
'Είναι γεγονός ιστορικό ότι, από την επικράτηση του χριστιανισμού ως τις μέρες μας, ούτε ένας Έλληνας φιλόσοφος παγκοσμίου κύρους δεν ύψωσε πλέον τη φωνή του στα εδάφη της Ανατολικής Ρώμης, με την εξαίρεση ίσως του Ψευδοδιονυσίου (500 μ.Χ. -που έγραψε ως «Διονύσιος Αρεοπαγίτης»). Τα βιβλία της Ιστορίας της Φιλοσοφίας μιλούν σ’ αυτήν τη συνάρτηση για τον καταστροφικό ρόλο των βαρβαρικών επιδρομών στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που επέφερε το Μεσαίωνα. Όμως αυτά τα ιστορικά δεδομένα δεν ισχύουν για το Βυζάντιο, όπου και η πολιτική αυτονομία διατηρήθηκε και η ελληνική γλώσσα.
Μετά την περιπέτεια των Απολογητών Πατέρων, όταν ο διάλογος με την ελληνική Φιλοσοφία αποτελούσε για τους χριστιανούς ιεαροποστόλους πολιτική αναγκαιότητα πρώτου μεγέθους, ο χριστιανισμός γύρισε, υπακοούοντας αβίαστα στην εσωτερική του νομοτέλεια, στις αντιφιλοσοφικές ιδρυτικές διακηρύξεις του Αποστόλου Παύλου: γέγραπται γαρ απολώ την σοφίαν των σοφών, και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω (Κορ. Α΄, α΄19)· και: πού σοφρός; πού γραμματεύες; πού συζητητής του αιώνος τούτου; ουχί εμώρανε ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου; (Κορ. Α΄, α΄ 20)· ή: επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος διά της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας (Κορ. Α΄, α΄ 21)· και: επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλληση δε μωρίαν (Κορ. Α΄, α΄ 22-23)...
Κατά τον Παύλο, όπως βλέπουμε, ο ίδιος ο Θεός αντιτίθεται σε όσους προσπαθούν να τον γνωρίσουν μέσω της σοφίας· ως τέτοιοι κατανομάζονται οι Έλληνες. Βαθύτερη και θεμελιωδέστερη διαφορά μεταξύ του πρωτοχριστιανισμού και της ελληνικής παιδείας από αυτή δεν μπορεί να υπάρξει. Η «μωρία» του κηρύγματος είναι το παράλογο, και το παράλογο που νικά το Λόγο είναι η ουσία της πίστης («Qredo quia absurdum est», Τερτυλλιανός). Έτσι ερμήνευσε και ο Kierkegaard το χριστιανισμό εναντίον του Hegel.
Είναι αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι το σφρίγος του χριστιανισμού είναι ο λογιατατισμός των Απολογητών και η αλληγορική μέθοδος ερμηνείας -ή μάλλον παρερμηνείας- των Γραφών, που οι Κλήμης και Ωριγένης δανείσθηκαν από τους στωικούς για να εκλογικεύσουν το Παράλογο. Χριστιανισμός, πολύ περισσότερο, είναι: μωρία της προφητείας, ελπίδα των απελπισμένων, τρόμος της ενοχής, πίστη που σώζει.
Πώς να ερμηνεύσουμε, επί τη βάσει όλων αυτών, εκείνη τη φαινομενικά αινιγματική φράση του Χριστού, όταν επρόκειτο να συναντηθεί με τους Έλληνες: «Ήρθε η στιγμή να δοξασθεί ο Υιός του Ανθρώπου»; Σίγουρα όχι όπως η ορθόδοξη Εκκλησία, που διαβάζει τη φράση σαν το ακριβώς αντίθετό της: «Ήρθε η στιγμή να δοξασθούν οι Έλληνες»! Ο Χριστός εννοούσε ακριβώς αυτό που είπε, ότι ο ίδιος επρόκειτο να δοξασθεί: δια της νίκης του επί των Ελλήνων, της κατίσχυσης του Θείου Κηρύγματος επί της ελληνικής ορθολογικής παιδείας. Η ιστορική εξέλιξη τον δικαιωσε...
Το υμνολόγιο του νικηφόρου χριστιανισμού, που κάθε μέρα του χρόνου ακούγεται στις ελληνικές εκκλησίες, συντηρεί ζωντανή την ανάμνηση της ήττας του ελληνικού πνεύματος (από την Παρακλητική ή Οκτώηχον): Σοφία και γνώσει αληθεί οι μάρτυρες πληρούμενοι, εληνικήν σοφίαν εμώραναν, τον σοφιστήν τε κακίας ώλεσαν, και στερρώς αθλήσαντες, επαξίως έλαβον, τους της νίκης στεφάνους γηθόμενοι (Δευτέρα πρωί, Ωδή γ΄, σ. 21). Κύριε, το απόρρητον μυστήριον της σης σαρκώσεως κηρύξαντες, οι άσοφοι φιλοσόφους κατήσχυναν, του ρήτορος αλιείς επεστόμισαν και γεγόνασι των εθνών σοφοί διδάσκαλοι, φωτίσαντες τα πέρατα της θείας γνώσεως, δι’ αυτών δίδου ημίν το μέγα έλεος (Πέμπτη πρωί, Εις τον όρθρον, σ. 23). Εμώραναν την σοφίαν και σοφιστήν της κακίας απώλεσαν και τους εν αγνοία πλανωμένους φέγγει ευσεβίας οι σοφοί εφώτισαν (Πέμπτη πρωί, Ωδή, σ. 369).
Ο χριστιανισμός, παρά τον τεράστιο όγκο των «ορθολογικών» πατερικών κειμένων, δεν είναι, όπως πολύ σωστά διέγνωσε ο Kierkegaard, φιλοσοφικό σύστημα. Η πειθώ που ασκεί είναι άλλης εμπνεύσεως. Όποιος θεωρεί ότι οι χιλιάδες μάρτυρες που επέλεξαν να πεθάνουν για το χριστιανισμό το έπραξαν επειδή επείσθησαν από την πατερική διαβεβαίωση ότι ο Χριστός ήταν ο Λόγος, δεν έχει διορατικότητα. Αν οι χριστιανοί επέλεγαν να πεθάνουν για την εναργή φιλοσοφική γνώση, θα το έπρατταν στο όνομα του Σωκράτη, του Ζήνωνα, του Επίκουρου και των άλλων μεγάλων εκπροσώπων της ελληνικής παιδείας, σε σύγκριση με τους οποίους ολόκληρη η Πατερική Φιλολογία, ως προς το φιλοσοφικό περιεχόμενο, δεν είναι περισσότερο από μια υποσημείωση!
Για το λόγο αυτό οι συγκριτικές θεωρήσεις που καταδεικνύουν την έλλειψη πρωτοτυπίας των διανοημάτων της χριστιανικής κοσμοθεώρησης, ανιχνεύοντας σημείο προς σημείο τους δανεισμούς της από την ελληνική Φιλοσοφία, καταλήγουν σε αδιέξοδο: μα αν ο χριστιανισμός δεν έφερε τίποτα καινούριο στον ελληνόφωνο κόσμο, τότε πώς πίστεψαν, οργανώθηκαν και νίκησαν οι χριστιανοί με βάση το τίποτα;
Η απάντηση ίσως βρίσκεται στο επίπεδο της πράξης στην καθημερινή ζωή. Ο Ζήνων της Στοάς είχε πολλά χρόνια προ Χριστού βρει ότι όλες οι ταξικές διακρίσεις των ανθρώπων ήσαν τυχαίες και έπρεπε να καταργηθούν, αλλά οι χριστιανοί έκαναν πράξη την αποδοχή των σκλάβων στις κοινότητές τους. Η Στοά πάλι είχε αποσαφηνίσει τη διαφορά ανάμεσα στον ανώτερο νόμο της φύσης και το νόμο της κοινωνίας, αλλά οι χριστιανοί αποτόλμησαν να ζήσουν στο περιθώριο της κοινωνίας της εποχής τους, σύμφωνα με το νόμο του Χριστού που, κατά τους Πατέρες, είχε την τελειότητα του νόμου της φύσεως. Ούτε η αγάπη προς τον πλησίον είναι αποκλειστικώς χριστιανική αρετή, αλλά, στην εποχή που εξετάζουμε, οι χριστιανοί την έκαναν πράξη πολύ πιο αποτελεσματικά από κάθε άλλη ομάδα. Ο Κέλσος έβρισκε τη χριστιανική ηθική κοινότοπη, χωρίς καμία νέα εντυπωσιακή διδασκαλία· «η συμβουλή να στρέφεις το άλλο μάγουλο εκφράσθηκε καλύτερα από τον Πλάτωνα», παρατήρησε. «Όμως ο Πλάτωνας απευθυνόταν στην υψηλή κοινωνία και όχι, όπως οι χριστιανοί κήρυκες, στο πλήθος», απάντησε ο Ωριγένης...
Τελικά, ίσως ο καλύτερος τρόπος να κλείσουμε το ζήτημα της επικράτησης του χριστιανισμού είναι με τα λόγια ενός οξυδερκούς ερευνητή: «Σε εποχές αγωνίας, κάθε ολοκληρωτική πίστη ασκεί ισχυρή έλξη... Ο χριστιανισμός θεωρήθηκε άξιος να ζήσει επειδή θεωρήθηκε άξιος να πεθάνει κανείς γι’ αυτόν»...'
Κωσταντίνος Ρωμανός, Η Ελληνική Παιδεία: Πέραν του Δωδεκάθεου και της Ορθοδοξίας, εκδ. Κάκτος
Ενθύμιο - Cid Corman
Έχω ακόμα
ένα
αγριολούλουδο
ανάμεσα
στα φύλλα
εκείνου του
ημερολογίου
τόσο δα
κίτρινο
συμπιεσμένο
παρ’ όλα αυτά
σωσμένο
από τα
χρονικά
εκείνων
των αγρών
όπου κι οι δύο
μελαγχολήσαμε
και
ονειρευτήκαμε τις
ζωές απ’ τις
οποίες δεν
μπορέσαμε τότε
να ξεφύγουμε
παρά μόνο
ζώντας τες
διαμέσω αυτού
του θανάτου.
*
Η φυσική ικανότητα - Robert Creeley
Πρώτα εκεί, επικυρώνει πως είναι εδώ ακόμα.
Μακρινό όπως φαίνεται, ύστερα κοντινό μοιάζει.
Το βρίσκω εδώ κι εκεί ασαφές.
Άμα το χέρι μου δεν ήταν παρά μία
προέκταση ενός εξωτερικού που μέσα προσεγγίζει
για να εργαστεί με κοινά μέσα ώστε εμένα να αλλάξει;
Όλα τα πράγματα είναι ύλη, κι όμως μοιάζουν
συλλαβόντα σ’ ενός ονείρου την ανυπομονησία,
εγκλωβισμένα μες στην αμηχανία που εκφράζουν.
*
Πρόζα 31 (Η Λογική των Αντιφάσεων) - Michael Palmer
Ένα λογικό αξίωμα λένε πως είναι μία κενή
ή βάσιμη εισήγηση διότι τίποτα δεν γίνεται να
προστεθεί στις λογικές βάσεις του επιχειρήματος
το οποίο διέπει. Αυτό οδηγεί στη λογική των
αντιφάσεων. Είναι ανακόλουθο να πούμε πως
μία πρόταση είναι απίθανη διότι είναι
αυτό-αντικρουόμενη. (Είναι επίσης αμφίσημη).
Η ερμηνεία του πιθανού δοθείσα σε μία
καθορισμένη κατάσταση πληροφόρησης (πραγματική ή
υποτιθέμενη) που δεν γνωρίζουμε πως δεν είναι αληθής,
άλλο ένα ανακόλουθο αποκρύπτει.
από το Η Μεταμοντέρνα Αμερικανική Ποίηση, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Κουκούτσι
* * *
'Οι ποιητές μαθαίνουν στους αναγνώστες να βλέπουν και να ζουν τον κόσμο με διαφορετικούς τρόπους από εκείνους που οι τελευταίοι έχουν συνηθίσει. Ο μεταμοντερνισμός διερεύνησε, όπως και ο μοντερνισμός, τη σχέση της γλώσσας με την ταυτότητα της ποίησης και τη διαχείριση των εννοιών. Ανήγαγε όμως τις αιτιώδεις διαδικασίες σε ποιητική μορφή που δεν χρειαζόταν περιεχόμενο για να υπάρξει αλλά μόνο κάποιου είδους αισθητική ενσωμάτωση.
Η πεποίθηση της «ασυνέχειας» μεταξύ ποιητικού υποκειμένου και αντικειμένου ήταν απολύτως λογικό να δημιουργήσει το αίσθημα του κατακερματισμού, εφόσον στην καθημερινή ζωή οι διακρίσεις και οι ασταμάτητες κατανομές δημιούργησαν περαιτέρω ρήξη με την πραγματικότητα. Αυτή είναι μια αλήθεια. Αναρωτιέται όμως κανείς για ποιο λόγο, για ποια γραφή, είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί τη ζωή μέσω κάποιας αναξιόπιστης προβολής κατά την οποία η ζωή και το πνεύμα παύουν να επινοούν τον εαυτό τους στο αεικίνητο σημείο συμβολής ζωής και θανάτου, δηλαδή στην ποίηση.
Οι αυτοτελείς μετατοπίσεις σφυρηλατούν εντέλει μία διαδοχικότητα που μονίμως χρήζει διαδοχής. Γιατί δεν διαθέτει περιεχόμενο, ή, το περιεχόμενο που διαθέτει, δεν είναι αρκετό για ποίηση. Η ποίηση συμβαίνει εκ νέου, ώστε το περιεχόμενο να είναι αναντικατάστατο, ειδικά όταν αρνείται να υπάρξει ως τέτοιο· όταν επιλέγει να απουσιάζει, ώστε η μόνη εγκυρότητα που απομένει να είναι η δημιουργία του.
Μια υπεραπλούστευση του παραπάνω, που βοηθά στη διάκριση μεταξύ συντονισμού και στόχου: η ειρωνεία μπορεί να είναι μέρος της ποίησης μόνον όταν βρίσκεται σε σημείο ρήξης, ή όταν αποτελεί η ίδια σημείο ρήξης. Όταν η ειρωνεία εμφανίζεται ως επιθυμία για απόκλιση από την κανονικότητα, έχουμε επιθυμία απόκλισης από την κανονικότητα, δεν έχουμε ποιητική ειρωνεία. Μα θα υποκριθώ πως δεν έγραψα την προηγούμενη φράση, πως δεν βρίσκομαι εδώ, ώστε να διαβαστεί απρόσκοπτα.
Σημαντικοί, μοντερνιστές ή μεταμοντερνιστές, ήταν οι ποιητές που διέθεταν μοναδική, ιδιόμορφη γραφή, όπως συμβαίνει με κάθε σημαντικό ποιητή του απώτερου παρελθόντος και θα συμβεί παρομοίως στο απώτερο μέλλον. Δεν καθιστά το λογοτεχνικό κίνημα σημαντικό έναν ποιητή. Ο ποιητής, από τη στιγμή που δημιουργεί, είναι ήδη πιο ελεύθερος και αποριοθετημένος. Το ποίημα δεν σηματοδοτεί τη ρητή επιδίωξη της αναπαράστασης της ιδέας ενός ποιήματος, ή την ιδέα του ποιήματος. Είναι ποίημα. Εφήμερη ενσάρκωση του διαχρονικού.'
Γιάννης Λειβαδάς, από την Εισαγωγή της έκδοσης
Ἡ πίπα τοῦ Στάλιν
Ὁ Στάλιν δέχεται στὸ γραφεῖο του μιὰ ἀντιπροσωπεία βιομηχανικῶν ἐργατῶν ἀπὸ τὰ Οὐράλια. Μόλις φεύγουν, ψάχνει τὴν πίπα του νὰ καπνίσει – πουθενᾶ ἡ πίπα. Φωνάζει τὸν Μπέρια:
— Λαβρέντι, ἦταν ἐδῶ οἱ ἐργάτες ἀπὸ τὰ Οὐράλια, μόλις ἔφυγαν καὶ δὲν μπορῶ νὰ βρῶ τὴν πίπα μου...
Ὁ Μπέρια ἀμέσως τρέχει πίσω ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπεία. Ὁ Στάλιν ψαχουλεύει λίγο ἀκόμα στὸ γραφεῖο του, ἀνοίγει ἕνα συρτάρι, σηκώνει κάτι χαρτιὰ καὶ βρίσκει ἀπὸ κάτω τὴν πίπα. Παίρνει τηλέφωνο:
— Λαβρέντι, ἄκυρο, τὴ βρῆκα τελικὰ τὴν πίπα. Στὸ συρτάρι ἦταν.
— Ἄ ναί; Γιατὶ ἐδῶ ἔχουν ἤδη ὅλοι ὁμολογήσει.
*
Ἐδῶ Ράδιο Ἀρμενία
Οἱ ἀκροατὲς μᾶς ρωτοῦν: «Γιατί οἱ ἀστυνομικκοὶ κυκλοφοροῦν πάντοτε σὲ τριάδες;»
Ἐμεῖς ἀπαντᾶμε: «Ὁ ἕνας ξέρει νὰ γράφει. Ὁ ἄλλος ξέρει νὰ διαβάζει. Ὁ τρίτος παρακολουθεῖ αὐτοὺς τοὺς δύο ἐπικίνδυνους διανοούμενους».
*
Τὰ κρεπωλεῖα στὴν Πολωνία
— Γιατί στὴν Πολωνία τὰ κρεοπωλεῖα πρέπει ὑποχρεωτικὰ νὰ ἀπέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον πέντε χιλιόμετρα;
— Γιὰ νὰ μὴν μπερδεύονται οἱ οὐρές.
*
Καὶ πάλι περὶ κομμουνισμοῦ
— Μπαμπά, τί εἲναι κομμουνισμός;
— Λοιπόν, κοίτα νὰ δεῖς: ἢταν κάποτε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἔλεγαν Λένιν... Δηλαδή, βασικά, Οὐλιάνοφ τὸν ἔλεγαν ἀλλά... Τέλος πάντων, αὐτὸς ἔκανε μιὰ ἐπανάσταση σὲ μιὰ πόλη, τὸ Λένιγκραντ... Δηλαδὴ τὴν Πετρούπολη. Ἡ ἐπανάσταση ξεκίνησε τὸν Ὀκτώβριο καί... Βέβαια, κανονικὰ ἦταν Νοέμβριος, τέλος πάντων. Μετὰ ὁ Στάλιν, ποὺ τὸ πραγματικό του ὄνομα εἶναι Τζουγκασβίλι...
— Μπαμπά, ὅλα αὐτὰ δὲν βγάζουν νόημα.
— Ἔ, τώρα κατάλαβες τί εἶναι κομμουνισμός.
από το Η Πίπα του Στάλιν και Άλλα (Αντι)σοβιετικά Ανέκδοτα, εκδ. Κίχλη
* * *
'Ἡ ἔννοια «ἀντικαθεστωτικός» εἶναι μονοσήμαντη, ἑτεροπροσδιοριζόμενη καὶ ἀνεπαρκής, ἄν τὴ δοῦμε μὲ τὴ ματιὰ τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀντιλαμβάνεται τὴ «σύντομη ἱστορία τοῦ 20οῦ αἰώνα» ἀπλουστευτικά, ὡς σύγκρουση τῶν δυνάμεων τοῦ Καλοῦ καὶ τοῦ Κακοῦ. Ἀντίθετα, τὴν ἔκταση καὶ τὴ σημασία τοῦ φαινομένου τῶν ἀντισοβιετικῶν ἀνεκδότων μποροῦμε νὰ τὴν κατανοήσουμε μόνον ἄν λάβουμε ὑπόψη ὅτι μεταξύ τῶν φορέων τῶν ἀνεκδότων αὐτῶν ὑπῆρχαν καὶ πολλοὶ τῶν φορέων τῶν ἀνεκδότων αὐτῶν ὑπῆρχαν καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ εἲτε εἶχαν πιστέψει στὸ ὅραμα μιᾶς κομμουνιστικῆς κοινωνίας μὲ ἀπόλυτη ἐλευθερία εἴτε εἶδαν τὴν Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση καὶ τὸν ἐρχομὸ τῶν μπολσεβίκων στὴν ἐξουσία μὲ συμπάθεια ἤ ἀνοχὴ χωρὶς οἱ ἴδιοι νὰ εἶναι κομμουνιστές (ὁ Μαντελστάμ, π.χ. ἦταν ἕνας ἀπὸ αὐτούς). Σίγουρα πάντως ὑπῆρχαν μεγάλες μάζες Ρώσων ποὺ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα δυσφοροῦσαν μὲ τὸ ἀναχρονιστικό, ἀναποτελεσματικὸ καὶ καταπιεστικὸ τσαρικὸ καθεστώς· μέρος αὐτῶν τῶν μαζῶν ἐξάλλου ἀποτέλεσε τὸ ἐπαναστατικὸ ὑποκείμενο τῆς περιόδου 1905-1917.
Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶδαν πολὺ σύντομα μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τὸ καθεστὼς τῶν μπολσεβίκων νὰ ἔρχεται ἀντιμέτωπο μὲ τὴν ἀνάγκη διακυβέρνησης μιᾶς πολυπληθοῦς αὐτοκρατορίας ὑπὸ κατάρρευση καὶ σὲ ἐμπόλεμη κατάσταση, μὲ ἄμεση συνέπεια νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ τὶς πρῶτες κιόλας μέρες οἱ ἐκπτώσεις ἀπὸ τὸ κομμουνιστικὸ ἰδεῶδες, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸν ὁδικὸ χάρτη τοῦ μαρξισμοῦ-λενινισμοῦ· εἶδαν τοὺς μπολσεβίκους νὰ ὀργανώνουν σῶμα μυστικῆς ἀστυνομίας στὰ πρότυπα τῆς διαβόητης τσαρικῆς Ὀχράνα μόλις ἕξι ἑβδομάδες ἀπὸ τὴν ἀνάρρησή τους στὴν ἐξουσία· εἶδαν μυστικοὺς πράκτορες, ποὺ δὲν ὑπόκεινταν σὲ κανέναν θεσμικὸ ἤ κομματικὸ ἔλεγχο, παρὰ λογοδοτοῦσαν ἀπευθείας στὴν ὀλιγομελὴ ἡγεσία τοῦ Κόμματος, νὰ συλλαμβάνουν χωρὶς νόμιμες διαδικασίες καὶ νὰ ὑποβάλλουν σὲ συστηματικὰ βασανιστήρια ποικίλους «ἐχθροὺς τοῦ λαοῦ»· εἶδαν ἕναν ἄχρωμο ἀλλὰ πονηρὸ καὶ κυνικὸ Γεωργιανὸ νὰ χειρίζεται ἐπιδέξια τὶς ἐσωκομματικὲς ἀντιθέσεις καὶ νὰ ἀποκτᾶ ἀπόλυτη ἐξουσία μέσα σὲ λίγα χρόνια στὸ Κόμμα καὶ στὴ χώρα, εἰς βάρος σημαντικῶν διανοούμενων μπολσεβίκων, πολὺ ἀνώτερών του σὲ ἰδεολογικὸ καὶ πνευματικὸ ἐπίπεδο, τοὺς ὁποίους τύλιξε σὲ μιὰ κόλα χαρτί, χωρὶς νὰ παραβεῖ τυπικὰ τὶς κομματικὲς διαδικασίες· εἶδαν τοὺς καλύτερους συγγραφεῖς καὶ καλλιτέχνες τῆς χώρας νὰ διώκονται ἤ νὰ ἐξαναγκάζονται σὲ σιωπὴ ἀπὸ δοτὲς ἡγεσίες γραφειοκρατικῶν συνδικαλιστικῶν ὀργάνων καὶ ἀπὸ βολονταριστὲς «πολιτιστικοὺς ἐπαναστάτες»· εἶδαν μιὰ βιομηχανία παραγωγῆς «ἐχθρῶν τοῦ λαοῦ» μὲ ψευδεῖς κατηγορίες, μὲ μοναδικὸ στόχο τὴν τρομοκράτηση τῶν στελεχῶν τοῦ Κόμματος καὶ τῶν ἁπλῶν πολιτῶν· εἶδαν τὸν προλεταριακὸ διεθνισμὸ νὰ ἐγκαταλείπεται χάριν τοῦ ἰδεολογήματος τοῦ «σοσιαλισμοῦ σὲ μιὰ χώρα»· εἶδαν παλαίμαχους μπολσεβίκους, μπαρουτοκαπνισμένους ἐπαναστάτες καὶ συνειδητοὺς κομμουνιστὲς νὰ ὁμολογοῦν ἐγκλήματα ποὺ δὲν εἶχαν διαπράξει ὕστερα ἀπὸ ψυχολογικοὺς ἐκβιασμοὺς καὶ βάναυσα βασανιστήρια· εἶδαν τεράστιες μάζες ἀγροτῶν νὰ καταδικάζονται οὐσιαστικὰ σὲ θάνατο διὰ τοῦ λιμοῦ στὰ χρόνια τῆς βίαιης κολεκτιβοποίησης· εἶδαν, γιὰ νὰ δανειστοῦμε τοὺς στίχους τοῦ Μαγιακόφσκι ἀπὸ τὸ ἡμιτελὲς ποίημα στὸ σημείωμα αὐτοκτονίας του, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1930, «τὴ βάρκα τοῦ ἔρωτα νὰ συντρίβεται στὴν ἀδυσώπητη καθημερινότητα».'
Γιώργος Τσακνιάς, από την Εισαγωγή της έκδοσης

'Ἴσως δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ φυλὴ ποὺ συνέβαλε τὰ μέγιστα στὸ νὰ φέρει τὴν ὑπόσχεση τῆς ἀθανασίας στῆν καρδιὰ καὶ τὴν οὐσία τῶν θρησκειῶν μας, συνέβαλε ἐπίσης τὰ μάλα στὴν ἀρχὴ τοῦ ἀνατοκισμοῦ καὶ ἀγαπᾶ ἰδιαίτερα αύτὸ τὸν πιὸ ὑπολογιστικὸ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπινους θεσμούς.
Μᾶς βλέπω λοιπὸν ἐλεύθερους νὰ ἐπιστρέψουμε σὲ κάποιες ἀπὸ τὶς πιὸ ἀσφαλεῖς καὶ βέβαιες ἀρχὲς τῆς θρησκείας καὶ τῆς παραδοσιακῆς ἀρετῆς — ὅτι ἡ τσιγγουνιὰ εἶναι ἁμαρτία, ὅτι ἡ τοκογλυφία εἲναι κακὴ διαγωγή, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ χρήματος μισητή, ὅτι τοὺς δρόμους τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας τοὺς παίρνουν ἀληθινότερα ὅσοι σκέφτονται λιγότερο τὸ αὔριο. Θὰ βάλουμε καὶ πάλι τοὺς σκοποὺς πιὸ πάνω ἀπὸ τὰ μέσα, καὶ θὰ προτιμᾶμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ χρήσιμο. Θᾶ τιμᾶμε αὐτοὺς ποὺ μποροῦν νὰ μᾶς διδάξουν πῶς νὰ περνᾶμε τὴν ὥρα καὶ τὴ μέρα μας ἐνάρετα καὶ καλά, τοὺς γοητευτικοὺς ἀνθρώπους ποὺ μποροῦν νὰ ἀπολαμβάνουν ἄμεσα τὰ πράγματα, τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ οὔτε κοπιάζουν οὔτε γνέθουν.'
Τζον Μέιναρντ Κέινς, Οικονομικές Προοπτικές για τα Εγγόνια Μας, μτφρ. Χρήστος Μαρσέλος, εκδ. Περισπωμένη
* * *
'Ἡ ἱστορικότητα τῆς οἰκονομίας δὲν εἶναι ὅμως ἄσχετη μὲ τὴν ἱστορικότητα τοῦ ἀνθρώπου, σὲ αὐτὴν ὑπάγεται καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἐξηγεῖται, τουλάχιστον κατὰ τὸ μέρος ποὺ δὲν ἀφορᾶ τὶς εἰδοποιοὺς διαφορές της. Ἡ ἴδια ἡ βασικὴ σκέψη τοῦ Κέυνς, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι διάβροχη ἀπὸ ἱστορικότητα, γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιφυλάσσει στὴν οἰκονομικὴ δραστηριότητα τὸ ρόλο ποὺ ἀντιστοιχεῖ σὲ ὄ,τι οἱ ἀρχαῖοι ὀνόμαζαν χρηματιστική, μιὰ «χαμηλή», σὲ σύγκριση μὲ τὶς ἄλλες ποὺ (πρέπει νὰ) ἐνδιαφέρουν τὸν ἐλεύθερο ἄνθρωπο, δραστηριότητα. Καὶ γι’ αὐτὸ πιστεύει πὼς ὅταν ἱκανοποιηθοῦν οἱ ἀπόλυτες ἀνάγκες, θὰ στραφοῦμε ἐλεύθεροι στὴν ἱκανοποίηση τῶν ἄλλων, τῶν μὲ μιὰ ἔννοια ἀκόρεστων, ποὺ τὶς προσδιορίζει ὡς ἀνάγκες ἀναγνώρισης τῆς ὑπεροχῆς μας. Ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, αὐτὸ εἲναι καὶ πάλι ἕνα ἀρχαιοελληνικὸ ἰδεῶδες. Ὅταν ὅμως θὰ ἔχουν ἱκανοποιηθεῖ οἱ ἀπόλυτες ἀναγκες, καὶ δὲν θὰ ἀποφασίζουν πιεστικὰ γιὰ τὰ πάντα, δὲν θὰ ἀσχολεῖται κανεὶς μόνο μὲ τὴν ὑπεροχή του, ἀλλὰ θὰ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἀλτρουιστής — τὸ λόγο παίρνει ἐδῶ τὸ χριστιανικὸ παρελθόν μας. Ὁπότε, μόνο πρὸς τὸ παρὸν εἶναι δικαιολογημένος ὁ ἐγωισμός, γιατὶ εἶναι χρήσιμος. Μετά, ὅταν θὰ ἀσχολούμαστε μὲ πνευματικότερες δραστηριότητες καὶ μέσῳ αὐτῶν θὰ ἀποδεικνύουμε στοὺς ἄλλους τὴν ἀνωτερότητά μας, θὰ ἔχουμε τὴν πολυτέλεια νὰ εἴμαστε καὶ ἀλτρουιστές. Καταλαβαίνει κανεὶς γιατί, χωρὶς ψευδαισθήσεις γιὰ τὴ ραστώνη τῆς δικῆς του ἠθικῆς συνείδησης, ὁ Κέυνς ἀνησυχοῦσε σοβαρὰ γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότητα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἡ ἐκκοσμικευμένη θρησκεία τοῦ κομμουνισμοῦ. Τὴν ὁποία βέβαια δὲν μποροῦσε νὰ κρίνει ἡθικά, ἀφοῦ, ὅπως ὁ κομμουνισμὸς τῆς ἐποχῆς του θυσίαζε τὸ παρὸν στὸ μέλλον, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ἀναστέλλει τὸ ἠθικὸ αἴτημα γιὰ ἑκατὸ χρόνια. Ὁ ἀστὸς Κέυνς δὲν καταλαβαίνει ὅτι (ὅπως τὸ εἶχε πεῖ ὁ Νίτσε) ἡ κενὴ θέση τοῦ θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ καλυφθεῖ ἀπὸ κάτι ἄλλο, καί, μολονότι προτιμᾶ νὰ μείνει ὁ ἴδιος ἄθρησκος, (δηλαδὴ ἀφανάτιστος), δὲν προβλέπει (τὸ 1925) τὶς ἑκατόμβες ποὺ ἑτοιμάζει ἡ θρησκεία τῆς ἡθικῆς. Οἱ ὁποῖες θὰ γίνουν, μέχρι τὸ τέλος τοῦ ψυχροῦ πολέμου, τὸ τέλειο ἄλλοθι γιὰ τὶς ἀβελτηρίες τοῦ ἀστικοῦ κόσμου.'
Χρήστος Μαρσέλος, από τον Επίλογο της έκδοσης

Θρόισμα, να, κι άλλο θρόισμα, ισχυρής και όμορφης
φήμης, δηλαδή, μνήμης: από που; εφόσον οι χρόνοι εντός χρόνου
αισθάνονται σαφώς πως χρησιμοποιούνται
για πάσης φύσεως υπαρξιακές αναγκαιότητες, οι οποίες,
παρά τα φαινόμενα, αποσύρονται στη λασπουριά κάποιου
ιστορημένου μονοπατιού.
Μέχρις ώρας, αυτό το τέλμα, διαπλατυσμένο
σε στέπες κεκλιμένες, πήλινων νικηφόρων υποτακτικών.
Κάθε σκέλος ιστορικής αποτίμησης, μόνο η αδιαφορία
δύναται να το προσεγγίσει. Ένεκα, λοιπόν, όλων αυτών
που ουδέποτε γραπτώς αποτύπωσα, δικαιούμαι
στην υποχρέωσή μου να παραμένω: ομφαλός
απο μέσα δεμένος.
Σαφής σε ανύπαρκτο φιλικό επίπεδο.
Εργάζομαι, μπουχτισμένος από καθετί καλά
προετοιμασμένο.
Απόκοσμη η μουσική που το σώμα μου εκτελεί, κι εκεί
στο βάθος μίας εκ των γραμμών στο κέντρο
της γαληνεμένης παλάμης, δίχως να έχω στραφεί
επί τούτου για να κοιτάξω, βλέπω το ακαρτέρητο.
*
Μια μυρωδιά της βροχής σε κρύα ανανήφουσα σκόνη.
Λιγδερά ενημερωτικά δελτία ετών όσων της περασιάς του
καναλιού, εκεί στο στένωμα, όπου φρακάρισαν τα
πεσμένα σιωπηλά παραμείναντα.
Ψωμιά από μάρμαρο.
Σκέφτομαι διαφορετικά από μένα επειδή,
αδιαφόρετο καθώς είναι
να νιώθω ευτυχής περπατώντας ασκόπως, είμαι δύσπιστος
όσον αφορά το γνώριμο αυτό μέρος που με σπρώχνουν –
σείστηκε ο περίγελος σ’ αυτόν τον εντελώς
ουδέτερο ζωτικό χώρο, που η αναίδειά του τον καθιστά
σχετικώς διακριτικό.
Μου τα έλεγα, ακόμη κι όταν άνθιζα αυτή την εποχή κάθε έτους
και βάραινα και μια μου άκρη ακουμπούσε,
νωχελικά απονεκρωμένη, στην πραγματικότητα των γενικοτήτων,
ως φιμωμένη παραπομπή κάποιου επαίσχυντου μυστικού.
Αν αξίζει λοιπόν, κάτι, ορισμένη αξία περιπτωσιακή που
σε προσπέρασμα αναλογεί, πιθανόν
ονομασμένο κάπως βιαστικά, κι αυτό, σκέψη˙
είναι εκείνο που έχει
τη βάση του αποβάλλουσα.
Έχει τη λιγόστεψή του πιστέψει.
Γιάννης Λειβαδάς, αποσπάσματα από την ποιητική σύνθεση Κενά Τεκμαιρόμενα, εκδ. Κουκούτσι
ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ - Τζιάκομο Λεοπάρντι
Ἀγαπημένος μοῦ ἦταν πάντα αὐτὸς ὁ λόφος
ὁ ἐρημικὸς κι αὐτὰ τὰ δέντρα ποὺ μοῦ κρύβουν
τὸν μακρινὸν ὁρίζοντα. Μὰ ἐδῶ ποὺ στέκω
ὁραματίζομαι τὶς ἄχανεῖς ἐκτάσεις
τ’ οὐρανοῦ καὶ τὴν ὑπερκόσμια γαλήνη
κι ἀνατριχιάζω. Καὶ καθὼς ἀκούω
μέσα ἀπ’ τὸ φύλλωμα τὸ θρόισμα τοῦ ἀέρα
συγκρίνω τὴν ἀμόλυντη σιωπὴ τοῦ ἀπείρου
μ’ αὐτὸν τὸν ἦχο. Αἰσθάνομαι τὸ αἰώνιο,
καὶ τὶς σβησμένες ἐποχές, καὶ τὴ δική μας
ποὺ ζεῖ καὶ πάλλεται. Κι ὁ στοχασμός μου
πνίγεται στὴ βαθειὰ ἀπεραντοσύνη.
Σ’ αὐτὴ τὴ θάλασσα γλυκὸ εἶναι τὸ ναυάγιο.
από το Οι Τρεις Ερημίτες και Άλλα Ποιήματα, μτφρ. Νάσος Βαγενάς, εκδ. Περισπωμένη






