προγραφές

Εξώφυλλο: Μιχαήλ Μήτρας, Διακριτικές Μεταβολές

ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ

Η θάλασσα είναι πάντα μακριά
πάντα μακριά η θάλασσα είναι
μακριά η θάλασσα είναι πάντα
είναι η θάλασσα πάντα μακριά
η θάλασσα είναι πάντα μακριά
είναι πάντα μακριά η θάλασσα
πάντα είναι η θάλασσα μακριά
μακριά είναι πάντα η θάλασσα
η θάλασσα μακριά είναι πάντα
μακριά πάντα είναι η θάλασσα
είναι η θάλασσα πάντα μακριά

* * *

ΑΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ 3

τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο
οι πεζοί που αργοπορούν
καθώς τα φώτα εναλλάσσονται
τα αυτοκίνητα αργοπορούν
οι πεζοί καθώς εναλλάσσονται
τα φώτα στη λεωφόρο
τα αυτοκίνητα εναλλάσσονται
οι πεζοί καθώς αργοπορούν
και τα φώτα εναλλάσσονται
τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο
οι πεζοί καθώς αργοπορούν
τα φώτα στη λεωφόρο καθώς
ΕΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ
αυτοκίνητα πεζοί φώτα

* * *

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ
(προτεινόμενο μενού)

σιρόπι γλυκόζης τροποποιημένο άμυλο
φυτικά έλαια ορός γάλακτος μαλτοδεξ-
τρίνη εστέρες φυτικών στερολών εκχύ-
λισμα μαγιάς αλάτι λίπος κρέατος και
σάλτσα σόγιας σορβικό κάλιο κιτρικό οξύ
καρότο αρακάς συντηρητικό Ε220 γλου-
ταμινικό μονονάτριο σέλινο βιταμίνη
Β12 υδρογονωμένα φυτικά λιπαρά φω-
σφορικό κάλιο ενισχυτικά γεύσης ινο-
σινικό νάτριο σπαράγγι άρωμα με αυγό
χρωστικές ουσίες γλυκερίδια λιπαρών
οξέων σιμιγδάλι σκληρού σίτου λακτόζη
ανθρακικό αμμώνιο ζάχαρη φολικό οξύ

Μιχαήλ Μήτρας, Διακριτικές Μεταβολές, εκδ. Απόπειρα

Εξώφυλλο: Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες, Στην Καρδιά της Κούβας

'Σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο Μπάνες αγόρασα το βιβλίο Ο λαός της Κούβας του Φερνάντο Ορτίς (1881-1969), ενός κοινωνιολόγου-ανθρωπολόγου-νομικού, που έχει αναγνωριστεί ως ο «ο τρίτος άνθρωπος που ανακάλυψε την Κούβα», μετά τον Κολόμβο και τον Αλεξάντερ φον Χούμπολντ. Είναι ένα παράξενο βιβλίο, γραμμένο μεταξύ 1908 και 1912, επηρεασμένο από τις νέες ανθρωπολογικές, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές θεωρίες που είχαν μόλις κάνει την εμφάνισή τους και ήταν πολύ της μόδας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 2ού αιώνα στην Ευρώπη. Ο Ορτίς επηρεάστηκε από τον Τσέζαρε Λομπρόζο, του οποίου ήταν φίλος και μαθητής στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο μέχρι το 1903. Ήταν ένα είδος αναγεννησιακού ανθρώπου, ο οποίος συνδύαζε όλες τις επιστήμες και προσπαθούσε να βρει επιστημονικές και ορθολογικές εξηγήσεις για καθετί γύρω του.
Το ξεφυλλίζω. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο 5 γράφει για την αβουλία και την τάση των Κουβανών προς την τεμπελιά, το μιλιταρισμό, τη μαγκιά και την υπερήφανη στάση περί απειθαρχίας, τη φιλοξενία και τη γενναιοδωρία, τη μονοτονία της ζωής και καταλήγει με μερικές παραγράφους για το μουσικό είδος ντανσόν.
Οι αντιλήψεις του είναι περίεργες, συμπωματικές και αρκετά κοντά στην αλήθεια. Αν και αδιάλλακτες. Για παράδειγμα: «[…] εδώ, το φαινόμενο του αρχηγού της φυλής είθισται να βασίζεται στο κύρος του δυνατού, που συχνά αποκτάται μέσω κατάχρησης της εξουσίας και σχεδόν πάντα με την απειλή όπλων και βίαιων μεθόδων. Οι χωρίς θρησκεία και πλούτο Κουβανοί αποδέχονται την ηγεσία των πολεμιστών, όπως οι αμόρφωτοι λαοί. Κι έτσι παρατηρείται η άνοδος ατόμων που δεν στηρίζονται σε άλλη πολιτική βάση πέρα από το βασικό τους ελάττωμα: την ξεπερασμένη σήμερα παιδική τους επιθετικότητα».
Και συνεχίζει: «Ο νοητικός λήθαργος στερεί από τον Κουβανό τα πνευματικά κίνητρα, η απάθεια και η αβουλία τού αποσπούν την επιθυμία του για κινητικότητα και οι μέρες περνούν γκρίζες, σιωπηλές και απαράλλακτες για το λαό».
Αναφέρεται επίσης στην «υπερβολική σεξουαλικότητά μας»: «Η σεξουαλική μας ζωή ξεκινά υπερβολικά πρόωρα. […]. Το πάθος μάς φέρνει πιο κοντά τον ψυχικό μας πατέρα: την αραβική ψυχή του ανδαλουσιανού, που είναι αισθησιακός, ζηλιάρης, γεμάτος πάθη […] η γυναίκα μονοπωλεί την προσοχή. Στην εκκλησία, στο θέατρο, το σαλόνι, στο δρόμο, η γυναίκα είναι βασίλισσα, γίνεται έμμονη ιδέα. Και το γεγονός ότι η λατρεία μας δεν απευθύνεται στην Ουράνια Αφροδίτη, ούτε προκύπτει από μια πλατωνική σεξουαλικότητα, αποδεικνύεται από τον ζωώδη χαρακτήρα των ερωτικών μας εκφράσεων. Δεν αναζητούμε τη γυναίκα, αλλά το θηλυκό, το καλό θηλυκό […]. Στον ψυχικό μας κόσμο που χαρακτηρίζεται από παιδικό αυθορμητισμό και πυρωμένη σεξουαλικότητα, επικρατεί πάντα το θηλυκό».
Ο Φερνάντο Ορτίς σπούδασε για μεγάλο διάστημα στη Βαρκελώνη, στη Μαδρίτη, στην Ιταλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήταν πολυμαθέστατος, πολύγλωσσος και ασχολήθηκε επισταμένα με την πολιτική, την παιδαγωγική και τις ανθρωπολογικές μελέτες. Στο τεράστιο έργο του συγκαταλέγονται τουλάχιστον δώδεκα βιβλία που εύστοχα φανερώνουν μεγάλες αλήθειες και θεωρούνται πλέον κλασικά και απαραίτητα αναγνώσματα, όπως τα: Η απάτη των φυλών (1945), Οι μαύροι σκλάβοι (1916) και Κουβανική επιχειρηματολογία για τον καφέ και τη ζάχαρη (1940).
Το βιβλίο αυτό, Ο λαός της Κούβας, απ’ ό,τι φαίνεται, κυκλοφόρησε σε μία και μοναδική έκδοση, του 1997, από τον εκδοτικό οίκο Κοινωνικών Επιστημών στην Αβάνα. Αν και γράφτηκε πριν από σχεδόν εκατό χρόνια, υποστηρίζει ιδέες ακανθώδεις, αλλά θαρραλέες και ριψοκίνδυνες. Νομίζω ότι κανείς πια δεν γράφει έτσι, με τόση ελευθερία και τόσο θράσος. Εδώ και δεκαετίες οι άνθρωποι έχουν επιλέξει «να μιλούν χαμηλόφωνα και να μην ανακατεύονται για να μη βρουν το μπελά τους». Ή, ακόμα καλύτερα: «Βούλωσέ το και μην ανακατεύεσαι, θα βρεις το μπελά σου». Έτσι, οι λίγοι που γράφουν, είναι ακόμα πιο σιωπηλοί. Μακριά από ακανθώδεις ιδέες και προβληματισμούς. Τίποτα που να υποκινεί απορίες, συζητήσεις, φασαρίες, προβλήματα.'

Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες, Στην Καρδιά της Κούβας, μτφρ. Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, εκδ. Μεταίχμιο

Εξώφυλλο: Βασίλης Πολάτος, Ο Μερλώ-Ποντύ και η Κοινοτοπία της Δημιουργίας

'Ἡ έπαφή μὲ τὸν ἄλλο ποὺ πραγματώνεταια διὰ μέσου τῆς σωματικότητας καὶ τῶν δυό μας καταφέρνει νὰ θεμελιώσει τὴν κοινότητα ἑνὸς ἀντιληπτοῦ κόσμου στὸν ὁποῖο συμμετέχουμε καὶ οἱ δύο. Ὁ Μερλὼ Ποντὺ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὸ γεγονὀς πὼς ὁ κόσμος καὶ τὸ σῶμα μας συνυφαίνονται καὶ παρατηρεῖ πὼς ὁ κόσμος διέπεται ἀπὸ μιὰ «καθολικότητα τοῦ αἰσθάνεσθαι» πάνω στὴν ὁποία ἀναπτύσσεται ἡ συνταύτιση τοῦ ὑποκειμένου μὲ τοὺς γύρω του καὶ ἡ ἀντίληψη τοῦ ἄλλου. Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὶς συμπεριφορὲς τῶν ἄλλων γιατὶ μετέχουμε ἀπὸ κοινοῦ στὸν κόσμο, «γιατί ὁ κόσμος ποὺ ἀντιλαμβάνομαι σέρνει ἀκόμη μαζί του τὴ σωματικότητά μου, γιατὶ ἡ ἀντίληψή μου εἶναι ἀντίκτυπος τοῦ κόσμου πάνω μου καὶ ἀγκίστρωμα τῶν κινήσεών μου πάνω του, ἔτσι ὥστε ἀνάμεσα στὰ πράγματα ποὺ σκοπεύουν οἱ κινήσεις τοῦ κοιμωμένου καὶ στὶς ἴδιες αὐτὲς κινήσεις, στὸ μέτρο ποὺ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ συμμετέχουν στὸ πεδίο μου, δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο ἐξωτερική σχέση ἑνὸς ἀντικειμένου μὲ ἕνα ἀντικείμενο, ἀλλὰ ὅπως ἀπὸ τὸν κόσμο σ᾽ ἐμένα, ἀντίκτυπος, ὅπως ἀπὸ μένα στὸν κόσμο ἀγκιστρωμα». Ὁ άντίκτυπος καὶ τὸ ἀγκίστρωμα περιγράφουν γλαφυρά τὴ σχέση τοῦ ἐνσώματου ὑποκειμένου μὲ τὸν κόσμο. Ἡ σχέση ὅμως ἀναπτύσσεται σὲ συνάφεια μὲ την ὑποκειμενικότητα τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ καὶ σὲ συνάφεια μὲ τὴ γενικὴ συμμετοχὴ τοῦ ὑποκειμένου στὸ Εἶναι, ὅπως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὁ Μερλώ-Ποντύ.
Μὲ ἕναν τρόπο παρόμοιο μὲ τὸν Χοῦσσερλ, ὁ Γάλλος φαινομενολόγος ὁρίζει τὴν ἀνάδυση τῆς ὑποκειμενικότητας σὲ συνάρτηση μὲ τὴν ἀνάδυση τοῦ ἄλλου. Παρατηρεῖ, δηλαδή, ὅτι ἀναπτύσσεται μιὰ συμπληρωματικότητα τοῦ ἰδιου σώματος (corps propre) μὲ τὸ σῶμα τοῦ ἄλλου, καθὼς «ὁ ἄλλος ἐμβάλλεται πάντα στὴν κλείδωση τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας, βρίσκεται πάντα ἐδῶθε ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ πρὸς τὸ μέρος μου πιότερο παρὰ μέσα σὲ αὐτὰ, γιατὶ (ὁ ἄλλος) εἶναι ἕνα γενικευμένο ἐγώ, γιατὶ ἕχει τὸν τόπο του ὄχι στὸν ἀντικειμενικὸ χῶρο πού, ὅπως σωστὰ τὸ εἶπε ὁ Καρτέσιος, εἶναι δίχως πνεῦμα, ἀλλὰ σ᾽ αὐτὴ τὴν ἀνθρωπολογικὴ “τοποθεσία”, ὕποπτο περιβάλλον, ὅπου ἡ ἀστόχαστη ἀντίληψη κινιέται ἄνετα, ἀλλὰ πάντα στὸ περιθώριο τοῦ στοχασμοῦ (περιβάλλον) ἀδύνατο νὰ δημιουργηθεῖ, ἀνέκαθεν δημιουργημένο: Βρίσκουμε τὸν ἄλλο μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ βρίσκουμε τὸ σῶμα μας». Τὸ ἀνέκαθεν δημιουργημένο περιβάλλον μοιάζει νὰ εἶναι τὸ κοινωνικό, ποὺ δὲν εἶναι «ἀπλὼς ἕνα ἀντικείμενο, ἀλλὰ πρωτίστως ἡ κατάστασή μου», κάτι τὸ ὁποῖο παραπέμπει εὐθέως στὸν χουσσερλιανὸ στοχασμὸ περὶ τοῦ κόσμου τῆς ζωῆς (Lebenswelt). Τὸ ὑποκείμενο βρίσκεται, λοιπόν, πάντοτε μέσα σὲ ἕναν κόσμο ἐγκαθιδρυμένων σημασιῶν, σὲ ἕναν κόσμο ὅπου ὑπάρχουν οἱ ἄλλοι, ὅπου ὑπάρχει μιὰ γλώσσα διὰ τῆς ὁποίας ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄλλοι μποροῦν νὰ «λεχθοῦν». Καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ περιβάλλον εἶναι λογικὰ καὶ χρονικὰ πρότερο τῆς συγκρότησης τοῦ ὑποκειμένου.'

Βασίλης Πολάτος, Ο Μερλώ-Ποντύ και η Κοινοτοπία της Δημιουργίας, εκδ. Περισπωμένη

'Σχόλασε και το απόγευμα γύρισε σπίτι της. Έβαλε το κλειδί και μπήκε. Δεν μπορούσε να βγάλει τον νεαρό από το μυαλό της. Κατευθύνθηκε αμέσως στην κουζίνα κι ετοίμασε κάτι πρόχειρο να φάει - λίγα μακαρόνια με τυρί, μισό γιαούρτι, δυο φέτες πορτοκάλι. Εντάξει, όχι και λίγα για βράδυ. Μα είχε μια πείνα, μια πείνα... Μετά έγειρε στον καναπέ της φουσκωμένη, όμως πεινούσε ακόμη. Σκέφτηκε αμέσως, χωρίς φανερή αιτία, εκείνες τις τεράστιες γάμπες του, τα δυο δυνατά, νευρικά, περήφανα κομμάτια όρθιου, αλύγιστου, στίλβοντος κρέατος, τις δυο γάμπες που υψώνονταν αγέρωχες σαν στιλπνοί ναοί πάνω από τα απλωτά, μακριά, φουσκωτά σκούτερ των αθλητικών του παπουτσιών – εκείνες τις γάμπες, που νόμιζε πως ούτε καν είχε προσέξει. Μα αφού δεν προσέχει αυτή τέτοια! Θυμήθηκε πως ο νεαρός φορούσε μια μακριά βερμούδα που μετά βίας κάλυπτε το γόνατό του. Ψηλός, σκέφτηκε. Σαν τον παλιό θείο Νίκο. Θυμήθηκε τις πλάτες του. Φαρδιές, σκέφτηκε. Βύθισε αμέσως το χέρι της στο παντελόνι της. Ένα δροσερό, μακό, μακρύ, υποκίτρινο παντελόνι με πιέτες. Βρήκε το εσώρουχό της. Βαμβάκι και δαντελωτό νάιλον. Αν φαινόταν καλά, θα βλέπαμε πως υπάρχουν πάνω του, μπροστά, τρία συμμετρικά λουλούδια μηχανής. Ακαθόριστη ποικιλία άγνωστου βιομηχανικού είδους. Που δε μαραίνονται, αλλά σαν ζαρωμένα. Τα τρία δάχτυλα του δεξιού της χεριού παραμέρισαν το εσώρουχο, εντόπισαν και ίσα που άγγιξαν τις λεπίδες της σχισμής της. Όμως είχε ξεχάσει πριν να κλείσει το παντζούρι. Το διαμέρισμά της βρισκόταν σε έναν τρίτο όροφο, κάπου στα ανατολικά της πόλης. (Μέχρι πέρσι ζούσε εδώ μαζί με τη μητέρα της. Αλλά φέτος η μητέρα της αποδόμησε. Εις Κύριον. Αλλιώς το λένε «κατέληξε». Αλλιώς το λένε «έσβησε».) Εκεί ακριβώς, έτσι μισοξαπλωμένη, η Πόλυ αυτή τελείωσε μες σε δέκα δευτερόλεπτα. Για ώρα μετά καθόταν σαν αγία εν εκστάσει, κατατρυπημένη από τη λόγχη του αγγέλου. Συνήλθε, φαίνεται, από τις φωνές της. Σηκώθηκε με ίλλιγο, το παντελόνι της διακριτικά ανοιχτό, χάσμα μικρό αλλά από κοντά σχεδόν χαώδες. Με την άκρη του ματιού της αντιλήφθηκε ότι είχε σκορπίσει τα παπούτσια της στις δυο άκρες του δωματίου - μπορεί την κρίσιμη ώρα. Μάζεψε με το ένα χέρι τα χαμηλά κρεπ παπούτσια της και πηγαίνει γρήγορα κι ανοίγει με το άλλο, το ελεύθερο, και το δεύτερο παράθυρο του μικρού σαλονιού. Το άνοιξε πολύ, να μπει πολύς αέρας. Αν είχε κι άλλα παράθυρα, θα τα άνοιγε τώρα κι αυτά. Αν είχε κι άλλα παράθυρα, θα τα άνοιγε τώρα κι αυτά. Αλλά αέρας δεν υπήρχε πολύς για να μπει - καλοκαίρι. Ευχήθηκε να είχε σαράντα επτά παράθυρα να ανοίξει, όσα τα χρόνια της, και να είχαν ακουστεί από όλα οι φωνές της. Ας άκουγαν όλοι, όχι, δεν είναι αμαρτία, δεν είναι καθόλου. Όμως ακριβώς τότε συνέβη κάτι που για να τονιστεί θα μπει με πλάγια γράμματα, και ήταν το εξής: για τα επόμενα δέκα λεπτά και τριάντα δευτερόλεπτα ξέχασε επιτέλους όλους τους συγγενείς (μητέρα, πατέρα, θείους, ξαδέρφια, τον κακορίζικο αδερφό της), αλλά και το όνομα και το επώνυμό της. Όχι ότι προσπάθησε να τα θυμηθεί ή ότι αντιλήφθηκε πως τα ξέχασε. Έτσι όπως είχε καθίσει σύξυλη με τα δύο κρεπ μαλακά παπούτσια της στο χέρι, κοιτώντας αφηρημένα μέσα απ’ το παράθυρο, δεν καταλάβαινε τίποτα και την να την τρυπούσες. Αλλά μη έχοντας συνειδητοποιήσει ότι για δέκα λεπτά και τριάντα δεύτερα ξέχασε τους συγγενείς, το όνομα και το επώνυμό της, η γυναίκα αυτή έχασε πια την ευκαιρία να βρει για τον εαυτό της ένα νέο όνομα, ένα όνομα αληθινά καινούργιο. Αυτή την Πόλυ την αφήνουμε τώρα εδώ, να κρατά ακόμη -χαμένη πια μπροστά στην τηλεόαραση- τα κρεπ μαλακά παπούτσια της, που κρέμονται από το δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού της χεριού και χτυπιούνται ελαφρώς μεταξύ τους, σαν ακίνδυνες ψαλιδιές στον αέρα. Την αφήνουμε χωρίς ελπίδα να την ξανασυναντήσουμε στο μέλλον της ζωής μας (θα σου είναι πάντα αθέατη, σαν να την καλύπτει πέπλο μυστηρίου ή σαν να έχει βυθιστεί μες στην αχλή του τίποτα). Ας λυπηθούμε, αν θέλουμε, γι’ αυτόν τον πρόωρο αποχαιρετισμό, αλλά καλύτερα να μην, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν προλαβαίναμε να συνδεθούμε συναισθηματικά μαζί της. Αφήνω πάντως λίγο χρόνο, αν θέλουμε να λυπηθούμε, και ας σκεφτούμε αυτό το λίγο χρόνο σαν αναίτια λεπίδα ψαλιδιού, αλλά και σαν μια κενή ή σβησμένη σειρά που τώρα κιόλας ακολουθεί μπροστά μας: '

Βασίλης Αμανατίδης, από το διήγημα 'Ψαλίδι' της συλλογής Ο Σκύλος της Χάρυβδης, εκδ. Καστανιώτη

Εξώφυλλο: Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες, Ο Έρωτας Νοστάλγησε την Κούβα

'Την επόμενη μέρα πήγαμε για ψάρεμα στο κανάλι. Ήμασταν εκεί μία ώρα πετώντας την πετονιά και δεν είχε τσιμπήσει ούτε ένα, όταν σηκώθηκε ένας παγωμένος αέρας και φύγαμε. Στην επιστροφή είχαμε πολύ χρόνο. Κάναμε μια παράκαμψη από έναν πολύ στενό δρόμο και πήγαμε να δούμε τα ερείπια ενός αγροκτήματος της Εποχής του Σιδήρου. Είναι ένας προστατευμένος αρχαιολογικός χώρος. Χρονολογείται γύρω στο 700 π.Χ. Ίσως λίγο παραπάνω. Σώζονται μόνο οι τοίχοι τεσσάρων κτιρίων, χτισμένοι με τεράστιες πέτρες. Υποθέτουν ότι μια πυρκαγιά κατέστρεψε το αγρόκτημα. Οι αρχαιολόγοι έφτιαξαν μια μακέτα. Είχε τέσσερα μεγάλα μέρη, μήκους πενήντα μέτρων, επί έξι ή έφτά μέτρα πλάτος. Τοίχους πολύ χαμηλούς και απλούς: μόνο σωροί από πέτρες, η μια πάνω στην άλλη, και αποπάνω τους μια στέγη από ξύλο και καλάμια. Ζούσαν όλοι μαζί: άντρες, γυναίκες, παιδιά, αγελάδες, πρόβατα, γουρούνια. Έφτιαχναν κάποια αντικείμενα από σίδερο, παρασκεύαζαν μπίρα από σιτάρι, σούπες από λαχανικά και κρεμμύδια. Σε ορισμένα από εκείνα τα σπίτια ζούσαν τρεις ή τέσσερις άντρες και μία ή δύο γυναίκες. Έκαναν έρωτα όλοι μεταξύ τους, υποθέτω, και θα έκαναν παιδιά μεταξύ τους χωρίς κανείς να ξέρει ποιος είναι πατέρας του καθενός. Και θα απολάμβαναν απείρως ένα απλό ποτήρι μπίρα ή λίγη ζέστη ή την εποχή που θα έλιωνε το χιόνι και θα ερχόταν η άνοιξη ή το να μπορούν να ικανοποιούν τις σεξουαλικές τους ανάγκες. Θα πέθαιναν νέοι. Μια γρίπη ή μια μόλυνση σε έναν τραπεζίτη μπορούσε να τους μεταφέρει στη σύντομη μνήμη της λήθης. Γνώριζαν ότι δεν ήταν ανώτεροι από εκείνα τα γουρούνια με τα οποία μοιράζονταν τη στέγη, τη ζεστασιά και το φαγητό τους.
Το αγρόκτημα βρίσκεται στη μέση ενός πυκνού και όμορφου δάσους. Περπάτησα προς τα εκεί, μέσα στην ησυχία, και αντιλήφθηκα εκείνο τον τρόπο ζωής σαν μια αχτίδα φωτός μέσα μου. Έχουν περάσει δύο χιλιάδες εφτακόσια χρόνια. Τίποτε. Μια ανάσα μέσα στο γαλαξία. Ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου στο σύμπαν. Αυτή η στιγμή ήταν αρκετή για να μας γεμίσει φιλοδοξίες και επιθυμίες. Μας έφτασε για να θεωρήσουμε ότι είμαστε πολύ σημαντικοί, καθοριστικοί, ανώτεροι, αιώνιοι. Μου άρεσε εκείνο το αγρόκτημα της Εποχής του Σιδήρου.'

Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες, Ο Έρωτας Νοστάλγησε την Κούβα, μτφρ. Κλαιοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, εκδ. Μεταίχμιο

Εξώφυλλο: Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ, Το Μεγάλο Κραχ του 1929

'Οι άνθρωποι συναντιούνται για πολλούς λόγους στην πορεία των δραστηριοτήτων τους. Χρειάζεται να ενημερώνουν και να πείθουν ο ένας τον άλλο. Πρέπει να συμφωνήσουν για την πορεία δράσης. Βρίσκουν ότι το να σκέφτονται δημοσίως είναι πιο παραγωγικό ή λιγότερο επώδυνο απ’ ό,τι το να σκέφτονται ιδιωτικώς. Όμως, υπάρχουν άλλοι τόσοι λόγοι για συσκέψεις στις οποίες οι άνθρωποι δεν κάνουν καμιά δουλειά. Γίνονται συσκέψεις, επειδή οι άνθρωποι αναζητούν τη συντροφιά ή, τουλάχιστον, επιθυμούν να ξεφύγουν από την πλήξη των μοναχικών καθηκόντων. Λαχταρούν το κύρος που αποκτά εκείνος ο οποίος προεδρεύει σε συσκέψεις και αυτό τους οδηγεί να συγκαλούν συσκέψεις στις οποίες να μπορούν να προεδρεύουν. Τέλος, υπάρχει η σύσκεψη που δε συγκαλείται επειδή υπάρχει δουλειά για να γίνει, αλλά επειδή είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι γίνεται δουλειά. Τέτοιου είδους συσκέψεις είναι κάτι περισσότερο από υποκατάστατο δράσης. Θεωρούνται ευρέως ότι συνιστούν δράση.
Συνήθως το γεγονός ότι δε γίνεται καμιά δουλειά σε μια σύσκεψη μη εργασίας δεν είναι σοβαρή αιτία αμηχανίας για κείνους που παρευρίσκονται. Έχουν επινοηθεί διάφορες τυπικές δικαιολογίες για να εμποδίζεται η αμηχανία. Έτσι, οι ειδήμονες, που είναι μεγάλοι λάτρεις των συσκέψεων μη εργασίας, στηρίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στη δικαιολογία της ανταλλαγής ιδεών. Γι’ αυτούς, η ανταλλαγή ιδεών είναι απόλυτο καλό. Επομένως, οποιαδήποτε σύσκεψη στην οποία ανταλλάσονται ιδέες είναι χρήσιμη. Αυτή η δικαιολογία είναι σχεδόν θωρακισμένη απέναντι στις αμφισβητήσεις. Είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει σύσκεψη για την οποία να μπορεί να ειπωθεί ότι σ’ αυτή δεν ανταλλάχθηκαν ιδέες.
Οι πωλητές και οι διευθυντές των τμημάτων πωλήσεων, που είναι επίσης σημαντικοί οπαδοί των συσκέψεων μη εργασίας, έχουν συνήθως μια διαφορετική δικαιολογία, μια δικαιολογία με ισχυρή πνευματική χροιά. Από τη θέρμη της συντροφιάς, την αλληλεπίδραση των προσώπων, την τόνωση του αλκοόλ και την έμπνευση της ρητορικής προκύπτει μια παρορμητική ανανέωση της αφοσίωσης στο καθημερινό καθήκον. Η σύσκεψη αξίζει τα λεφτά της, αφού επιτρέπει πληρέστερη και καλύτερη ζωή, καθώς και την πώληση περισσότερων προϊόντων τις επόμενες εβδομάδες και τους επόμενους μήνες.
Οι συσκέψεις μη εργασίας των διευθυντικών στελεχών των μεγάλων επιχειρήσεων εξαρτιούνται από κάτι πολύ διαφορετικό, προκειμένου να δημιουργούν την αυταπάτη της σπουδαιότητας. Δεν είναι η ανταλλαγή ιδεών ή οι πνευματικές ανταμοιβές της συντροφικότητας, αλλά ένα επίσημο αίσθημα συγκεντρωμένης εξουσίας, που προσδίδει σπουδαιότητα στη σύσκεψη. Ακόμη κι αν δε λέγεται, ούτε γίνεται τίποτα σημαντικό, σημαντικοί άνδρες δεν μπορεί να συναντηθούν χωρίς αυτό το γεγονός να φαίνεται σημαντικό. Ακόμη και η κοινότοπη παρατήρηση του επικεφαλής μιας μεγάλης εταιρείας δεν παύει να είναι η δήλωση του επικεφαλής μιας μεγάλης εταιρείας. Αυτό που στερείται σε περιεχόμενο, το κερδίζει σε δύναμη από τα περιουσιακά στοιχεία που είναι πίσω της.'

Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ, Το Μεγάλο Κραχ του 1929, μτφρ. Ελένη Αστερίου, εκδ. Α. Α. Λιβάνη

Εξώφυλλο: Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, Τα Παιδιά του Χούριν

'Ο Χούριν δεν κοίταξε την πέτρα γιατί ήξερε τι ήταν γραμμένο εκεί˙ και τα μάτια του είχαν δει ότι δεν ήταν μόνος. Στη σκιά της πέτρας βρισκόταν μια φιγούρα γονατισμένη. Κάποιος περιπλανώμενος άστεγος, τσακισμένος από τα γηρατειά όπως φαίνεται, πολύ κουρασμένος για να δώσει σημασία στον ερχομό του. Όμως τα κουρέλια που φορούσε ήταν τα υπολείμματα γυναικείων ενδυμάτων. Τελικά, καθώς ο Χούριν στεκόταν εκεί σιωπηλός, η γυναίκα έριξε πίσω την κουρελιασμένη κουκούλα της και σήκωσε αργά το πρόσωπό της, τσακισμένο και πεινασμένο σαν του λύκου που τον κυνηγούν καιρό. Τα μαλλιά της ήταν γκρίζα, με μύτη γαμψή και σπασμένα δόντια˙ και με αποσκελετωμένο χέρι έσφιξε το μανδύα στο στήθος της. Αλλά ξαφνικά τα μάτια της κοίταξαν μέσα στα δικά του και τότε ο Χούριν τη γνώρισε˙ γιατί, αν και ήταν αγριεμένα τώρα και γεμάτα φόβο, άστραφτε ακόμη μέσα τους ένα φως δύσκολο να το αντέξεις: το φως των Ξωτικών, που πριν από πολύν καιρό της είχε δώσει το όνομά της. Έλεδγουεν, η πιο περήφανη από τις θνητές γυναίκες των τελευταίων ημερών.
«Έλεδγουεν! Έλεδγουεν!» φώναξε ο Χούριν˙ κι αυτή σηκώθηκε και προχώρησε σκοντάφτοντας και την έπιασε στην αγκαλιά του.
«Ήρθες επιτέλους», του είπε. «Περίμενα πολύν καιρό».
«Ήταν σκοτεινός ο δρόμος. Ήρθα όπως μπορούσα», απάντησε.
«Άργησες όμως», του είπε, «και είναι πολύ αργά. Χάθηκαν».
«Το ξέρω», της είπε. «Εσύ όμως όχι».
«Κοντεύω κι εγώ», του απάντησε. «Δε μου ‘χει μείνει ίχνος αντοχής. Θα φύγω μαζί με τον ήλιο. Εκείνοι χάθηκαν». Έσφιξε το μανδύα του. «Λίγος χρόνος μένει», είπε. «Αν ξέρεις, πες μου! Πώς τον βρήκε εκείνη;»
Αλλά ο Χούριν δεν απάντησε και κάθισε δίπλα στην πέτρα με τη Μόργουεν στην αγκαλιά του. Και δεν ξαναμίλησαν. Ο ήλιος έδυσε και η Μόργουεν αναστέναξε κι έσφιξε το χέρι του κι ύστερα έμεινα ακούνητη. Κι ο Χούριν κατάλαβε πως είχε πεθάνει.'

Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, Τα Παιδιά του Χούριν, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδ. Αίολος

GAVIN DILLARD – ΑΤΙΤΛΟΦΟΡΗΤΟ

ούτε καν ίχνος συγκίνησης
καθώς με σαρώνεις και με σέρνεις κάτω
ούτε γκριμάτσα ή γέλιο
καθώς ανασηκώνεται η ράχη μου

είμαι ένα πρόβατο
εδώ και τρέχω να σου ξεφύγω
(όμως θα περιμένω μέχρι να μ’ ελευθερώσεις)
το σκίρτημά μου μοιάζει τότε με γαζέλας
το γέλιο μου αληθινό σαν γλάρου
(απόμακρα όπως κι εκείνοι)

είσαι μια άγρια θύελλα
που αναπνέεις βίαια στο στομάχι μου

είμαι ένα ρυάκι εκείνου του χειμάρρου
και θα ξεράσω τη σκόνη σου πίσω στην αγκαλιά σου
λάσπη θα γεμίσουνε τα χέρια σου
(τα πόδια σου θα γίνουν πέτρα)

το τρέξιμό μου μοιάζει τίγρης, όμως
η λευτεριά μου με γεράκι
(φιλώντας σε απαλά γερμένος
απογειώσου μες στη νύχτα)

* * *

ALLEN GINSBERG – ΜΠΛΟΥΖ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΤΡΟΥΣΤ

Εσύ μωρό μου, μπορείς να με διδάξεις,
μπορείς ν’ αγγίξεις την ψυχή μου
Το στόμα μου είναι δικό σου,
το θεϊκό μου αίμα είναι δικό σου
Δώσ’ μου, μωρό μου, την καρδιά σου
γάμα την κωλοτρυπίδα μου

Μπορείς να φιλήσεις τα χείλη μου στο Κάνσας
Κοιλιά γυμνή απάνω στη δική μου
Μπορείς να πιπιλίσεις τη γλώσσα μου
ή να μου τον πάρεις ωραία στο στόμα
Πόσο μ’ αρέσει να χώνω τη γλώσσα μου
μες στα γλυκά σου πισινά

Υπάρχουν τρομαγμένοι κουφοί λευκοί
στο Κάνσας Σίτυ
όμως ετούτο το Γουόλτερς Κρεσέντο Λάουντζ εδώ
είναι το μέρος που γουστάρω
Έχω ένα κρεβάτι στην Οδό Τρουστ,
πέρα στην Αιωνιότητα

Δεν μπορώ να βρω λέξεις για να περιγράψω,
σαν ψεύτικα τα αισθήματά μου
Συνήθιζα να κάθομαι στο κρεβάτι δίπλα σου
μ’ αρέσει να κλέβω το πουλί σου
Η κοιλιά σου τώρα βρίσκεται σε μια υδρία με στάχτες
πώς θες να αισθάνομαι;

Κάνσας Σίτυ, εσύ με τα μπλουζ
λίγο μετά τα μεσάνυχτα μπαρ του Γουόλτερ
Χρόνια αργότερα καθισμένος κοντά στο τζουκμπόξ
πόσο τρομαγμένοι είναι οι άνθρωποι
Κι αχ πόσο τούτοι οι μαύροι μουσικοί με κάνουν
να νιώθω σαν σταρ της ροκ!

Πίσω λοιπόν στο Κάνσας Σίτυ
μ’ αυτό που ήμουνα κάποτε παλιά
Μονάχος με τη μοναξιά μου
να τη η ιστορία εσύ κι εγώ
Συνάντησα κάποτε τον Λέστερ Γιανγκ
και γονάτισα μπροστά του

Τα σώματα σαπίζουν και χάνονται τα πρόσωπα
τα χείλη ασπρίζουν
Είχα κι εγώ τα όνειρά μου ο έρωτάς μου πέθανε
Ω θεέ μου όλα πάνε καλά
Και να ‘μια πάλι στο Κάνσας Σίτυ
θαρρώ πως θα περάσει άδεια η βραδιά μου.

* * *

HAROLD NORSE – ΔΕ ΘΑ ΣΥΝΙΣΤΟΥΣΑ ΕΡΩΤΑ

ένιωθα σαν να ‘μπηξαν ένα στεφάνι
με αγκάθια στο κεφάλι μου, αλλά το ‘ριξα στο αστείο
πήρα το σιδηρόδρομο κι όρμησα
στα σχολικά αποχωρητήρια ν’ αυνανιστώ
κι έγραψα κρυφά
για την κόλαση της εφηβείας μου
επειδή ήμουνα «διαφορετικός»
πρώτος και τελευταίος του είδους μου
πνίγοντας έντονες αισθήσεις
σε πισίνες και σε δωμάτια των χαμάμ
παθιασμένος για χείλη και γεννητικά όργανα
τρελός για πισινούς
που ο Ουίτμαν κι ο Λόρκα
κι ο Κάτουλλος κι ο Μάρλοου
κι ο Μικελάντζελο
κι ο Σωκράτης θαύμαζαν

κι έγραψα: Φίλοι,
αν επιθυμείτε να επιβιώσετε
δε θα σας συνιστούσα
Έρωτα

* * *

ERSKINE LANE – ΣΥΝΤΟΜΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Η ζωή μου κρεμάστηκε απάνω στην υπόσχεσή του
αβέβαιη όπως οι δροσοσταλίδες
που γίνονται ένα μ’ αυτά τα κόκκινα φύλλα
απ’ το σφεντάμι.
Πάλι γελάστηκαν οι ελπίδες μου,
κι έτσι πάλι το φθινόπωρο τούτης της χρονιάς
με βρήκε με όνειρα σπασμένα.

* * *

IAN YOUNG – ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Οι άγγελοι
δεν έχουνε καρδιά

τα σώματά τους
σαν καρφίτσες αντηχούν
η ανάσα τους
λοξεύει σαν καθάριο φως

λέξεις
που κόβουν τον αέρα σαν πάγος

Οι άγγελοι
κρατούν στα χέρια τους το χρόνο
τα σώματά τους
διαπερνούνε πέφτοντας το χρόνο

τα μάτια τους
λάμπουν σαν δίσκοι της βροχής

άγγιξέ τους
λάμπουν σαν δίσκοι της βροχής

άγγιξέ τους
και χάνεται
το χέρι σου

Οι άγγελοι
σαν τη βροχή ανασαίνουν
σαν κωδωνοκρουσίες
ανασαίνουν σαν το χρόνο

Οι άγγελοι δεν έχουνε καρδιά

από το Αμερικάνικη Ομοφυλόφιλη Ποίηση, μτφρ. Ανδρέας Αγγελάκης, εκδ. Οδυσσέας

ΞΥΠΝΑΩ ΜΟΝΗ

Την ημέρα είναι εντάξει, έχω πράγματα να κάνω
Είμαι τόσο απασχολημένη που δεν αναρωτιέμαι πού να βρίσκεται εκείνος
Βαρέθηκα να κλαίω
Γι’ αυτό τελευταία όταν πιάνω τον εαυτό μου σ’ αυτή την κατάσταση
Κάνω στροφή 180 μοιρών
Μένω ξάγρυπνη, καθαρίζω το σπίτι
Τουλάχιστον δεν πίνω
Τρέχω δεξιά κι αριστερά, ώστε να μη σκέφτομαι ότι πρέπει να σκεφτώ
Εκείνη η σιωπηρή αίσθηση ικανοποίησης
Που όλοι νιώθουν
Εξαφανίζεται με το που δύει ο ήλιος

Αυτό το πρόσωπο στα όνειρά μου, μου ξεσκίζει τα σωθικά
Με πλημμυρίζει με τρόμο
«ποτισμένη» η ψυχή
Κολυμπάει μέσα στα μάτια μου δίπλα στο κρεβάτι
Χύνομαι επάνω του
Το φεγγάρι στάζει παντού
Κι εγώ ξυπνάω μόνη

Αν ήμουν η καρδιά μου
Καλύτερα να χτυπάω μέχρι να σπάσω
Μόλις σταματήσω, με προλαβαίνει ο ύπνος και μου κόβεται η ανάσα
Αυτός ο πόνος στο στήθος μου
Καθώς τελειώνει η μέρα μου
Με σκεπάζει το σκοτάδι και δεν μπορώ να ξεφύγω πια
Το αίμα μου παγώνει
Στέκομαι μπροστά του
Είναι η μόνη διαβεβαίωση που μπορώ να κάνω
Όταν φτάνει σε μένα
Στάζω για χάρη του απόψε
Έτσι όπως πνιγόμαστε μέσα μου, λουζόμαστε στο γαλάζιο φως.

της Έιμι Γουαινχάουζ από το Amy Winehouse: Η Βιογραφία του Chas Newkey–Burden, μτφρ. Παναγιώτης Τομαράς, εκδ. Κοάν

Εξώφυλλο: Αν Σέξτον, Ερωτικά Ποιήματα

Εκείνη η μέρα

Αυτό είναι το γραφείο όπου κάθομαι
κι αυτό είναι το γραφείο όπου σε αγαπώ πάρα πολύ
κι αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
όπου χθες μόνο το σώμα σου κάθισε ενώπιόν μου
με τους ώμους του μαζεμένους σαν σε αρχαιοελληνικό χορό,
με τη γλώσσα του σαν βασιλιάς που εφευρίσκει κανόνες στο διάβα του
με τη γλώσσα του αρκετά ανοιχτά σαν γάτα γάλα λάφτοντας
με τη γλώσσα του – κι οι δυο μας περιελισσόμενοι στη γλιστερή ζωή του.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη τη μέρα.

Εκείνη ήταν η μέρα της γλώσσας σου,
της γλώσσας που ξεπετάχτηκε απ’ τα χείλη σου,
δύο ανοιχτήρια, μισά ζώα, μισά πουλιά
γραπωμένα στις πύλες της καρδιάς σου.
Εκείνη η μέρα ήταν που υπάκουσα στους κανόνες του βασιλιά,
προσπερνώντας τις κόκκινες φλέβες σου και τις μπλε φλέβες σου,
τα χέρια μου χαμηλά στη ραχοκοκαλιά, ταχύβολα κάτω σαν φωτιά σε κοντάρι,
χέρια ανάμεσα σε πόδια όπου επιδεικνύεις την εσώτατή σου γνώση,
όπου αδαμαντωρυχεία θάβονται και ξεπροβάλλουν για να θάψουν,
ξεπροβάλλουν πιο αιφνίδια κι από αναστηλωμένη πόλη.
Ολοκληρώνεται σε δευτερόλεπτα αυτό το μνημείο.
Το αίμα ρέει υπογείως, εγείρει όμως έναν πύργο.
Αξίζει να συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος για ένα τέτοιο οικοδόμημα.
Για ένα θαύμα περιμένει στη σειρά κανείς και πετάει κομφετί.
Σίγουρα ο Τύπος είναι εδώ γυρεύοντας τίτλους ειδήσεων.
Σίγουρα κάποιος πρέπει να κρατάει το πανό στο πεζοδρόμιο.
Αν χτιστεί μια γέφυρα δεν κόβει μια κορδέλα ο δήμαρχος;
Αν ένα φαινόμενο αποκαλυφθεί δεν θα έπρεπε να ‘ρθουν
οι Μάγοι με τα δώρα;
Χθες ήταν η μέρα που έφερα δώρα για το δώρο σου
και ήρθα από την κοιλάδα να σ’ ανταμώσω στο λιθόστρωτο.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη τη μέρα.

Εκείνη ήταν η μέρα του προσώπου σου,
το πρόσωπό σου μετά τον έρωτα, πλάι στο μαξιλάρι, ένα νανούρισμα.
Μισόξυπνος δίπλα μου ν’ αφήνεις την παλιομοδίτικη
κουνιστή πολυθρόνα ν’ ακινητοποιείται,
η ανάσα μας έγινε ένα, παιδική ανάσα έγινε ενωμένη,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά ο στα σφαλιστά σου μάτια,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά χαμόγελα στο στόμα σου,
καθώς ζωγράφιζα ΣΕ ΑΓΑΠΩ στο στήθος σου και το σφυρί του
και ψιθύρισα «Ξύπνα!» και μουρμούριζες στον ύπνο σου
«Σουτ. Οδηγούμε στο Κέιπ Κοντ. Κατευθυνόμαστε στη Γέφυρα Μπουρν.
Κάνουμε κύκλους γύρω από τον Κόμβο Μπουρν». Μπουρν!
Τότε σε ήξερα μέσ’ απ’ το όνειρό σου και προσευχήθηκα για τον καιρό
που θα γινόμουν διάτρητη κι εσύ θα ρίζωνες μέσα μου
και που θα μπορούσα να ανατρέφω τον γεννημένο σου, θα γινόταν ν’ ανέχομαι
το εσύ σου ή το φάντασμα του εσύ σου στο μικρό μου σπιτικό.
Χθες δεν ήθελα να γίνω προϊόν δανεισμού
αλλά αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
και η αγάπη είναι εκεί όπου ήταν το χθες.

*

Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή

Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήρι μου. Μάτι πανούργο,
έξω απ’ τη φυλή του εαυτού μου, η ανάσα μου
σε βρίσκει άφαντο. Τρέμω
αυτούς που κοντοστέκονται. Είμαι φαγωμένη.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν είναι πολύ μακριά. Είναι η συμπλοκή μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Ξαπλώνω στην
κρεβατοκάμαρα όπου συνήθιζες να την ιππεύεις.
Με πήρες δάνειο επάνω στο εμπριμέ κάλυμμα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγάπη μου, πάρε για παράδειγμα τούτο το βράδυ,
πως κάθε ζευγάρι ξεχωριστά συνενώνει
μ’ ένα συντονισμένο αναποδογύρισμα, χαμηλά, ψηλά,
την πλούσια δυάδα επάνω σε σφουγγάρια και φτερά,
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δραπετεύω απ’ το κορμί μου έτσι,
θαύμα ενοχλητικό. Θα μπορούσα να
μοστράρω την πραμάτεια των ονείρων;
Σκορπίζομαι. Σταυρώνω.
Δαμασκηνάκι μου είν’ αυτό που είπες.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Έπειτα ήρθε η μαυρομάτα αντίζηλός μου.
Η κυρία των υδάτων, αναδυόμενη στην παραλία,
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της κι ένας λόγος φλάουτο.
Κι εγώ ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Σε πήρε με τον τρόπο που παίρνει μια γυναίκα
ένα φόρεμα απ’ το ράφι σε τιμή ευκαιρίας
κι έσπασα με τον τρόπο που σπάει μια πέτρα.
Επιστρέφω την ψαροβελόνα σου και τα βιβλία.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως νυμφεύεσαι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια απόψε γίνονται ένα.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Φερμουάρ ανοίγουν.
Βγάζουν παπούτσια. Το φως σβήνουν.
Τα πλάσματα που τρεμολάμπουν είναι γεμάτα ψέματα.
Αλληλοτρώγονται. Είναι παραφαγωμένα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αν Σέξτον, Ερωτικά Ποιήματα, μτφρ. Ευτυχία Παναγιώτου, εκδ. Μελάνι

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑