'Two waves' [album: Splitting Image (1994)] - Les Diaboliques

ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ
Ι
Ἄλλοι χρειάζονται σὲ μακροὺς δρόμους
πρὸς τοὺς σκοτεινοὺς ποιητές, νὰ πᾶνε·
ἕναν ὁποιοδήποτε πάντα ρωτᾶνε
μὴ κ᾽ εἶδε νὰ τραγουδᾶ κάποιον
ἤ σὲ χορδὲς τὰ δάχτυλα νὰ βάζει.
Μονάχα τὰ κορίτσια δὲ ρωτᾶνε
ποιά γιοφύρια σ᾽ εἰκόνες ὁδηγοῦν·
μόνο ποὺ πιὸ φωτεινὰ χαμογελοῦν
κι᾽ ἀπὸ ἕνα περιδέραιο μαργαριτάρια
ποὺ σ᾽ ἀργυρὸ δένονται κογχύλι.
Κάθε πόρτα ἀπὸ τὴ ζωή τους ξεκινάει
που σ᾽ ἕναν Ποιητή πάει
καὶ στὸν κόσμο.
ΙΙ
Εἶναι Ποιητὲς ὅσοι ἀπὸ σᾶς μαθαίνουν,
κορίτσια, ὅ,τι φιλέρημο εἶναι, νὰ τὸ ποῦν·
κ᾽ ἐκτάσεις σὲ σᾶς μαθαίνουνε νὰ ζοῦν,
ὅπως οἱ ἑσπέρες συνηθίζουν
τὴν αἰωνιότητα σὲ μεγάλα ἀστέρια.
Στὸν Ποιητὴ νὰ δωρηθεῖ ποτὲ δὲν πρέπει
καμιά σας, ἄν χτυπᾶ καὶ γιὰ γυναῖκες
τὸ μάτι του· γιατὶ ὡς κορίτσια δύνεται μονάχα
νὰ σᾶς λογιάσει : στὶς κλειδώσεις τῶν χεριῶν σας
ἡ ἀφὴ θὰ ράγιζε ἀπὸ χρυσοκέτηντο μετάξι.
Ἀφῆστε τον στὸν κῆπο του νά ᾽ναι μονάχος,
ἐκεῖ ποὺ σὰν Αἰώνιες σᾶς ὑποδεχόταν,
στοὺς δρόμους ποὺ ἐπερπάτει κάθε μέρα,
πλάι στὰ παγκάκια ποὺ καρτεροῦν σύσκια
καὶ στὸ δωμάτιο τὸ λαγοῦτο ὁποὺ κρεμόταν.
Φύγετε! . . . Σκοτεινιάζει. Τὴ φωνή σας,
τὸ πρόσωπό σας, οἱ αἰσθήσεις του πιὰ δὲν ζητοῦνε.
Καὶ μακροὺς ἀγαπᾶ τοὺς δρόμους κι᾽ ἄδειους
κι᾽ ἄσπρο βιβλίο κανένα μὲς στὰ μαῦρα, —
καὶ τὴν βουβή, ἀγαπᾶ περίσσια, κάμαρά του
. . . Ἀγροικᾶ τὶς φωνές σας ποὺ ἀλαγεύουν
(ἀνάμεσα σ᾽ ἀνθρώπους, κουρασμένους
ποὺ τοὺς κρίνει) : κ᾽ ἡ τρυφερή του σκέψη πονεῖ, τότε,
στὴν αἴσθηση πὼς πολλὰ μἀτια σᾶς κοιτάζουν.
*
ΤΥΜΒΟΣ ΝΕΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ
Ἀκόμα τὸ σκεφτόμαστε. Σάμπως, ὅλα τοῦτα,
ὤφειλαν ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ ξαναϋπάρξουν.
Σὰν ἕνα δέντρο στὴ λεμονορράχη
σήκωνες τὰ μικρά σου ἀλαφριὰ στήθη,
μἐσα στὸ βόμβο τοῦ αἵματος του : — ἐκείνου
τοῦ Θεοῦ.
Τοῦ λιγνοκαμωμένου
δραπέτη, ποὺ πλανεύει τὶς γυναῖκες.
Γλυκός, θερμὸς καί, σὰν τὴ σκέψη σου, ὅλο πάθος,
σκέπαζε μὲ τὸν ἴσκιο του τ᾽ ἄγουρο πλευρό σου
καί, σὰν τὰ φρύδια σου, ἀπάνω σου γερμένος.
*
ΤΑΦΟΙ ΕΤΑΙΡΩΝ
Κείτονται πάνω στὰ μακρυὰ μαλλιά τους,
μὲ μελαψά, βαθιὰ ρουφηγμένα, πρόσωπα. Σάμπως
μπροστὰ σὲ ἀπέραντην ἀπόσταση, ἔτσι εἶναι κλεισμένα
τὰ μάτια τους. Σκελετοί, στόματα, λουλούδια. Μὲς στὸ στόμα
τὰ στιλπνὰ δόντια, σὰν πιόνια φιλντισένιου
ταξιδιωτικοῦ ζατρικίου, στὴ σειρὰ στημένα.
Κι᾽ ἄνθη, μαργαριτάρια κίτρινα, κόκκαλα ἰσχνά,
χέρια καὶ πουκαμίσες, ὑφάσματα λυωμένα
πάνω ἀπὸ τὴν καρδιά, ποὺ ἔχει γκρεμιστεῖ μέσα
στὸ κουφάρι. Μὰ κάτω ἀπὸ τὰ δαχτυλίδια κεῖνα καὶ τὰ φυλαχτὰ
καὶ τοὺς ὀφθαλμοκύανους λίθους (ἀναθήματα ὅλα τοῦτα
ἐραστῶν), στέκει ἡ ἤρεμη κρύπτη τοῦ φύλλου ἀκόμη
ὡς πάνω στὴν καμπύλη της πετάλα ἀνθέων γιομάτη.
Καὶ κίτρινα μαργαριτάρια πάλι, ποὺ ἔχουνε κυλήσει,
κοῦπες ψημένες γῆς, ποὺ ἔχει, ἱστορισμένη,
ἡ ράχη τους, καθεμιᾶς τὴν εἰκόνα, πράσινα συντρίμμια
ἀπὸ βαζάκια μυρωδικῶν, ποὺ ἀκόμη
μοσκοβολοῦν σὰν ἄνθη, καὶ μικρῶν Θεῶν εἴδωλα : βωμοὶ
σπιτικοὶ : τῶν ἐταιρῶν ὁ οὐρανὸς μὲ τοὺς γοητευτικούς του
Θεούς. Σκαραβαῖοι ἐπίπεδοι, λυμένες ζῶνες,
μικρὲς φιγοῦρες γιγαντιαιών ἀνδρικῶν φύλων,
ἕνα στόμα ὅλο γέλιο, χορευτές, δρομεῖς,
ψηφία χρυσά, τόξα, τόσο πολύ μικρά, σὰ νὰ ᾽ταν
τὰ ζῶα καὶ τὰ πουλιὰ τῶν φυλαχτῶν νὰ κυνηγήσουν,
μακρουλὲς πόρπες, κομψά σπιτικὰ σκεύη
κ᾽ ἕνα στρογγυλὸ κυπέλλο ἀπὸ τερρακόττα,
καὶ πάνω του, σὰ μαύρη ἐπιγραφὴ κάποιας εὶσόδου,
τὰ τεντωμένα σκέλη ἑνὸς τεθρίππου.
Κι᾽ ἄνθη, ξανὰ μαργαριτάρια ποὺ ἔχουνε κυλήσει,
οἱ φωτεινές πλευρὲς μιᾶς μικρῆς λύρας
κι᾽ ἀνάμεσα ἀπὸ πέπλα, ποὺ ὡς ὁμίχλη πέφτουν,
σάμπως ξεπουλιασμένη χρυσαλίδα, μέσα ἀπ᾽ τὰ σαντάλια :
τῆς ἄκριας τοῦ ποδιοῦ ἡ πεταλούδα ἡ ἁνάλαφρη.
Ἔτσι κείτονται, ἀπὸ ἀντικείμενα πλημμυρισμένες,
πολύτιμα ἀντικείμενα, λίθους, παιγνίδια, σκεύη σπιτικά,
μικρά, ἀσήμανρα πράματα σπασμένα (ὅ,τι ἔδυσε μαζί τους)
κι᾽ ὡς ποταμίσια κοίτη σκοτεινιάζουν.
Κοῖτες ποταμῶν ἤτανε
ποὺ πάνω τους σὲ βραχύχρονα κύματα γοργὰ
(ἤθελαν στὴν ἑπόμενη ζωὴ νὰ προχωρήσουν)
ρίχνονταν τὰ κορμιὰ πολλῶν ἐφήβων
κ᾽ οἱ χείμαρροι πολλῶν ἀνδρῶν μουγκρίσαν.
Καὶ, κάποτε, ἔσπαζαν παιδιὰ ἀπὸ τὰ βουνὰ
τῆς παιδικῆς ἡλικίας, μὲ τὰ πράματα ἐπαίζαν,
ὥσπου κυρίευεν ἡ κατηφοριὰ τὴν αἴσθησή τους :
Μὲ διάφανο, ἤσυχο νερὸ γιομίζαν ὕστερα
ὅλο τὸ φάρδος τοῦ φαρδιοῦ αὐτοῦ δρόμου
καὶ στὶς βαθιὲς μεριὲς στρόβιλους προκαλοῦσαν·
κ᾽ οἱ ὄχθες, γιὰ πρώτη φοράν, ἀντανακλοῦσαν
ἀλαργινὰ λαλήματα πουλιῶν, ἐνῶ, ψηλά,
στὸν οὐρανό, οἱ ἔναστρες νύχτες κάποιας γλυκιᾶς χώρας
μεγαλώναν καὶ πουθενὰ δὲν κλειοῦσαν.
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ποιίηματα, μτφρ. Άρης Δικταίου, εκδ. Ηριδανός

'Ο υπέρμετρος και παρατεταμένος φόβος αλλοιώνει το υποθαλάμιο-υποφυσιακό-επινεφρίδιο σύστημα, που είναι υπεύθυνο για τη ρύθμιση της ζωτικής μας ισσοροπίας. Αυτός ο βασικός άξονας συνδέει τον υποθάλαμο -υπεύθυνο για τη ρύθμιση των συναισθημάτων και κάποιων βασικών λειτουργιών όπως η θερμοκρασία, η πείνα και ο πόνος- με την υπόφυση. Από το θεμελιώδη αυτό αδένα, που βρίσκεται στη βάση του κρανίου, εξαρτάται η παραγωγή, μεταξύ άλλων, των φλοιοεπινεφριδιοτρόπων ορμονών που διεγείρουν τους επινεφρίδιους αδένες, οι οποίοι εκκρίνουν τις ουσίες που ελέγχουν την ικανότητα αντίδρασής μας στο άγχος και τους κινδύνους. Η επίμονη ανησυχία ή το άγχος βλάπτουν το ανοσοποιητικό σύστημα κι αλλοιώνουν τη δραστηριότητα ορισμένων μεταβιβαστών στον εγκέφαλο -συγκεκριμένα, της σεροτονίνης και της ντοπαμίνης- που είναι υπεύθυνοι για τη διαμόρφωση της ψυχικής μας κατάστασης και η έλλιψή τους μας προδιαθέτει για αποθάρυνση κι απελπισία. Με τον καιρό, αυτό το εκρηκτικό αλλά αθόρυβο μείγμα φόβου κι ανικανότητας εξαλείφει την ελπίδα μας και καταστρέφει σταδιακά τη ζωή μας.'
Λουίς Ρόχας Μάρκος, Η Δύναμη της Αισιοδοξίας, μτφρ. Μαρία Σπανού, εκδ. Ωκεανίδα

'Ἡ σοφία ἕγκειται στὸ νὰ προσαρμόζεται κανεὶς στὸ μοναδικὸ ἐφικτὸ χωρίς νὰ τὸ χαρακτηρίζει ὡς τὸ μοναδικὸ ἀναγκαῖο.'
'Ἡ ὡρίμανση δὲν συνίσταται στὴν παραίτηση ἀπὸ τοὺς πόθους μας ἀλλὰ στὴν παραδοχὴ ὅτι ὁ κόσμος δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τοὺς ἱκανοποιήσει.'
'Τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς τὸ γνωρίζουν μόνον ὁ δουλέμπορος καὶ ὁ μαστροπός.'
'Εὐγένεια εἲναι ἡ στάση ἐκείνου ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ εἶναι ὑπερόπτης.'
'Ἡ ἀλήθεια πείθει μὲ ἕνα γρήγορο βλέμμα· ἡ πλάνη χρειάζεται λόγους.'
'Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἕνα ὄνειρο σκλάβων. Ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος γνωρίζει ὅτι χρειάζεται καταφύγιο, προστασία καὶ βοήθεια.'
'Ἡ Ἱστορία συγκεντρώνει στὰ ὑπόγεια κρατητήρια ὅλους ἐκείνους ποὺ δὲν ξέρουν νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν ἐλευθερία τους γιὰ τὴν ἀναζήτηση εὐγενικῶν ὑποταγῶν.'
'Χρήσιμο εἶναι μόνο τὸ ἀναγκαῖο, ἐρεθιστικὸ μόνο τὸ ἀβέβαιο.'
'Ἡ πίστη εἶναι ἐν μέρει διαίσθηση, ἐν μέρει στοίχημα.'
'Αὐτὸ ποὺ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἡ ἁμαρτία ἀλλὰ ἡ ἀπόπειρα νὰ τὴ δικαιολογήσουν.'
'Τὰ Εὐαγγέλια καὶ τὸ Κομμουνιστικὸ Μανιφέστο χλωμιάζουν· τὸ μέλλον τοῦ κόσμου ἀνήκει στὴν Coca-Cola καὶ τὴν πορνογραφία.'
Νικολά Γκομέζ Ντάβιλα, Αποφθέγματα, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, εκδ. Περισπωμένη

'Είναι χειμώνας κι ο ήλιος φοράει μασέλες. Στέκομαι απ’ έξω και τρέμει η ψυχή μου. Το ξεπάτωμα της τρυφερότητας. Η Φάτα Μοργκάνα των δεδομένων του εφήμερου, όπως αυτό καμιά φορά αφομοιώνεται απ’ τα νευρώδη βήματα κι από ένα πολύ λοξό βλέμμα. Κατηφορίζω προς τους Κήπους και τα εναπομείναντα. Δεν μιλώ για θλίψη. Μιλώ για ανθρωπιά. Το είδος που κατατάσσεται στους δισυπόστατους καταλόγους της εύνοιας. Φάτσες, βιβλία, αναχωρούν διηνεκώς παίρνοντας μαζί τους και τα βιβλιοπωλεία στα οποία φιλοξενούνταν, και τις μέρες που αψήφησαν. Αγαλλιάζω, κάνω καινούργιο συκώτι.
Το περιβάλλον είναι πια πολύ στενό. Ποια η κλίση της χρονικής ασηψίας, η καλή μοίρα ή η ευτυχία; Η γλώσσα είναι θεματοφύλακας της πιο δραματικής απερισκεψίας. Το άπαντο. Κι όμως ξεροβήχω μια υπόνοια γράφοντας αυτή την αράδα. Μην το ψάχνεις. Diem ex die το παράδοξο γαληνεύει δίχως ισχυρισμό.'
Γιάννης Λειβαδάς, Μπλεζ Σαντράρ: Ένα Βιογραφικό Σκαρίφημα, εκδ. Κουκούτσι
'Η έρημος είναι μονοθεϊστική: σκλαβώνει, κυριαρχεί, αφοπλίζει, αφανίζει. Η πόλη είναι πόλος ελευθερίας. Η γαλήνη, στην πόλη, υπάρχει μονάχα ως αντιδιαστολή στην ταραχή. Η γαλήνη στην πόλη είναι τα προεόρτια της αναρχίας. Όπως «δεν υπάρχει ο έρωτας παρά μονάχα σε μια προεπαναστατική περίοδο» (Guy Debord), έτσι δεν υπάρχει γαλήνη στην πόλη παρά μονάχα σαν πρελούδιο λυτρωτικών αναστατώσεων.'
από το Hidden Track / Οι Κόγχες της Πόλης με κείμενα του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη και φωτογραφίες της Μαρίλη Ζάρκου, εκδ. Γαβριηλίδης

'Ὁ ἔρωτας γεννιέται μαζὶ μὲ τὴν ἀντίληψη τῆς καμπύλης μιᾶς πλάτης, τοῦ μήκους ἑνὸς φρυδιοῦ, μὲ τὸ σκάσιμο ἑνὸς χαμόγελου. «Συμβαίνει!» Ἡ παρουσία ἑνὸς ἄλλου πλάσματος κινητοποιεῖ τὴν προσοχή, τὶς αἰσθήσεις. Τὸ συναίσθημα αὐτὸ αὐξάνει, γίνεται ἐπιθυμία ἐπαναβίωσης τῆς ἐμπειρίας. Γίνεται περιπλάνηση. Ταξίδι. Ἡ φαντασία ἀναλαμβάνει αὐτὴ τὴν πραγματικότητα κι ἀρχίζει νὰ χτίζει φαντασιώσεις, ὄνειρα, σχέδια... Δημιουργεῖ τὴ δική της ἀνάγκη, ἡ ὁποία σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις περικλείει ὁλόκληρη τὴ ζωή. Γίνεται ἡ φωνὴ ἐκείνη μέσα στὴ νύχτα ποὺ σοῦ λέει «σ᾽ αγαπώ», ἀποσταθεροποιώντας συθέμελα τὴν ὔπαρξή σου. Τέλος, ἐκτείνεται μέχρι τὶς σφαῖρες ἐκεῖνες ὅπου ἀρχίζεις νὰ διερωτᾶσαι γιὰ ὁλὀκληρο τὸ Σύμπαν· ἐξημερώνει τὴ σκέψη καὶ τελικὰ γίνεται ἐθισμός. Τότε, στὶς τραγικότερες περιπτώσεις, βυθίζεται στὴν ἄβυσσο, ἐκεῖ ὅπου ἀντηχοῦν κραυγὲς ὀδύνης, ἐκεῖ ὅπου οἱ ἐραστὲς χάνουν κάθε αἴσθηση τοῦ χώρου καὶ τῆς πραγματικότητας. Σὲ τέτοιες στιγμὲς ἕνας ποιητὴς θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι ὁ ἔρωτας ἀλλάζει τὴ ροὴ τοῆ χρόνου.
Αὐτὴ ἡ κατάσταση τοῦ ἐρωτευμένου εἶναι μιὰ ἄβολη κατάσταση: εἶναι ἀσταθής, ἀνοιχτὴ σὲ ὅλους τοὺς ἀνέμους, σχεδὸν παράλογη. Εὔκολα προκαλεῖ μιὰ αἴσθηση τρόμου, γίνεται ἐμμονή. Αὐτὸ συμβαίνει ὅταν αὐξάνουν οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς, καὶ κάποιος σβήνει τὰ φῶτα, ξαπλώνει πλάι σὲ ἕνα ἄλλο σῶμα καὶ βυθίζεται σὲ ἕνα εἶδος ἀπελπισμένης εὐδαιμονίας.'
Ετέλ Αντνάν, Το Τίμημα που δεν Είμαστε Διατεθειμένοι να Καταβάλουμε για τον Έρωτα, μτφρ. Σπύρος Γιανναράς, εκδ. Άγρα

Δ Ε Ν Ε Ι Ν Α Ι Α Υ Τ Ο Σ
Φ Ο Β Ο Σ Ν Ο Ε Ρ Ο Σ
μὲ τὸ νυστέρι του σωστὸ
τὰ πάντα ξέρει μαεστρικὰ νὰ πετσοκόβει.
Πίσω του μένουν πρόσωπα μισά,
βάθρα γονατισμένα, ἀνάπηρα
ἀγάλματα βουβά,
ἡ ἴδια ἡ Ἱστορία κουτσή —
λὲς καὶ τὴν τίναξε πρὶν λίγο νάρκη.
Ἐμπρός του
οἱ λέξεις γίνονται ξανὰ ὀχετός,
ζέχνει ὅπως βόθρος ρυπαρὸς τὸ γενηθήτω,
γίνεται βάκιλλος ὁ πρῶτος σου ἑαυτός,
ἰός, βακτήριο μοχθηρὸ
ποὺ ὅ,τι ἀγγίζει
τὸ λερώνει.
Δὲν εἶναι αὐτὸς φόβος μονός·
τὸν νιώθω πλῆθος μέσα μου,
μέσα μου ἄνθρωποι στοιβάζονται διαρκῶς
—τρέχουν σκοντάφτουν σωριάζονται
ματώνουν σηκώνονται τρέχουν—
πάλι καὶ πάλι
μ᾽ ἄρρωστη ἐμμονὴ
πρόθυμοι ὅλα νὰ τὰ ὑποστοῦν
φτάνει νὰ πείσουν
νὰ πειστοῦν
πὼς εἶναι ἀκόμη.
Τοὺς νιώθω
—τρέχουν σκοντάφτουν σωριάζονται—
τοὺς ἀκούω καλά
—ματώνουν σηκώνονται τρέχουν—
στὰ ἔγκατα νὰ μονολογοῦν,
νὰ ἀναπέμπουν τὶς ἀδέξιες προσευχές τους,
νὰ ἐκμπέμπουν στὸ στερέωμα ἀρές,
ξόρκια, ψαλμούς,
χειρονομίες φορτικὲς πρὸς τὸ κενό,
ζῶα σ᾽ άπόπνοια ποὺ ἀλυχτοῦν
καὶ ποὺ βαδίζουν.
Μαζὶ μ᾽ αὐτούς,
ἕνα μ᾽ αὐτούς
κύριε
μὲς στὸν φόβο —
στὸν φόβο ποὺ κι ἐμεῖς τὸν κατοικοῦμε
Νύχτα καὶ μέρα στὴν κοιλιά του ναυαγοὶ
κυλιόμαστε, ξερνοῦμε,
τρῶμε καὶ σαλιαρίζουμε,
καυλώνουμε, γαμοῦμε,
κι ὕστερα πάλι
πάλι ἀπ᾽ τὴν ἀρχή,
ἴδιοι ἰαχὴ
ποὺ σφύζει στὴ διαπασῶν
καὶ σοῦ τρυπάει τ᾽ αὐτιὰ
γιὰ μιὰ στιγμὴ
δίνη ποὺ ἀνότητα ἐπαίρεται
κι ὕστερα πέφτει στὸ ἄπειρο
και φθίνει.
Κώστας Κουτσουρέλης, Γράμμα στον Οδυσσέα Ελύτη, εκδ. Περισπωμένη
10
Ἡ πίκρα μιᾶς πετυχημένης
Καστανωπὴ καῖ λυγερόκορμη,
πάντα μ᾽ ἕνα Σανέλ, λευκά μαργαριτάρια
καὶ μπλὲ ἤ μαῦρες γόβες Καλογήρου.
Ἀντιπαθοῦσε την ὁδήγηση, σεμνὴ στὴν πίσω θέση,
μὰ κάπνιζε κλεφτὰ κι ἀρειμανίως σὲ κάθε της ἀξίωμα
ἀπὸ τοῦ ἕκτου μέχρι καὶ τοῦ ἐνάτου ὀρόφου.
Δὲν ἔθιξε ποτέ της ἄνθρωπο καὶ μάλιστα
τιμήθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἀκαδημία.
Ἡ ἀμάθειά της, συγκλονιστικὴ,
ἡ μεγαλομανία ποὺ τὴν ὄρθωνε
ἀνομολόγητη κι ἐξίσου μελαγχολική.
Πέτυχε σ᾽ ὅλα, μὰ ὥς τὸ τέλος τὴ μαράζιαζε
ἕνα κρυφό της ὄνειρο, μιὰ πίκρα σὰν νωπὸ προγούλι:
νὰ θέλξει καὶ ν᾽ ἀγαπηθεῖ, νὰ γίνει ἀληθινὴ πουτάνα.
Αντώνης Ζέρβας, Διάλογοι με τον Αρχίλοχο: Ίαμβοι, εκδ. Περισπωμένη

'Ἀρχὴ κάνοντας ἀπὸ τὸν Ἰμμάνουελ Κάντ, τὸ θέμα τῆς ἀνιδιοτέλειας θὰ ἐπηρεάσει ἄμεσα καὶ τὴν αἰσθητικὴ κρίση. Στὶς πρῶτες σελίδες τῆς Κριτικῆς τῆς κριτικῆς ἱκανότητας (1970), ὁ Γερμανὸς φιλόσοφος ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἐκτίμηση τῆς παράστασης ἑνὸς ἀντικειμένου μπορεῖ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ εὐχαρίστηση ἀρκεῖ «νὰ εἴμαστε ἀδιάφοροι ἀπέναντί της»:
Ὅταν ἐπιθυμοῦμε ὡστόσο νὰ γνωρίζουμε ἄν ἕνα πράγμα εἶναι ὡραῖο ἤ ὄχι, δὲν θέλουμε νὰ γνωρίζουμε ἄν ἔχουμε τὴν ὕπαρξή του, ἀλλὰ μόνο πῶς τὸ κρίνουμε. [...] Δὲν μποροῦμε νὰ σχολιάσουμε καλύτερα αὐτὴ τὴ θεμελιακὴ πρόταση παρὰ μόνο ἀντιπαραθέτοντας τὴν καθαρὴ καὶ ἀνιδιοτελὴ ἱκανοποίηση, μέσα σὲ μιὰ καλαισθητικὴ κρίση, μ’ αὐτὴν ποὺ συνδέεται μὲ ἕνα ὁρισμένο ἐνδιαδέρον (Immanuel Kant, Κριτικὴ τῆς κριτικῆς ἱκανότητας, μτφρ. Χάρης Τασάκος, ἐκδ. Printa, Ἀθήνα, 2000, 2, σσ. 75῏76).
Γιὰ τὸν Κάντ, τὸ ἐνδιαφέρον συνδέεται στενὰ μὲ τὴν εὐχαρίστηση καὶ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀντικειμένου. Καὶ ἐπειδὴ «κάθε ἐνδιαφέρον προϋποθέτει τὴν ὕπαρξη μιᾶς ἀνάγκης, καὶ ὡς προσδιοριστικὴ ἀρχὴ τῆς ἐπιδοκιμασίας δὲν ἐπιτρέπει στὴν κρίση μας γιὰ τὸ ἀντικείμενο νὰ εἶναι ἐλεύθερη», μονάχα «αὐτὴ τῆς καλαισθησίας εἶναι ἐλεύθερη καὶ ἀνιδιοτελής· κανένα ἐνδιαφέρον, οὔτε τῶν αἰσθήσεων οὔτε τοῦ Λόγου, δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἐπιδοκιμασία» (ὅ.π., 5, σ. 83). Ἔτσι, βασιζόμενος σὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια τῆς ἀνιδιοτέλειας, ὁ Γερμανὸς φιλόσοφος θὰ διατυπώσει τὸν περίφημο ὁρισμὸ τῆς καλαισθησίας:
Ἡ καλαισθησία εἶναι ἡ ἱκανότητα κρίσης ἑνὸς ἀντικειμένου ἤ μιᾶς παράστασης, μέσῳ τῆς ἱκανοποίησης ἤ τῆς δυσαρέσκειας, χωρὶς κανένα ἐνδιαφέρον. Ἀποκαλοῦμε ὡραῖο τὸ ἀντικείμενο μιᾶς τέτοιας ἱκανοποίησης (ὅ.π., 5, σ. 86)'
Νούτσιο Όρντινε, Η Χρησιμότητα του Άχρηστου: Μανιφέστο, Με Ένα Δοκίμιο του Abraham Flexner, μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδ. Άγρα






