσαν οἱ βδομάδες ὅλο καὶ πιὸ ἐμφανεῖς ἀσπριδεροὶ κυκλικοὶ λεκέδες σχηματίζονταν πάνω στὴ σέλα. Στριφογυρίζαμε μαγεμένοι γύρω ἀπὸ κεῖνο τὸ καυτὸ δερμάτινο λουλούδι - ἕνας ἄσσος κούπα ἀποτυπωμένος ἐκεῖ ψηλὰ καὶ ποῦ ζηλεύαμε τὰ ταξίδια του. Συχνὰ κάποιος ἀπὸ μᾶς, φτάνοντας τὰ ὅριά του, ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὴν παρέα καὶ χωρὶς καυχησιολογίες καὶ ψευτοντροπές, πήγαινε κι άκουμποῦσε φευγαλέα τὸ πρόσωπό του πάνω σ' ἐκείνη τὴ σέλα, θεματοφύλακα ἑνὸς ἄγνωστου μυστηρίου.'
Μορίς Πονς, Παρθενικές, μτφρ. Βάνα Χατζάκη, εκδ. Άγρα
