
'Καλύπτω με τη δεξιά παλάμη μου το δεξιό μέρος του προσώπου μου για ν’ αποφύγω τη θέα του θηριώδους Ναού του Πόνου, απ’ τα παράθυρα του οποίου παρακολουθούσα μέχρι πρόσφατα την πομπή των μικρών σαν παιχνιδάκια τροχοφόρων. Να με τώρα καθισμένος σ’ ένα απ’ αυτά. Τη στιγμή που το ταξί περνά μπροστά από το δεκαεπταώροφο κτίριο, μια ανεξέλεγκτη δύναμη μου κατεβάζει το χέρι, κι αφήνομαι ανυπεράσπιστος στη θέα του, με φωτισμένα σχεδόν όλα τα παράθυρα, κυψέλες απ’ όπου, δίχως ν’ ακούγονται, μαντεύω να υψώνονται στεναγμοί και θρήνοι. Η μοίρα μου είναι πάντα αυτή, [...]. Βρίσκομαι πιασμένος στη σαγήνη του πόνου που προκαλούν παρόμοια συγκροτήματα. Το μεγάλο λογότυπο με το κεφάλι της Υγείας, συζύγου ή κατ’ άλλους κόρης του Ασκληπιού, κυριαρχεί εκεί ψηλά, φωτισμένο σαν το Άγαλμα της Ελευθερίας στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης, επιφορτισμένο άλλοτε να προστατεύει ανθρώπους κι άλλοτε πάλι αναπόφευκτα, με μια σπρωξιά, να τους κατακρημνίζει στην Κοιλάδα των Δακρύων.'
Μένης Κουμανταρέας, Ο Θησαυρός του Χρόνου, εκδ. Πατάκη
'Δὲν εἶχε προφτάσει ν’ άποτελειώσει τὰ λόγια της καὶ ὁ Ρικέτος μὲ τὴν τούφα παρουσιάστηκε στὰ μάτια της σὰν ὁ πιὸ ὄμορφος, ὁ πιὸ καλοφτιαγμένος καὶ ὁ πιὸ ἀξιαγάπητος κύριος τοῦ κόσμου ποὺ εἶχε δεῖ ποτέ της. Μερικοὶ βεβαιώνουν πὼς αὐτὴ τὴ μεταμόρφωση δὲν τὴν ἔκαμαν τὰ μάγια τῆς νεράιδας ἀλλὰ ὁ ἔρωτας καὶ μόνο. Λένε πὼς ἡ βασιλοπούλα μπροστὰ στὴ σταθερότητα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὴν ἀγαποῦσε, τὴ διακριτικότητά του κι ὄλα τὰ ψυχικὰ καὶ πνευματικά του χαρίσματα, ἔπαψε νὰ βλέπει τὸ στρεβλό του το κορμί καί τὴν ἀσκήμια τοῦ προσώπου του. Πὼς τὴν καμπούρα του δὲν τὴν ἔβλεπε πιὰ παρὰ σὰ χαρακτηριστικὸ τῆς προσήνειας ἑνὸς σπουδαίου ἀνθρώπου, κι ὅτι ἐνῶ ὤς τότε τὸν ἔβλεπε νὰ κουτσαίνει φοβερά, δὲν ἔβρισκε πιὰ παρὰ πὼς εἶχε ἕνα ὕφος κουρασμένο ποὺ τὴν ἐγοήτευε. Λένε ἀκόμα πὼς τὰ μάτια του ποὺ ἦταν ἀλλήθωρα, τώρα ἔβρισκε πὼς ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἦταν πιὸ λαμπερά, ὅτι ἡ ἀσυμμετρία τους ἦταν γι’ αὐτὴν δεῖγμα φλογεροῦ μεγάλου ἕρωτα, καὶ τέλος ὅτι ἡ κόκκινη χοντρή του μύτη εἶχε πάρει γι’ αὐτὴν κάτι τὸ άρειμανιο καὶ τὸ ἡρωικό.'
από το Ὀ Ρικέτος με την Τούφα', Τα Παραμύθια του Charles Perrault, μτφρ. Δέσποινα Καμπάνη-Δετζώρτζη, εκδ. Άγρα

'Ας επανέλθουμε όμως στο εγώ και ας δούμε τι θα κάνει όντας αντιμέτωπο με μια μαζική είσοδο ενέργειας την οποία δε μπορεί να αφομοιώσει. Το εγώ, με τη λιγοστή δύναμη που του απομένει, θα προσπαθήσει να αντισταθεί σε αυτή την είσοδο ενέργειας, επενδύοντας τα απολήγματα του ρήγματος, της πληγής, για να μειώσει την είσοδο ενέργειας, να μειώσει το τραύμα, αν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο. Θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα είδος προστατευτικού, αμυντικού φράγματος. Σαν το σκυλί που γλείφει την πληγή του για να την επιδέσει μόνο του. Όμως το εγώ δεν θα επενδύσει τους κατεστραμμένους ιστούς της πληγής, αλλά την ψυχική αναπαράσταση αυτής. Και μάλιστα θα την επενδύσει υπέρ του δέοντος (ναρκισσιστική υπερεπένδυση), όπως και την εικόνα του χαμένου αντικειμένου στην περίπτωση της απώλειας του αγαπημένου αντικειμένου) [...]. Εφόσον όμως το εγώ επενδύει την αναπαράσταση και όχι την πληγή, και μάλιστα την υπερεπενδύει, ο πόνος όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά αντίθετα εντείνεται. Επομένως, ο πόνος προκαλείται από την πολύ έντονη συναισθηματική αξία που αποδίδεται σε αυτό που είχαμε και το οποίο χάσαμε, είτε πρόκειται για μέρος του σώματός μας, είτε για το πρόσωπο που αγαπάμε. Το εγώ, αντί να επιδένει την πληγή, επιδένει το σύμβολο της πληγής, από το οποίο «κρέμεται» συναισθηματικά με όλο του το είναι. Αυτή όμως η άμυνα επιφέρει το αντίθετο από το ποθητό αποτέλεσμα: τον εντονότερο πόνο. Αυτό συμβαίνει γιατί όλη η ψυχική αναπαράσταση, η οποία, επιβαρημένη υπέρ του δέοντος, απομονώνεται από τις άλλες αναπαραστάσεις που δομούν το εγώ. Η υπερτροφική λοιπόν σε ενέργεια αναπαράσταση μετατρέπεται σε «ξένο σώμα» που σχίζει τις ίνες του εγώ. Ετσι προκαλείται πόνος.'
Βασιλική Κανελλοπούλου, Ψυχαναλυτική Θεώρηση του Πόνου, εκδ. Επέκεινα

'ζηλῶ γε τῆς εὐτυχίας
τὸν πρέσβυν, οἷ μετέστη
ξηρῶν τρόπων καὶ βιοτῆς.
ἕτερα δὲ νῦν ἀντιμαθὼν
ἦ μέγα τι μεταπεσεῖται
ἐπὶ τὸ τρυφῶν καὶ μαλακόν.
τάχα δ᾽ ἂν ἴσως οὐκ ἐθέλοι·
τὸ γὰρ ἀποστῆναι χαλεπὸν
φύσεος, ἣν ἔχοι τις ἀεί.
καίτοι πολλοὶ ταῦτ᾽ ἔπαθον·
ξυνόντες γνώμαις ἑτέρων
μετεβάλοντο τοὺς τρόπους.'
*
'Το γέροντα καλοτυχίζω
που πέτυχε ν᾽ αλλάξει
ζωή και τρόπους άγριους.
Κι ως έμαθε άλλα χούγια,
θα πέσει με τα μούτρα τώρα
στα γλέντια και στις απολαύσεις.
Όμως μπορεί να μην του αρέσει·
πάντοτες είναι δύσκολο
ν᾽ αφήνεις τις παλιές συνήθειες.
Πολλοί το ᾽χουνε πάθει·
ξένες ακολουθώντας γνώμες,
ν᾽ αλλάζουνε το φέρσιμό τους.'
Αριστοφάνης, Σφήκες, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος


![Hans Bellmer, Talon Aiguille [“Stiletto”] (1958)](https://images.ctfassets.net/0hydftwhghek/fb-wNzAwNzM5OTcxNi5qcGc/9466e73908b79e2111346b7a028b70d5/10207607007399716.jpg)


