
'Είναι φορές, [...], που μου φαίνεται πως οι αναμνήσεις είναι εντελώς ανώφελες. Βαραίνουν το κεφάλι φέρνοντας ίλιγγο, σαν να μην ατενίζαμε το παρελθόν μέσα από την αλληλουχία του χρόνου, αλλά σαν να στέκαμε σ’ έναν πύργο που χάνεται μες στα σύννεφα, κοιτώντας από μεγάλο ύψος κάτω στη γη.'
'Πίσω από το κακακόρυφο καφάσι του αργαλειού κάθονται τρεις νεαρές, πάνω-κάτω εικοσάχρονες κοπέλες. Το χαλί που υφαίνουν έχει ένα ακανόνιστο γεωμετρικό σχέδιο, που ακόμα και τα χρώματά του μου θυμίζουν την ταπετσαρία του καναπέ που έχουμε στο καθιστικό μας, στο σπίτι. Δεν γνωρίζω ποιες είναι οι τρεις νεαρές γυναίκες. Το φως πέφτει πάνω τους από το παράθυρο στο φόντο, κι έτσι δεν μπορώ να διακρίνω καλά τα μάτια τους, τα νιώθω όμως καρφωμένα επάνω μου [...]. Η κοπέλα στη μέση έχει ξανθά μαλλιά και κατά κάποιον τρόπο μοιάζει με νύφη. Η υφάντρια στα αριστερά της γέρνει ελαφρώς το κεφάλι προς το πλάι, ενώ η κοπέλα στη δεξιά άκρη με κοιτάζει τόσο επίμονα και ανελέητα, ώστε αποστρέφω το πρόσωπό μου. Αναρωτιέμαι πως να ήταν άραγε τα ονόματά τους - Ρόζα, Λουίζα και Λέα ή μήπως Κλωθώ, Λαχέσις και Άτροπος, οι κόρες της Νύχτας, με το αδράχτι, τη ρόκα και το ψαλίδι.'
Β. Γκ. Ζέμπαλντ, Οι Ξεριζωμένοι, μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Άγρα
