
Στοχασμός σε έναν καταπράσινο στίβο
Εκεί που το μάρμαρο στεκόταν κι έπεσε
μέσα σ’ ένα αιώνιο τοπίο
στέκομαι εγώ εφήμερος
αγκυροβολημένος σε μια ατέλειωτη εποχή μιας ζωής γρήγορης
δε νιώθω κούραση μήτε την απουσία αλλοτινών πραγμάτων
τη σχέση που είχα με τη χώρα μου
τα ανέφικτα όνειρα την ακόμη πιο ανέφικτη ευόδωσή τους
τις κόντρες με τον θάνατο
και την έλλειψη του έρωτα
Και ω και τώρα γνωρίζω
που έχω περάσει τόσα πολλά μαζί της
πως υποφέρουν οι γυναίκες
Και πως το μίσος που ρίχνουν οι άντρες ενάντια σε άντρες
φέρνει πόνο λιγότερο και κάποτε τελειώνει
μα η απώλεια μια γυναίκας δεν έχει τελειωμό
Κι όμως πόσο θα ήθελα να ’ταν εδώ ξανά
με κάθε της σεμνότητα
Αχ καλή παρηγορήτρα Ελλάδα
δεν ήταν εκείνη η αγάπη που νιώθω
Έχοντας τον κόσμο της διασχίσει
έγινα ο αναγάπητος μη-έρωτας
που μας χωρίζει μ’ αυτόν τον τρόπο
Στη φτωχή Αμερική στη φτωχή Ρωσία
Δόξα τω θεώ τούς έτυχε το φεγγάρι
Και στη Γαλλία η Αλγερία τι λυπηρός γήινος θρήνος
Η καμένη ειρήνη σαν τη φύση
Μοιάζει να είναι της ιστορίας η ζέση
Σκουπίζω τη νεκρή αράχνη
από τα χείλη του αγάλματος
Εκεί υπάρχει κάτι λησμονημένο
κι ό,τι θυμόμαστε διαφεύγει
Η πεταλούδα και η μύγα κι άλλα έντομα
προσμένουν να πεθάνουν
Έτσι είναι πάλι Άνοιξη και τι μ’ αυτό
Τα φύλλα είναι πάλι φύλλα κανένα δέντρο δεν λησμόνησε.
*
Βερμέερ
Δες τον που στέκεται πλάι σε μια μικρή πύλη
Γύρω του αραχτοί σκύλοι μαζεμένοι
Σε φωτεινά παράθυρα πάνω από το κεφάλι του
Κορίτσια χύνουν γάλα με πορσελάνινες κανάτες
Ενώ μοναχικοί άντρες κόβουν ψωμί μεκοφτερά μαχαίρια
Και γερόντισες κυράδες απόμερα αγγίζουν τα μετάξια τους.
*
Άνθρωπος καθισμένος έξω απ’ το παράθυρό μου
Ο Χρόνος δεν σημαίνει τίποτα
μέσα στη χειμωνιάτικη ηρεμία του κήπου
τις εποχές να περνούν μονάχος -
Δεν σημαίνει τίποτα, όταν συλλαμβάνεις
το δάχτυλο σου να χαράζει τις σκέψεις σου
πάνω σ’ έναν βράχο.
Γκρέγκορι Κόρσο, Ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός
