προγραφές

Εξώφυλλο: Σίγκμουντ Φρόιντ, Τοτέμ και Ταμπού

'Το γεγονός ότι είναι δυνατή η ύπαρξη μεταδοτικής μαγείας, που βασίζεται σε συνειρμούς συνάφειας, αποδεικνύει ότι η ψυχική εκτίμηση της επιθυμίας και της θέλησης απλώνεται και σε όλες τις ψυχικές διεργασίες που εξαρτώνται από τη θέληση. Υπάρχει συνεπώς τώρα μια γενική υπερτίμηση των ψυχικών διεργασιών, δηλαδή μια αντιμετώπιση του κόσμου τέτοια που, σύμφωνα με τις γνώσεις μας, στη σχέση της πραγματικότητας και της σκέψης ευνοείται η τελευταία. Τα πράγματα είναι λιγότερο σημαντικά από τις ιδέες των πραγμάτων και ό,τι συμβαίνει στις ιδέες, πρέπει να συμβεί και στα πράγματα. Οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των ιδεών των πραγμάτων, ισχύουν επίσης και μεταξύ των πραγμάτων. Το γεγονός ότι η απόσταση δεν επηρεάζει τη σκέψη ─δηλαδή το ότι η σκέψη ενώνει με ευκολία τα πιο απομακρυσμένα στο χώρο και στο χρόνο πράγματα─ κάνει τον μαγικό κόσμο να συνδέεται τηλεπαθητικά, παραβλέποντας τη χωρική απόσταση, ενώ πραγματεύεται τα πράγματα του παρελθόντος σαν να είναι του παρόντος. Η αντανάκλαση του εσωτερικού κόσμου στην εξωτερική πραγματικότητα εξαλείφει στην ανιμιστική σκέψη την άλλη εικόνα του κόσμου, την εικόνα που πιστεύουμε ότι βλέπουμε με τα μάτια μας.
Απομένει να τονίσουμε ότι τα δύο στοιχεία του συνειρμού ─η ομοιότητα και η συνάφεια─ βρίσκουν τη σύνθεσή τους σε μια ανώτερη ενότητα, που είναι η έννοια της επαφής. Ο συνειρμός της συνάφειας είναι επαφή με την κυριολεκτική έννοια και ο συνειρμός ομοιότητας με τη μεταφυσική έννοια. Η χρησιμοποίηση της ίδιας λέξης και για τα δύο είδη του συνειρμού εγγυάται μια ταυτότητα της ψυχικής διαδικασίας, ταυτότητα που δεν την έχουμε ακόμα κατανοήσει πλήρως.'

Σίγκμουντ Φρόιντ, Τοτέμ και Ταμπού, μτφρ. Χρήστος Αντωνίου, εκδ. Επίκουρος

Εξώφυλλο: Κατερίνα Γώγου, Τώρα να Δούμε Εσείς Τι θα Κάνετε: Ποιήματα 1978 – 2002

Αυτός εκεί
ο συγκεκριμένος άνθρωπος
είχε μια συγκεκριμένη ζωή
με συγκεκριμένες πράξεις.
Γι’ αυτό και
η συγκεκριμένη κοινωνία
για το συγκεκριμένο σκοπό
τον καταδίκασε
σ’ έναν αόριστο θάνατο.

*

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι απ’ τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα ─αυτά που μ’ άφησαν─
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας «φασίστες!»
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι ─όχι πως φοβάμαι─
μα να, θέλω να σου πω πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα, όπως εγώ
─γιατί εγώ δεν πρόλαβα─
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
«έτσι» «αόριστα»
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί
θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ’ όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό ─μην τους πιστέψεις!─
προβοκάτορας.

από τη συλλογή Τρία Κλικ Αριστερά (1978)

* * *

Θα ‘ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι, Μαρία.
Θυμάσαι, Μαρία, στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη;
─μη βλέπεις εμένα─ μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα.
άκου θα ‘ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς,
δε θα βγαίνουν στην τύχη.
Δεν θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές
με γερμένους απ’ έξω.
Και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε
δε θα ‘μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι ─σκέψου!─ θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες.
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή - κέρδος - εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι, Μαρία, ─δε θέλω να λέω ψέματα─
δύσκολοι καιροί.
Και θα ‘ρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω ─μην περιμένεις κι από μένα πολλά─
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κράτησα καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά Μαρία.

από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980)

* * *

Σάββατο να 'ναι ή Κυριακή... αυτές οι μέρες μοιάζουν.
Ξεφόρτωσε το τρένο στο σταθμό
παιδάκια που δεν ξέρανε πού τα πηγαίνουν
χαμηλά σύννεφα και λυπημένους επιβάτες...
Ένα τάλιρο πού δεν πέρναγε
κατρακύλησε από την τρύπια τσέπη του επικεφαλής
με λιωμένη πάνω του την κεφαλή τού Βασιλέα.
Αυτός που είχε έρθει αντί για σένα να με βρει
έσκυψε και το σήκωσε.
Στην Ιστορία
ποτέ
κανένας αντιπρόσωπος
δεν έχει πάρει είδηση πώς όλα παν κι αλλάζουν.
Μπορεί όμως και να 'τανε Κυνηγός Κεφαλών.
Σε τέτοιους πρόστυχους καιρούς
πρέπει να είσαι έτοιμος όλα να τα περιμένεις.
Κάτω στο κέντρο βαθιά ήταν όλα βαριά
κι η γλώσσα μπερδεμένη.
Στο στενό εδώ φάτσα στο σταθμό
κάτω απ' το μαξιλάρι τού (πρώην ΠΕΡΑΝ)
ΟΤΕΛ ΤΕΣΣΑΛΙΚΟΝ
κρυβόταν ντροπιασμένη
η διαφανής κιλότα μιας πόρνης πού εκπορνεύτηκε.
Πήρε ή πουτάνα άντρα αστυνόμο.
Κανείς δεν θα την τραγούδαγε πια.
Κι έτσι, όπως όλο και κατέβαιναν τα σύννεφα
και μας είχανε πάρει τα κεφάλια παραμάσχαλα
ξεφτισμένες ιδεολογίες
μια μακριά φωνή ανθρώπου που δεν πέθαινε ακούστηκε.
Κι ούτε που σήκωσα να δω τον ουρανό.
Δε λέει να βρέξει.

*

Κι όταν αρχίζει να στάζει ξανά
απ’ τ’ αντρικό καπέλο μου στο ξυρισμένο μου κρανίο
συνήθως όταν όλοι σας φεύγετε κι οι άλλοι κοιμούνται
δοξαστικές γυναικείες φωνές με προστάζουνε
να ξαπλώσω κάτω στο πάτωμα
να βγάλω να γεννήσω ψαλίδια
και ό,τι άλλα τόσους αιώνες παραφυλάνε μέσα μου
σύνεργα μεταλλικά
να πάρω απ’ την κουζίνα το τραπεζομάχαιρο
να του πάρω πέρα πέρα
το κεφάλι απ’ τούς ώμους το τηλέφωνο
να ξεκολλήσω απ’ τις πρίζες το τηλέφωνο
τα μαύρα γυαλιστερά όργανά του
το δάχτυλο χώνω στα στρογγυλά μάτια του
στον αριθμό μυαλό του
οι μπάτσοι με πολιτικά
μπλοκάρανε τα νούμερα
οι μπάτσοι με πολιτικά καλούν το νούμερό μου
οι φίλοι μου τώρα θα 'χουν όλοι κρεμαστεί
στα μακριά καλώδιά του
κανείς δεν απαντάει
ο ντίλερ καρφώνει τη σύριγγα στον αυτόματο τηλεφωνητή
σφίγγω το λουρί στο μπράτσο μου
«…στον επόμενο τόνο...»
ο φόβος γεννάει συνέχεια αυγά
γεμίζει το σπίτι τα δόντια οι σκάλες τα μαλλιά
αργά αίματα
έχει φύγει τώρα ο ήχος έχει πάψει η ποίηση
γλιστράει απ’ την ερημιά και μπαίνει μέσα ή τρέλα.
Πού είσαστε; Πού πήγατε;
Κανείς δεν με θυμάται...

*

Κουρελιασμένοι απ’ τ’ αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ’ το ξέφρενο κυνηγητό
τις ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις…

από τη συλλογή Το Ξύλινο Παλτό (1982)

* * *

Όσοι –από εκείνο –το σπάνιο είδος ανθρώπων- είχανε για όραμά τους-
να γίνουνε πουλιά
και –όσοι –από τις στέγες –δεν υπάκουσαν και δεν άνοιξαν τα φτερά
στις προσταγές των γαλάζιων ουράνιων Θείων
ακίνητοι –κατά κοπάδια –κάθισαν –μελετώντας ξανά –των αποδημητικών τις φωνές
στα ηλεκτροφόρα καλώδια –των δημοσίων ψυχιατρείων.
Στων κομπιούτερ τα δάση βαθιά –οι τεχνοκράτες κυνηγοί –παρακολουθούσανε
από μακριά–
ομαδικές αυτοκτονίες αλληλεγγύης σπουργιτιών
για δεν μπορέσανε να σώσουνε το σπάνιο –εκείνο –ανθρώπων το είδος
και τα μικρά φτερωτά τους κεφάλια τσακίζανε σε καταψύκτες ψυγείων.

από τη συλλογή Απόντες (1986)

* * *

Θα μπορούσε αυτό το σπίτι, εξωτερικά τουλάχιστον, να είναι γαλήνιο, αν δεν ήταν, μέρα μεσημέρι, το έξω φως της πόρτας αναμμένο. Τα φώτα αναμμένα την ημέρα μου δημιουργούν ένα βαρύ καταθλιπτικό συναίσθημα. Αρχίζει με ταχυπαλμία για να φτάσω να μη χτυπάει καθόλου η καρδιά, ύστερα σταυρώνω τα χέρια και πεθαίνω, αλλά δεν είναι, γιατί βλέπω πολύ καθαρά διάφορα πελώρια ζώα να κάνουν έρωτα στο κρεβάτι. Ίσως ξεκινάει από τα φώτα των αυτοκινήτων, για να γίνουν ορατά, με κάποιον ετοιμοθάνατο μέσα. Είχα τύχει σ’ ένα χοντρό μποτιλιάρισμα στην Αλεξάνδρας, κάποιος οδηγούσε μεθυσμένος στην αντίθετη λωρίδα και μπλοκάρισε όλη την περιοχή. Και μέσα σ' ένα ταξί, με τα φώτα όλα αναμμένα, μια κυρία, μητέρα, κράταγε με ένα ματωμένο μαντίλι τα σαγόνια ενός παιδιού καθώς κοίταζε έξω. Πιστεύω πως με χαιρέτησε.
Τώρα, στο σπίτι που μ’ έχει κρύψει η φίλη μου, σβήνω πάντα το φως και τριγυρνάω συνέχεια μ' ένα μικρό καφέ κερί, να περάσω μέσα από τη λίμνη χωρίς να σβήσει η φλόγα του, σ' έναν παλιό νοσταλγίας καθρέφτη.

από τη συλλογή Νόστος (1990)

* * *

ΜΟΝΑΔΑ ΟΞΕΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ, ΔΑΦΝΙ;

Μαύρο, σπυριασμένου κοράκου φτερό, κλείνει
το τρίτο του μάτι.

Τώρα είμαι έτοιμη.

Με τα μακρουλά σας πρόσωπα, τα μυτερά σαγόνια
με ξεραμένα αίματα και σπέρματα χολής αλειμμένα
ε, σταθείτε πιο κει.
Σταθείτε μακριά από μένα.

Οι προσευχές σας κάνουνε το τρίχωμα των άγριων ζώων όρθιο να στέκεται
και τα ελάφια απεγνωσμένα τα πάναγνα κεφάλια τους να σπαν
με μεγάλα δάκρυα σιωπής
πάνω σε χάρτινα ντεκόρ, για γύρισμα στημένα.

Τώρα είμαι σχεδόν έτοιμη. Σχεδόν καλά νιώθω.

Αυτός ο πρόλογος
σημάδι κάποιας εποχής
επίλογος της έκλειψης ενός ακόμα βιβλίου
κομποσκοίνι κι ευχή
ογδόντα οχτώ οι πλάκες του δημόσιου ψυχιατρείου.

Δεν μπορώ, δε γίνεται να σηκωθώ. Δε γίνεται να φάω.

Εκ γονιδίου, βαθύ καρφί από γονίδιο, η ψυχολογική χαρμάνα.

από τη συλλογή Με Λένε Οδύσσεια (2002)

Κατερίνα Γώγου, Τώρα να Δούμε Εσείς Τι θα Κάνετε: Ποιήματα 1978 – 2002, εκδ. Καστανιώτης

Εξώφυλλο: Ρολάν Μπαρτ, Τετράδια από το Ταξίδι στην Κίνα

'Καθώς του φιλάω λαθραία το χέρι σε δημόσιο χώρο, μου λέει: Δε φοβάσαι μη μας δούνε; Κι απαντάω: Όχι, δε φοβάμαι μήπως μας δούνε˙ φοβάμαι μήπως δουν το ξεπερασμένο της χειρονομίας, κι αυτό ακριβώς σε ενοχλήσει.'

'Εδώ και οκτώ μέρες δε βρίσκομαι σε συγγραφική άνθηση: μακριά από την απόλαυση της γραφής. Στεγνός, στείρος.'

'Και μ’ όλα αυτά δεν έχω δει το πιπί ούτε ενός Κινέζου. Τι να μάθεις για ένα λαό, αν δε γνωρίσεις τη σεξουαλικότητά του;'

'Πόσο έντονα μας κοιτάζουν! Ένταση μιας εντυπωσιακής, απίστευτης περιέργειας στο βλέμμα. Λες και αυτό το βλέμμα που απευθύνεται προς εμάς δεν αφορά το πρόσωπο, ούτε το σώμα, ούτε τον έρωτα, αλλά αφηρημένα και ουσιωδέστατα το είδος: είμαι αποστερημένος από το σώμα μου, προς όφελος της φύτρας μου.'

'Η Γυναίκα, χωρίς παράβαση, να παίρνεται επιτόπου, έτσι.'

Ρολάν Μπαρτ, Τετράδια από το Ταξίδι στην Κίνα, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκης

Εξώφυλλο: Δημήτρης Δημητριάδης, Η Μεταφορά

'Εἶχε ἀρκετὸ καιρὸ νὰ βγεῖ. Προσπαθώντας νὰ περιορίσει τὶς ἐξόδους της στὸ ἐλάχιστο καὶ στὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖο, ἔκανε πριμήθειες γιὰ ὅσο περισσότερες μέρες μποροῦσε· γιὰ ὅσες δὲν ἦταν δυναρὸν νὰ γίνουν τηλεφωνικῶς, ἀναγκαζόταν νὰ βγαίνει ἡ ἴδια. Αὐτὲς οἱ ἀναπόφευκτες ἔξοδοι τὴν συνέτριβαν ἀρκετὲς μέρες πρὶν τὶς ἐπιχειρήσει, ἀλλὰ καὶ κάθε φορὰ ποὺ γύριζε πίσω, δὲν τῆς ἦταν εὔκολο νὰ ἐπαναφέρει γρήγορα τὴν κλονισμένη ἰσσοροπία της. Ὅσο ὅμως κι ἄν ἔδινε δίκιο στὸν ἑαυτό της γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιδροῦσε σὲ ὅλα αὐτὰ καὶ σὲ ἄλλα, ὡστόσο ἔβρισκε πὼς ἡ ἀντίδρασή της εἶχε καὶ κάτι ἄστοχο, κάτι ποὺ δὲν ἦταν σὲ πλήρη ἀντιστοιχία μὲ τὰ πράγματα, κάτι ὑπερβολικό, ἴσως καὶ ἀφύσικο, ποὺ τὸ ἀληθινό του αἴτιο ἐνδέχεται νὰ μὴν ἦταν αὐτὸ ποὺ πίστευε ἡ ἴδια, κάτι πιὸ κρυφὸ ποὺ δὲν τολμοῦσε νὰ τὸ παραδεχθεῖ καὶ νὰ τὸ ἐντάξει στὴν ζωή της, ἤ ἔστω νὰ τὸ ἀντιμετωπίσει ψύχραιμα, καὶ ποὺ ὅλο τὸ ἀπέφευγε δίνοντάς του ἑρμηνεῖες καὶ ὀνομασίες ποὺ δὲν ἦσαν οἱ δικές του. Ἐντούτοις, κι αὐτὴ ἀκόμη ἡ νηφάλια διαπίστωση δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ συγκρατήσει τὸν ἐπιταχυνόμενο ρυθμὸ ὁ ὁποίος, στὸ τέλος, ἀνεξέλεγκτος καὶ ἀδιερεύνητος, σὰν τὴν ὁμαδικὴ κίνηση μιᾶς ἀνθρώπινης μάζας ποὺ, ἐρεθισμένη ἀπὸ δημεγερτικὰ συνθήματα καὶ φανατικὲς παραινέσεις, φτάνει στὸ παραλήρημα καὶ ξεσπάει σὲ ἀκραῖες πράξεις ποὺ τὸ αἴτιό τους ἔχουν στὴν ἀπὸ ἄμβωνος παρακίνησή τους, πάντα κυριαρχοῦσε μέσα της καὶ μάλιστα τόσο ὁλοκληρωτικὰ ὤστε, κάποια στιγμή, συνεπαρμένη ἀπὸ τὴν ξέφρενη φορά του, δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ τοῦ προβάλει καμία ἀντίσταση, σὰν νὰ τὴν ἐξουσίαζε τὸ ἀκριβῶς ἀντίστροφο ἐκείνου ποὺ τὴν ἔκανε νὰ αἰσθάνεται μειονεκτικά, ὅτι ἀνήκει σὲ ἕνα κατώτερο εἶδος, ἄξια τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο τῆς φέρεται ἀκόμη κι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός της.'

Δημήτρης Δημητριάδης, Η Μεταφορά, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Mohado, Η Άγρια Συμμορία: Εξέγερση στην Κόψη του Χρόνου

'Το τέλος των ληστών έχει φτάσει, και γι’ αυτό θέλουν να έρθει ταυτόχρονα και το φυσικό τους τέλος· επιθυμούν ο βιολογικός τους θάνατος να συμπέσει με τον αληθινό τους θάνατο, που είναι το τέλος της συμμορίας τους. Αποφασίζουν να μην πέσουν στην παγίδα «της θέσης των ηττημένων από την ιστορία ως μοίρα», ως φυσική (και όχι ηθική) ενοχή «η οποία πέφτει πάνω στα ανθρώπινα όντα όχι εξαιτίας κάποιας απόφασης ή δράσης αλλά εξαιτίας της ατέλειας και της εορταστικής ευδαιμονίας» προτιμούν τον αξιοπρεπή και χαρούμενο θάνατο από τη «γυμνή ζωή», από μια ζωή χωρίς νόημα και αξία, από έναν ανέξοδο κυνισμό-μηδενισμό, από μια φαύλη αέναη ανακύκληση του εαυτού και του κόσμου. Περιφρονούν το χρήμα που τους περιμένει θαμμένο, γιατί μεγαλύτερη δύναμη έχει ένας θάνατος με νόημα αφού μια ζωή άξια να βιωθεί είναι πλέον αδύνατη. Επιλέγουν το πώς θα πεθάνουν, και αξιώνουν να πεθάνουν για το λόγο-υπόσχεση και το συντροφικό δεσμό με τη συμμορία· συντροφικότητα άλλωστε σημαίνει κοινή διακινδύνευση και κοινή μοίρα.
Με βάση τα παραπάνω, στο πεδίο της μάχης αποτυπώνεται μια διττή διαπάλη: τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική. Αφορά αφενός τον εσωτερικό κώδικα και την ηθική συνείδηση, την αυτοεκτίμηση και την αποφυγή της πλήρους εξαχρείωσης και αφετέρου την τραγική σύγκρουση με το Χρόνο και την αποφυγή της Ιστορίας ως Μοίρας. Οι ληστές λυτρώνονται από τις ενοχές τους και ταυτόχρονα διαρρηγνύουν την αλυσίδα της Μοίρας-Ενοχής. Η στάση τους όμως αυτή δεν είναι ηρωική, ούτε και άπτεται της Δικαιοσύνης. Γιατί ο «ήρωας» συγγενεύει με το Απόλυτο-Θεό, έχει δυνατότητες που δεν καθορίζονται κοινωνικό-ιστορικά -με ένα προμηθεϊκό άλμα πηδάει έξω από την ιστορία-, είναι το αυτάρκες, αυτοτελές, πανίσχυρο υποκείμενο που αυτοθυσιάζεται στο βωμό των κυρίαρχων αφαιρέσεων· η δε «Δικαιοσύνη» έχει κι αυτή υπερβατικές, αναγώγιμες, διαστάσεις και πάντα απονέμεται από «ήρωες», από μικρούς Κυρίους. Οι ληστές λοιπόν δεν γίνονται ήρωες ούτε Δίκαιοι και άγιοι, παραμένουν γήινοι, βρώμικοι και κολασμένοι. Άλλωστε: «[Η] έξοδος από την αλλοτρίωση […] δεν συλλαμβάνεται ως ηθική θεραπεία της ακολασίας από αγνότητα […] αλλά ως μια “επίδραση από το κατώτερο προς το ανώτερο”. Δεν σώζει ο δίκαιος την πόρνη, αλλά η πόρνη τον δίκαιο.» ήτοι, δεν σώζουν οι μεξικάνοι επαναστάτες την άγρια συμμορία, αλλά η συμμορία απαλλάσσει τον Άνχελ από τα βασανιστήρια και έναν ατιμωτικό θάνατο και τους επαναστάτες από την κυριαρχία του Μαπάτσε.
Οι ληστές είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν, αλλά όχι μόνοι τους. Η μπάσταρδη βία τους, εξιλεωτική («θεϊκή βία») και αιματηρή («μυθική βία») ταυτόχρονα, θα συμπαρασύρει και τον «ένοχο» κόσμο γύρω τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απονέμουν Δικαιοσύνη ή ότι ταυτίζονται υποκειμενικά με τους επαναστάτες και την Επανάσταση. Η δράση-εκδήλωση που συνάδει με την αμφίθυμη ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα τους και την αντιφατικά βιωμένη ιστορική εμπειρία τους, αλλά ταυτόχρονα την ξεπερνά, είναι μια «kill ‘em all and raise hell» εξέγερση (σπείρε την κόλαση Πάικ, θα κραυγάσει ο Ντατς), μια ανελέητη, (αυτό)καταστροφική και κολασμένη (αυτό)κριτική των όπλων, και μάλιστα των πλέον προηγμένων κι εκσυγχρονισμένων (γερμανικό οπλοπολυβόλο)· μια δράση εγωιστική μα ταυτόχρονα αλληλέγγυα, απεγνωσμένη μα γεμάτη ζέση, χαρά και δύναμη, αυτοκτονική μα λυτρωτική, καταστροφική μα δημιουργική, μια δράση εντός-πέραν-και ενάντια στο μηδενισμό. «Η απαξίωση και αναβάθμιση του βέβηλου κόσμου […] αποτελούν όψεις μια και της αυτής [διαλεκτικής] κίνησης».
Στο τέλος της ταινίας εκρήγνυνται τα προσωπικά και συλλογικά τους αδιέξοδα, οι ενοχές και οι αντιφάσεις τους, μα η έκρηξη αυτή πυροδοτείται από έναν καταλύτη: την επιθυμία και απόφασή τους να πάνε κόντρα στη βία της «συνήθους πορείας των πραγμάτων» με τη συνειδητή ανάληψη των αντιφάσεων στο πεδίο της πράξης, της μετασχηματιστικής δραστηριότητας, το μόνο πεδίο όπου μπορούν να «λυθούν τα μάγια». Και η πράξις αυτή, υλικότατη και γήινη μα ταυτόχρονα «αλληλέγγυα με τη μεταφυσική τη στιγμή της πτώσης της», είναι η αλληλεγγύη.'

Mohado, Η Άγρια Συμμορία: Εξέγερση στην Κόψη του Χρόνου, εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες

'Η εξουσία και ο κόσμος που, παρότι δεν αποτελεί εξουσία, διατηρεί απτές σχέσεις με την εξουσία έχει αποκλείσει τους ελεύθερους διανοούμενους –ακριβώς εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο είναι φτιαγμένος– από την πιθανότητα να έχουν αποδείξεις και ενδείξεις. Θα μπορούσα να αντιτάξω ότι εγώ, για παράδειγμα, ως διανοούμενος και εφευρέτης ιστοριών, θα μπορούσα να εισέλθω σε αυτόν τον κατηγορηματικά πολιτικό κόσμο (της εξουσίας ή κοντινό στην εξουσία), αν συμβιβαζόμουν με αυτόν, και κατόπιν θα μπορούσα να απολαύσω το δικαίωμα να έχω, κατά πάσα πιθανότητα, αποδείξεις και ενδείξεις.
Στην οποιαδήποτε ένσταση θα απαντήσω ότι αυτό δεν είναι εφικτό γιατί είναι ακριβώς η αποστροφή μου να προσχωρήσω σε έναν τέτοιο πολιτικό κόσμο που προσδιορίζει το δυνητικό μου θάρρος ως διανοούμενου να πει την αλήθεια: δηλαδή να πω τα ονόματα.
Το θάρρος του διανοούμενου να λέει την αλήθεια και η πολιτική πρακτική είναι δύο ασυμβίβαστα πράγματα στην Ιταλία.
Στον διανοούμενο –βαθιά και έντονα περιφρονημένο από ολόκληρη την ιταλική αστική τάξη– επιδίδεται μια διαταγή να επιτελέσει έναν ρόλο, φαινομενικά εξέχοντα και ευγενή, αλλά στην πραγματικότητα δουλοπρεπή: εκείνον του να πραγματεύεται ηθικά και ιδεολογικά ζητήματα.'

Πιερ Πάολο Παζολίνι, μτφρ. Ηλίας Διάμεσης, εκδ. Ουαπίτι

Εξώφυλλο: Πιέρ Κλαστρ, Για την Εθνοκτονία

'Που εντοπίζουμε τη διαφορά που μας εμποδίζει να βάλουμε τα βαρβαρικά έθνη (τους Ίνκας, τους φαραώ, τον ανατολικό δεσποτισμό κλπ) και τα πολιτισμένα κράτη (τον δυτικό κόσμο) στο ίδιο επίπεδο ή στο ίδιο τσουβάλι; Ανιχνεύουμε αυτή τη διαφορά, καταρχήν στο επίπεδο της εθνοκτονονικής ικανότητας των κρατικών μηχανισμών. Στην πρώτη περίπτωση, αυτή η ικανότητα περιορίζεται όχι από την αδυναμία του κράτους αλλά, αντιθέτως, από τη δύναμή του: η εθνοκτονική πρακτική -η κατάργηση της διαφοράς όταν μετατρέπεται σε αντίθεση- παύει όταν η κρατική ισχύς δεν διατρέχει πλέον κανένα κίνδυνο. Οι Ίνκας ανέχονταν τη σχετική αυτονομία των κοινοτήτων των Άνδεων, εφόσον οι τελευταίες αναγνώριζαν την πολιτική και θρησκευτική εξουσία του Αυτοκράτορα. Επισημαίνουμε, από την άλλη, ότι στη δεύτερη περίπτωση -τα δυτικά κράτη- η εθνοκτονική ικανότητα είναι απεριόριστη, αχαλίνωτη. Είναι ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο που μπορεί να οδηγήσει στη γενοκτονία, που μπορεί κανείς πραγματικά να θεωρήσει τον δυτικό κόσμο σαν απολύτως εθνοκτονικό. Αλλά πού προέρχεται κάτι τέτοιο; Τι περιέχει ο δυτικός πολιτισμός που τον καθιστά απείρως πιο εθνοκτονικό από άλλες κοινωνικές μορφές; Είναι το σύστημά του της οικονομικής παραγωγής, για την ακρίβεια ένας χώρος απεριόριστος, ένας χώρος χωρίς συγκεκριμένο τόπο, με την έννοια της συνεχούς απώθησης των συνόρων, ένας άπειρος χώρος συνεχούς παραχάραξης. Αυτό που διαφοροποιεί τη Δύση είναι ο καπιταλισμός ως η αδυναμία παραμονής εντός ενός συνόρου, ως το πέρασμα όλων των συνόρων· είναι ο καπιταλισμός ως ένα σύστημα παραγωγής για το οποίο τίποτα δεν είναι αδύνατο, όντας κάτι τέτοιο ο αυτοσκοπός του: είτε φιλελεύθερη, ιδιωτική, όπως στη Δυτική Ευρώπη, η βιομηχανική κοινωνία, η πιο τρομερή μηχανή καταστροφής. Φυλές, κοινωνίες, άτομα, χώρος, φύση, θάλασσες, δάση, υπέδαφος: όλα είναι χρήσιμα, όλα πρέπει να χρησιμοποιηθούν, όλα πρέπει να είναι παραγωγικά, με την παραγωγικότητα να ωθείται στον μέγιστο βαθμό της έντασής της.'

Πιέρ Κλαστρ, Για την Εθνοκτονία, επιμ. Παναγιώτης Καλαμαράς, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα

Εξώφυλλο: Ρολάν Μπαρτ, Ο Φωτεινός Θάλαμος

'Στο βάθος, αυτό που επιδιώκω με τη φωτογραφία που μου βγάζουν (η «πρόθεση» σύμφωνα με την οποία την κοιτάζω), είναι ο Θάνατος: ο Θάνατος είναι το είδος αυτής της φωτογραφίας. Έτσι, παραδόξως, το μόνο πράγμα που ανέχομαι, που μ’ αρέσει, που μου είναι οικείο, όταν με φωτογραφίζουν, είναι ο κρότος της συσκευής. Για μένα, το όργανο του Φωτογράφου δεν είναι το μάτι (αυτό με τρομάζει), είναι το δάχτυλο: αυτό που συνδέεται με το επίσχεστρο του διαφράγματος, με το μεταλλικό γλίστρημα της πλάκας (όταν η συσκευή έχει ακόμα πλάκες). Μ’ αρέσουν αυτοί οι μηχανικοί κρότοι σχεδόν με ηδονικό τρόπο, λες και, από τη Φωτογραφία, ήταν αυτό ακριβώς ─και αυτό μόνο─ στο οποίο γαντζώνεται η επιθυμία μου, καθώς σπάζουν με το ξερό πλατάγισμά τους το θανατηφόρο στρώμα της Πόζας. Για μένα, ο αχός του Χρόνου δεν είναι λυπητερός: μ’ αρέσουν οι καμπάνες, τα ρολόγια, τα εκκρεμή─ και θυμάμαι πως αρχικά το φωτογραφικό υλικό είχε σχέση με την τεχνική της ξυλουργικής και των μηχανών ακριβείας: οι φωτογραφικές μηχανές ήταν, στην ουσία, οπτικά ρολόγια και ίσως, μέσα μου, κάποιος πολύ παλιός ακούει ακόμα μέσα στη φωτογραφική συσκευή τον ζωντανό βόμβο του ξύλου.'

'Στη Φωτογραφία, η παρουσία του πράγματος (σε ορισμένη περασμένη στιγμή) δεν είναι ποτέ μεταφορική· και για ό,τι αφορά τα έμψυχα όντα, ούτε η ζωή τους, εκτός κι αν φωτογραφίζουμε πτώματα· και πάλι: αν η φωτογραφία γίνεται τότε φρικαλέα, είναι επειδή πιστοποιεί ─αν μπορούμε να το πούμε έτσι─ ότι το πτώμα είναι ζωντανό, ως πτώμα: είναι δηλαδή η ζωντανή εικόνα ενός πεθαμένου πράγματος. Διότι η ακινησία της φωτογραφίας είναι σαν το αποτέλεσμα μιας διάστροφης σύγχυσης δύο εννοιών: του Πραγματικού και του Ζωντανού: η φωτογραφία, επιμαρτυρώντας ότι το αντικείμενο ήταν πραγματικό, μας σπρώχνει κρυφά να πιστέψουμε ότι είναι αληθινό, πέφτοντας στην παγίδα, που μας κάνει ν’ αποδίδουμε στο Πραγματικό μιαν απόλυτα ανώτερη, καθότι αιώνια, αξία· απωθώντας όμως τούτο το πραγματικό προς το παρελθόν («αυτό υπήρξε»), μας υποβάλλει την ιδέα ότι είναι κιόλας νεκρό. Γι’ αυτό είναι καλύτερα να λέμε πως το αμίμητο γνώρισμα της Φωτογραφίας (το νόημά της) είναι ότι κάποιος είδε το ανάφορο (έστω κι αν πρόκειται για αντικείμενα) με σάρκα και οστά, ή και αυτοπροσώπως. Η Φωτογραφία άρχισε, άλλωστε, ιστορικά ως μια τέχνη του Προσώπου: της ταυτότητάς του, του ιδιωτικού του είναι, αυτό που θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε, με όλες της σημασίες της έκφρασης, ιδιαιτερότητα του σώματος. Κι εδώ πάλι, από μια φαινομενολογική άποψη, ο κινηματογράφος αρχίζει να διαφορίζεται από τη Φωτογραφία διότι ο κινηματογράφος (της φαντασίας) σμίγει δύο πόζες: το «αυτό υπήρξε» του ηθοποιού και το «αυτό υπήρξε» του ρόλου, έτσι που (πράγμα που δε θα ένιωθα μπροστά σ’ έναν ζωγραφικό πίνακα) δεν μπορώ ποτέ να βλέπω ή να ξαναβλέπω σ’ ένα φιλμ ηθοποιούς που ξέρω πως έχουν πεθάνει δίχως κάποια μελαγχολία: την ίδια τη μελαγχολία της Φωτογραφίας.'

'Η Φωτογραφία δεν εκφράζει (αναγκαστικά) αυτό που έπαψε να υπάρχει, παρά μόνο και σίγουρα αυτό που υπήρξε. Αυτή η λεπτολογία είναι αποφασιστικής σημασίας. Μπρος σε μια φωτογραφία, η συνείδηση δεν παίρνει σώνει και καλά τον νοσταλγικό δρόμο της ανάμνησης (πόσες φωτογραφίες είναι έξω από τον ατομικό χρόνο), αλλά, για κάθε φωτογραφία που υπάρχει στον κόσμο, το δρόμο της βεβαιότητας: η ουσία της Φωτογραφίας είναι να επικυρώνει εκείνο που παρασταίνει. […] Τούτη τη βεβαιότητα κανένα γραφτό δεν μπορεί να μου τη δώσει. Το κακό (αλλά και η ηδονή) για τη γλώσσα είναι ότι δεν μπορεί ν’ αποδείξει η ίδια την αυθεντικότητά της. Το νόημα της γλώσσας είναι ίσως αυτή ή αδυναμία ή, για να το πούμε με θετικό τρόπο: η γλώσσα είναι, από τη φύση της, πλασματική· για να κάνουμε τη γλώσσα μη πλασματική μας χρειάζεται ένα πελώριο σύστημα μέτρων: επιστρατεύουμε τη λογική ή, ελλείψει αυτής, τον όρκο ενώ η Φωτογραφία είναι αδιάφορη σε κάθε λογής διαμεσολάβηση: δεν εφευρίσκει· είναι το ίδιο το τεκμήριο της αυθεντικότητας· τα ─σπάνια─ τεχνάσματα που επιτρέπει, δεν έχουν αποδεικτική ισχύ, είναι, αντίθετα, παραποιήσεις: η φωτογραφία δεν είναι δημιουργική παρά μόνο όταν κάνει ζαβολιές. Είναι μια προφήτισσα από την ανάποδη, σαν την Κασσάνδρα, αλλά με τα μάτια στραμμένα στο παρελθόν, δεν ψεύδεται ποτέ: ή μάλλον, μπορεί να πει ψέματα για το νόημα του πράγματος, μια κι είναι από τη φύση της προεσκεμμένη, ποτέ για την ύπαρξή του. Αν και ανίκανη για γενικές ιδέες (για επινοήσεις), η δύναμή της είναι ωστόσο ανώτερη από καθετί που μπορεί ή μπόρεσε να συλλάβει το ανθρώπινο πνεύμα για να μας κάνει βέβαιους για την πραγματικότητα─ αλλά η πραγματικότητα αυτή δεν παύει να είναι μια σύμπτωση («έτσι, χωρίς τίποτε περισσότερο»).'

Ρολάν Μπαρτ, Ο Φωτεινός Θάλαμος, μτφρ. Γιάννης Κρητικός, εκδ. Κέδρος

Εξώφυλλο: Γκουίντο Σερονέτι, Η Σιωπή του Σώματος

'Έλεγε ο Albert Camus στο Jean Guitton: «Αυτός δεν έχει σκοτώσει ποτέ ούτε μύγα». Και απαντούσε ο Guitton: «Η μύγα που δεν σκότωσε, κάπου αλλού μετέφερε την πανώλη». Έπρεπε να πουν ψύλλο, αντί μύγα, αλλά η ηθική αλήθεια παραμένει.'

'(Ο εραστής μαζεύει ευλαβικά με τα χείλη του ένα δάκρυ που πέφτοντας απ’ το μάτι κυλάει στις υδρορροές του προσώπου, αλλά θα το αγνοούσε αν το έβρισκε στο τραπέζι της κουζίνας). Η αμαρτία εδώ είναι ειδωλολατρία (όχι μικρό πράγμα), και η τρέλλα είναι αναλυτικού τύπου: βλέπει τεράστιο ένα μικρό μέρος, καταβροχθίζει ένα κομμάτι σώματος, διαχωρίζει το σύνολο, προσβάλλει την ψυχή που φωνάζει: Εγώ, Όλο! Αλλά δεν υπάρχει στόμα που να μπορεί να καταπιεί ένα ολόκληρο σώμα. Έτσι η αδυναμία μας να εγκολπωθούμε την ολότητα, το άφατο Ένα, υποθάλπει την τρέλλα του έρωτα για όργανα, μέρη, εκκρίσεις, απεκκρίσεις, κάνει τον ερωτισμό μια αιώνια κατάρα. Δεν υπάρχει εραστής χωρίς προτιμήσεις: η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτόν που προτιμάει τα μάτια κι αυτόν που προτιμάει τα περιττώματα, το δάκρυ ή τα ούρα, δεν είναι ουσιαστική· η προτίμηση είναι αυτή που υποδεικνύει, με διαφορετικές βαθμίδες, την ερωτική τρέλα· ο σοφός απαρνιέται κάθε ιδέα κτήσης, προτιμώντας το όνειρο της ιδανικής ακεραιότητας του πλάσματος που αγαπάει.'

'Το ιερό φοβίζει. Όμως άλλο τόσο φοβίζει και η απουσία του, και ο κόσμος χωρίς ιερότητα, χωρίς κανόνες, χωρίς απαγορεύσεις. Ελεύθεροι, δεν μπορούμε να υπάρξουμε. Πρέπει να διαλέξουμε τι είναι αυτό που δίνει τη μεγαλύτερη παρηγοριά.'

'Στο Μουσείο του Bolzano υπάρχει μια Ανάληψη στον ουρανό, ανάμεσα σε αγγέλους, της Μαρίας Μαγδαληνής. Θαύμα δεν είναι η ανάληψη μιας Παρθένου, αλλά η ανάληψη μιας πουτάνας.'

'Να νοιώθεις την Επιθυμία όταν αποσπάται και ξεμακραίνει από τη σάρκα σου είναι σαν να παρακολουθείς το κορμί όταν αποσπάται από την ψυχή για να εξαφανιστεί.'

'Διαφορά ανάμεσα σ’ έναν άγιο και έναν φιλόσοφο. Η αράχνη που συλλαμβάνει μύγες γοήτευε τον Άγιο Αυγουστίνο· ο Spinoza τις έβαζε επίτηδες μπροστά της.'

Γκουίντο Σερονέτι, Η Σιωπή του Σώματος, μτφρ. Ιρένε Μαραντέι, εκδ. Ροές

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑