
Ἄσε μὲ νὰ σ’ ἀγαπῶ
ἀγαπῶ τὴ γεύση ἀπ’ τὸ παχύ σου αἷμα
τὸ κρατῶ καιρὸ μέσα στὸ δίχως δόντια στόμα μου
ἡ πυράδα τού μου καίει τὸ λαρύγγι
ἀγαπῶ τὸν ἱδρώτα σου
μ’ ἀρέσει νὰ χαϊδεύω τὶς μασχάλες σου
περίρρυτες ἀπὸ χαρὰ
ἄσε μὲ νὰ σ’ ἀγαπῶ
ἄσε μὲ νὰ γλείφω τὰ κλειστά σου μάτια
ἄσε μὲ νὰ τὰ τρυπήσω μὲ τὴ σουβλερή μου γλώσσα
καὶ τὴ γούβα τους νὰ γεμίσω μὲ τὸ θριαμβευτικό μου
σάλιο
ἄσε μὲ νὰ σὲ τυφλώσω.
* * *
Σ’ ἀρέσει νὰ πέφτεις στὸ ξεστρωμένο μας κρεβάτι,
οἱ παλιοὶ ἱδρῶτες μας δὲν σ’ ἀηδιάζουν,
τὰ λερωμένα, ἀπὸ ξεχασμένα ὄνειρα σεντόνια μας
οἱ κραυγές μας ποὺ στὸ σκοτεινὸ δωμάτιο ἀντηχοῦνε
ὅλα ἐτοῦτα ξεσηκώνουνε τὸ ἀχόρταγο κορμί σου,
τὸ ἄσχημό σου πρόσωπο ἐπιτέλους λάμπει
ποῦ οἱ χθεσινοί μας πόθοι εἶναι ὄνειρα αὐριανά σου
* * *
Γυμνὴ θέλω νὰ δειχτῶ στὰ ὠδικά σου μάτια
θέλω νὰ μὲ δεῖς νὰ οὐρλιάζω ἀπὸ ἡδονὴ
ποῦ τὰ λυγισμένα κάτω ἀπὸ μεγάλο βάρος μέλη μου
σὲ ἀνόσιες σὲ σπρώχνουν πράξεις
ποῦ τὰ ἴσια μαλλιὰ τῆς ἀφηρημένης κεφαλῆς μου
μπλέκονται στὰ νύχια σου
ἀπ’ τὴν παραφορὰ καμπυλωμένα
ποῦ τυφλὸς κρατιέσαι ὀρθὸς κι ἀφοσιωμένος
ξανοίγοντας ἀπὸ τοῦ μαδημένου μου κορμιοῦ τὸ ὕψος
* * *
Ἀφοῦ σὲ προκαλοῦν τὰ στήθια μου
θέλω τὴ λύσσα σου
θέλω νὰ δῶ τὰ μάτια σου νὰ βαραίνουν
τὰ μάγουλά σου νὰ ρουφιόνται νὰ χλωμιάζουν
θέλω τ’ ἀνατριχιάσματά σου
θέλω ἀνάμεσα στὰ σκέλιά μου νὰ γενεῖς κομμάτια
πάνω στὸ καρπερό του κορμιοῦ σου χῶμα
οἱ πόθοι μου χωρὶς ντροπὴ νὰ εἰσακουστοῦνε
* * *
Κορμὶ μικρὸ κακοκαμωμένο
μὲς στὸ ὑπόγειο τοῦ δίχως ἡμέρες
μικρὸ κεφάλι καλογυαλισμένο
δίχως μάτια οὔτε χαμόγελο
εἶναι ἡ παιδικὴ ἡλικία
μικρὰ κόκαλα δίχως θέληση
τσακισμένα μὲ σπουδὴ ἀνάμεσα σὲ ἄγουρα δάχτυλα
ἰνδικὸ χοιρίδιο πλαδαρὸ γλυκὸ καὶ καταδικασμένο
παιδὶ διόλου τέκνο μίας μάνας δίχως ἐραστὴ
καταδικασμένο στὴ μοναξιὰ
καταδικασμένο στὴν ἐπιστήμη
* * *
Ἕνα χέρι φύτεψα παιδιοῦ
ὠχρὸ ἀπ’ τὸ σαράκι ποὺ τὸ τρώει
στὸν κῆπο μου μὲ τ’ ἀνθισμένα δέντρα·
τὸ παράχωσα καλὰ στὴ δυσώδη ἄρουρα
τὸ πότισα τὸ κλάδεψα τ’ ὀνομάτισα
ξέροντας πὼς στὸν τόπο ἐτοῦτο
θ’ ἀναβλαστήσει μιὰ παρθένα
μιὰ κόρη ἀστράφτοντας ἀπὸ ζωὴ ἀπὸ φῶς
μιὰ νέα πίστη μέσα σ’ ἐρειπωμένους τόπους
* * *
Τὸ πρόσωπό μου φωτίζεται μέσα σ’ ἕνα ξέθωρο καθρέφτη
Τὰ δάκρυά μου ἀνοίγουνε καὶ σκορπᾶνε τ’ ἄρωμά τους
Ἡ σιωπή, ποὺ δέεται μὲς στὴν τρυφερή μου κάμαρη
πεθαίνει καὶ τὸ αἰδοῖο σου χίλια κομμάτια
Εἶναι χαρωπὸς ὁ φόβος κρυμμένος μὲς στὸ χέρι μου.
Εἶναι ἀλαργινὴ ἡ ἀφρώδης εἰρήνη τοῦ πρωιοῦ
Τὸ γέλιο σου ἀνθίζει στοῦ κρεβατιοῦ μου μέσα τὸ σκοτάδι
κι ἀνεβαίνει τὸ νερὸ μὲς στῆς νυχτὸς
τὸ ἔναστρο πηγάδι
Τζόις Μανσούρ, Κραυγές. Σπαράγματα. Όρνια., μτφρ. Έκτωρ Κακναβάτος, εκδ. Άγρα
