
'Η εξωτική μελωδία δυνάμωνε και χαμήλωνε μέχρι που ’σβηνε σχεδόν, θυμίζοντας αμυδρά κάποιο κομμάτι του Ραβέλ. Ήταν σαν να ’βγαινε από τη φλογέρα κάποιου γητευτή φιδιών, και η ασημένια θεά ακολουθούσε το ρυθμό της. Το ασημορόδινο κορμί της μια φαινόταν να ψηλώνει απίστευτα και την άλλη να βουλιάζει και να λιώνει στο πάτωμα, σαν να μην ήταν φτιαγμένο από σάρκα και οστά, μα απ’ αναλυτό ασήμι. Ύστερα ορθωνόταν πάλι κυματιστά, φιλήδονα, με τα μπράτσα και τα δάχτυλα ν’αναδεύονται φιδίσια. Σαν μια ζωντανή φλόγα που προσκαλούσε –και προκαλούσε– όλους γύρω της να τη ζυγώσουν... ν’ αφεθούν στα χάδια της...'
Γιώργος Μπαλάνος, Νύχτες της Εκάτης, εκδ. Locus 7
