προγραφές

Εξώφυλλο: Μπέρτραντ Ράσελ, Η Εκπαίδευση ως Πολιτικός Θεσμός

'Ο άνθρωπος που έχει σεβασμό δεν θα το θεωρήσει καθήκον του να «διαπλάσει» τη νεολαία. Τουναντίον, εντοπίζει σε κάθε έμβιο ον, ιδίως στους ανθρώπους, και πρωτίστως στα παιδιά, κάτι το ιερό, το απροσδιόριστο, το απεριόριστο, κάτι το ξεχωριστό και το αλλόκοτα πολύτιμο, δηλαδή την αρχή βάσει της οποίας αναπτύσσεται η ζωή, μία ενσώματη μερική αποτύπωση του βωβού μόχθου του κόσμου. Διαπνέεται από μιαν ανεξήγητη ταπεινοφροσύνη ενώπιον ενός παιδιού· μια ταπεινοφροσύνη που ναι μεν δεν δικαιολογείται επαρκώς με βάση την οιαδήποτε λογική, ωστόσο καταφέρνει με κάποιον τρόπο να προσπελάζει τη σοφία περισσότερο απ’ ό,τι η συγκαταβατική αυτοπεποίθηση πολλών γονέων και δασκάλων. Αισθάνεται τη φυσική αδυναμία του παιδιού, την έφεσή του προς την εξάρτηση, την ευθύνη την οποία συνεπάγεται η εκδήλωση εμπιστοσύνης. Μέσω της φαντασίας του, είναι σε θέση να δει τη δυνητική εξέλιξη του παιδιού, προς το καλό ή προς το κακό· να δει το πώς οι παρορμήσεις του παιδιού ενδέχεται να ανατροφοδοτήσουν ή να τορπιλισθούν, το πώς οι ελπίδες του πρέπει να κατακρημνισθούν και η ζωή μέσα του να αποτελέσει τη δύναμή της, το πώς η εμπιστοσύνη του θα τραυματισθεί και οι άμεσες επιθυμίες του θα υποκατασταθούν από τη μελαγχολική διάθεση. Όλα τούτα γεμίζουν τον άνθρωπο ο οποίος έχει σεβασμό με τον διακαή πόθο να βοηθήσει το παιδί στη μάχη του, να το ενδυναμώσει και να το εξοπλίσει, όχι λόγω κάποιου εξωγενούς στόχου που τίθεται από το κράτος ή από οποιαδήποτε άλλη απρόσωπη εξουσία, αλλά για τους στόχους τους οποιους αναζητεί στα τυφλά το ίδιο το παιδικό πνεύμα. Όποιος νοιώθει τα παραπάνω, μπορεί να ασκεί την εξουσία του εκπαιδευτικού δίχως να καταπατεί την αρχή της ελευθερίας.
Όταν το εκπαιδευτικό λειτούργημα επιτελείται από τις κρατικές υπηρεσίες, τις εκκλησίες, και τους σημαίνοντες θεσμούς οι οποίοι υπόκεινται σ’ αυτές, το πνεύμα του σεβασμού είναι απόν. Εκείνο που λαμβάνεται υπ’ όψιν στην εκπαιδευτική διαδικασία σπανίως είναι το αγόρι ή το κορίτσι, ο νεαρός άντρας ή η νεαρή γυναίκα, αλλά σχεδόν ανελλιπώς η διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης, σε κάποια μορφή της. Όποτε όντως λαμβάνεται υπ’ όψιν το άτομο, αυτό γίνεται αποβλέποντας στην υλιστική επιτυχία να κερδίσει χρήματα ή να εξασφαλίσει μια καλή θέση. Η κεντρική ιδέα η οποία υποβάλλεται στο νεανικό μυαλό είναι να ακολουθήσει την πεπατημένη και να αποκτήσει την ικανότητα να τα βγάζει πέρα. Εξαίρεση αποτελεί μια ισχνή μειονότητα δασκάλων που διαθέτουν αρκετή ενεργό πίστη ούτως ώστε να αντιταχθούν στο σύστημα εντός του οποίου απαιτείται από αυτούς να εργασθούν. Η εκπαίδευση, σχεδόν εξ ολοκλήρου, έχει ένα πολιτικό κίνητρο: αποσκοπεί στο να ισχυροποιήσει κάποια εθνική, θρησκευτική ή κοινωνική ομάδα στον ανταγωνισμό της με άλλες ομάδες. Ως επί το πλείστον, αυτό είναι το κίνητρο που καθορίζει τα διδασκόμενα αντικείμενα, τη γνώση η οποία παρέχεται, και τη γνώση που αποκρύπτεται. Επιπροσθέτως, το ίδιο κίνητρο καθορίζει και τους τρόπους σκέψης που απαιτείται από τους μαθητές να υιοθετήσουν. Σχεδόν τίποτα δεν γίνεται με απώτερο σκοπό να υποθάλψει την εσωτερική ανάπτυξη του μυαλού και την καλλιέργεια του πνεύματος· για την ακρίβεια, σχεδόν όσοι έχουν εκπαιδευτεί περισσότερο να διάγουν έναν ατροφικό διανοητικό και πνευματικό βίο, στερούμενο παρορμήσεων, και διαθέτουν απλώς συγκεκριμένες μηχανικές δεξιότητες που υποκαθιστούν τον ζωηρό στοχασμό.'

*

'Οι «καλοί τρόποι» είναι αρκετά συμβατοί με την επιδερμική ευρύτητα αντιλήψεων, με την προθυμία να ακούσεις όλες τις απόψεις, με ένα είδος αβρότητας προς τους αντιπάλους. Μολαταύτα δεν είναι συμβατοί με το ουσιωδώς ανοικτό μυαλό ή με κάποια βαθύτερη διάθεση να αναγνωρίσεις την αξία της αντίθετης άποψης. Στον πυρήνα των «καλών τρόπων» έγκειται η υπόθεση ότι το πλέον σημαντικό είναι να τηρείς μια στάση που αφενός ελαχιστοποιεί τις προστριβές μεταξύ ίσων, και αφερέρου προκαλεί, με διακριτικό τρόπο, στους κατώτερους μία χοντροκομμένη εικόνα για τον εαυτό τους. Ως πολιτικό όπλο για τη διατήρηση των προνομίων των πλουσίων εντός μιας ψευδο-αριστοκρατικής δημοκρατίας, οι «καλοί τρόποι» είναι αξεπέραστοι. Ως μέσο για την οικοδόμηση ενός ευμενούς κοινωνικού milieu για όσους συνθέτουν χρήματα αλλά όχι έντονες απόψεις ή ασυνήθιστες επιθυμίες, έχουν μια κάποια χρησιμότητα. Από κάθε άλλη άποψη, είναι απεχθείς.
Τα δεινά των «καλών τρόπων» απορρέουν από δύο πηγές: την εδραία αυτοπεποίθηση της ορθότητάς τους, και την άποψη ότι θα έπρεπε να είναι πιο επιθυμητοί από τη διανοητική ή την καλλιτεχνική δημιουργικότητα, τη ζωτική ενέργεια, ή από οιαδήποτε άλλη πηγή προόδους σε τούτο τον κόσμο. Η εδραία αυτοπεποίθηση, καθ’ εαυτή, αρκεί για να καταστρέψει όλη την πνευματική πρόοδο σ’ εκείνους που την έχουν επιτύχει· και όταν συνδυάζεται με την περιφρόνηση προς τον «γωνιώδη» και αμήχανο χαρακτήρα ο οποίος κατά κανόνα συνοδεύει όσους διαθέτουν υψηλή ευφυΐα, τότε καταστρέφει όλους όσοι έρχονται σε επαφή με αυτήν. Οι «καλοί τρόποι» είναι εκ φύσεως νεκροί, στατικοί, ανίκανοι για πρόοδο· και με τη στάση τους προς όσους δεν τους διαθέτουν, διαχέουν τον θάνατο σε πολλούς οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ζωντανοί.'

Μπέρτραντ Ράσελ, Η Εκπαίδευση ως Πολιτικός Θεσμός, μτφρ. Θωμάς Τσακαλάκης, εκδ. Πλέθρον

* * *

'Αναμφίβολα ένεκα της μεγάλης μοναξιάς μου, ήμουν αρκετά σκυθρωπός, έχοντας συνάμα στη διάθεσή μου πολύ χρόνο για σκέψη, αλλά δίχως τις γνώσεις οι οποίες απαιτούντο για να εξασκήσω τη στοχαστική μου διάθεση επ’ αυτών. Επίσης, παρότι δεν είχα ακόμη τη σχετική επίγνωση, αντλούσα ευχαρίστηση από το να αποδεικνύω κάτι, φαινόμενο που διακρίνει τα μαθηματικά μυαλά. Όταν μεγάλωσα ανακάλυψα και άλλους οι οποίοι ένοιωθαν όπως εγώ. Ο φίλος μου G. H. Hardy, που ήταν καθηγητής θεωρητικών μαθηματικών, αισθανόταν την ίδια ευχαρίστηση, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Κάποτε μου εκμυστηρεύθηκε πως αν μπορούσε να αποδείξει πως θα πέθαινα σε πέντε λεπτά, ναι μεν θα λυπόταν για τον θάνατό μου, ωστόσο η χαρά του για το ότι βρήκε αυτήν την απόδειξη θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη στεναχώρια του. Όχι απλώς δεν προσβλήθηκα από αυτό, αλλά συμφώνησα απολύτως μαζί του.'

'Γιατί με Τράβηξε η Φιλοσοφία', από το επίμετρο της έκδοσης

Οι κρυψώνες

Οι κρυψώνες είναι αμέτρητες. Η σωτηρία μόνο μία.
Αλλά οι δυνατότητες της σωτηρίας
είναι και πάλι όσες και οι κρυψώνες.

*

Ο αληθινός δρόμος (Hommage-message à Pierre Boulez)

Ο αληθινός δρόμος περνά από ένα σκοινί
που δεν είναι τεντωμένο ψηλά αλλά ελάχιστα πάνω απ’ το έδαφος.
Μοιάζει μάλλον προορισμένο για να σκοντάφτεις παρά για να περπατάς πάνω του.

*

Έχω; Είμαι;

Δεν υπάρχει το «έχω», μόνο το «είμαι»: το «είμαι»
που λαχταρά ως και την ύστατη πνοή, ως και την ασφυξία.

*

In memoriam Joannis Pilinszky

Δεν μπορώ... στην πραγματικότητα να αφηγηθώ,
σχεδόν ούτε να μιλήσω.
Όταν αφηγούμαι, έχω συνήθως ένα αίσθημα σαν αυτό που έχουν τα μικρά παιδιά
όταν πρωτοδοκιμάζουν να περπατήσουν.

από το Θραύσματα από τον Κάφκα: Kafka-Fragmente, μτφρ. Λένια Ζαφειροπούλου, εκδ. Νεφέλη

 

* * *

'Ο Κούρταγκ αντιμετωπίζει τα αποσπάσματα των έργων του Κάφκα ως μουσική: οι συνθέσεις του συνοδεύουν και ακολουθούν την πολυσημία του συγγραφέα αναδεικνύοντας την αισθητηριακή πλευρά του ερμητικού και σχεδόν αδιαπέραστου καφικού σύμπαντος. Η φωνή και το βιολί δρουν συμπληρωματικά και αντιθετικά, ενεργοποιώντας τη ζωική δυναμική του έργου που πηγάζει από τη συνεχή και αδιάκοπη σύγκρουση και συμφιλίωση των αντιθέτων, τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και περιεχομένου. Η αρχιτεκτονική κυκλική ενότητα μεταξύ διασποράς και συνέχειας, φαντασίας και δομικής αναγκαιότητας, μέρους και όλου και η ταλάντευση του υποκειμένου μεταξύ προσωπικού και οικουμενικού, αποτυχίας και προσπάθειας, ενοχής και απόλαυσης, λακωνικότητας και συναισθηματικού ξεσπάσματος βρίσκουν τη θραυσματική τους ολοκλήρωση μέσα από τη μουσική αντίστηξη των δύο ηχητικών πηγών.
Μέσα στον αντιφατικό κόσμο του ωριαίου Kafka-Fragmente, ο Κούρταγκ υποσκάπτει την έννοια της γραμμικότητας διατηρώντας την αυθυπαρξία των μικρών-θραυσμάτων, που ταυτόχρονα συνδέονται σε ένα αδιόρατο, απροσδιόριστο όλον. Δεν υπάρχει αναφορά σε αρχή, μέση, τέλος: μόνο επαναλαμβανόμενες διαδρομές στο άπειρο του χρόνου. Διαδρομές σε έναν ρντός του κειμένου προορισμό οπυ ο καθένας καλείται να επιλέξει ακόμα και όταν η εσωτερική ύφανση του κειμένου μοιάζει να απαγορεύει κάθε πρόσβαση. Ο προορισμός υπάρχει αλλά είναι απροσπέλαστος. Το μόνο που μένει είναι η πορεία, το συμβάν, η κενή γραμμή της ιστορίας. «Υπάρχει στόχος, αλλά όχι δρόμος προς αυτόν. Ό,τι ονομάζουμε δρόμο είναι δισταγμός» (3, 7).'

Μαρία Σικιτάνο, 'Σημείωμα για τον Συνθέτη και το Έργο'

Εξώφυλλο: I. C. Mallagan, Ρούχα: Επιλογή από τη Συλλογή Clothes

ΤΟ ΤΖΗΝ ΣΟΡΤΣΑΚΙ

Σκοῦρο τὸ χρῶμα σου
καλοκαιρινό
Σοκολατένια ἀλλὰ σφιχτὰ μπουτάκια
καλοκαιρινά
Ἀνοιχτό γαλάζιο τὸ σκισμένο τζὴν σορτσάκι σου
Ποὺ ντύνει τόσο λίγο τὸ σφιχτὸ σπουδαῖο κωλαράκι
ἄσπρο

Γδύσου – γδύσου ἐπιτέλους γδύσου
Νὰ χαροῦμε μέχρι τέλους γδύσου
Γιατί χειμώνας ἔρχεται !

Ἄχ !

I. C. Mallagan, Ρούχα: Επιλογή από τη Συλλογή Clothes, μτφρ. Γιώργος Χατζημιχάλης, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Εικοσιένα Χάικου: Αινιγματικά και Ερωτικά

Σκοτεινὸς πόρος
Τυφλὰ ζῶα
Ψἀχνουν περάσματα μήτρας.

(Γιὰ τὴν ἕκτη ἡμέρα τῆς Δημιουργίας.)

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Εικοσιένα Χάικου: Αινιγματικά και Ερωτικά, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Κολέτ Σολέρ, Τι Έλεγε ο Λακάν για τις Γυναίκες: Μια Ψυχαναλυτική Μελέτη

'Στις μέρες μας με δυσκολία θα βλέπαμε το γάμο σαν το «κατάλοιπο» του κατακερματισμού των κοινωνικών ομάδων. Είναι αλήθεια πως εξακολουθούμε να παντρευόμαστε, αλλά και να χωρίζουμε, καθώς και να «συζούμε», ή να ενωνόμαστε με Pacs. Όμως μας αναγγέλουν, πως η οικογένεια, συρρικνωμένη ήδη στο ζευγάρι με τους απογόνους του, περιέρχεται τώρα στην καινούρια της μορφή, τη λεγόμενη μονογονεϊκή, σε ποσοστό πάνω από σαράντα τοις εκατό των περιπτώσεων. Και βρισκόμαστε προφανώς στο ξεκίνημα.
Ας έλθουμε στην ουσία του θέματος: μήπως έχουν αλλάξει οι στοιχειώδεις δομές της συγγένειας; Ο Λακάν αναφερόμενος στον Λεβί-Στρος, αρεσκόταν να υπενθυμίζει το νόμο που τις διέπει, εν αγνοία μάλιστα των πρωταγωνιστών, σύμφωνα με τον οποίον οι γυναίκες –και ας τους κακοφαίνεται, έλεγε– διακινούνται μέσα στη γενεαλογία των ανδρών σαν αντικείμενα ανταλλαγής ή συμμαχίας. Πώς θα ήταν δυνατό να ισχύει κάτι τέτοιο σήμερα όταν το ιδεώδες της ισότητας έχει εισχωρήσει για τα καλά μέσα στο πραγματικό; Πώς το αντιλαμβανόμαστε; Μα, αν μη τι άλλο, κατάφερε να σαρώσει όλες τις ιεραρχίες των συμβολικά κατεστημένων θέσεων. Όπως γνωρίζουμε όμως, δεν επήλθε η βασιλεία της ισότητας, αλλά η ισοπέδωση των συμβολικών διαφορών που εφεξής επιτρέπει μόνο την ανισομέρεια των δεδομένων – πράγμα που αλλάζει τα πάντα. Ασφαλώς μαχόμαστε ενάντια σε αυτήν την ανισομέρεια εν ονόματι της διανεμητικής δικαιοσύνης, η οποία μονίμως λαθεύει όταν είναι να διανεμηθούν τα αγαθά και τα πραγματικά δικαιώματα, παρότι τώρα πλέον μόνον οι ανήλικοι και ορισμένοι ψυχικά ασθενείς στερούνται το δικαίωμα της ελεύθερης αυτοδιάθεσης.
Βεβαίως ο καθένας εξακολουθεί, παρά το ισχύον δίκαιο, να βιώνει τη δοκιμασία των ορίων του ασυνειδήτου, αλλά η πραγματική διακίνηση των σωμάτων, από χώρα σε χώρα, από σπίτι σε σπίτι, από κρεβάτι σε κρεβάτι, υπόκυπτει, πλέον, σε άλλους περιορισμούς, πιο συνδυαστικούς ή πιο πραγματικούς από εκείνους που επέβαλλε το συμβολικό. Μιας και τα απρόοπτα της ζωής έχουν πια αντικαταστήσει τους ρυθμισμένους αυτοματισμούς του συμβολικού, τώρα πια κυβερνούν οι συνθήκες της γέννησης, η μοναδικότητα στις προτιμήσεις, τα απρόοπτα στην πολιτική, οι μεταβολές στην αγορά εργασίας, και όλα συνδυαζόμενα ορίζουν το τυχαίο της συνάντησης.
Όλοι προσκυνητές του τυχαίου, λοιπόν! Η νέα θρησκεία διαθέτει ήδη τους δικούς της ιερείς, εξομολόγους και εμπόρους, όλους εκείνους τους «ισορροπιστές» με το ευαγγέλιο του «ίσως αύριο», με την άφεση αμαρτιών με ένα «στάθηκες άτυχος», με τη διαχείριση των πιθανοτήτων που μπορεί να προσφέρει τα πάντα: μια μητέρα, έναν πατέρα, ακόμη και μια ολόκληρη οικογένεια για το ορφανό, ένα παιδί σε όποιο χρώμα θέλετε, «μία φιλεναδίτσα» εξ Ανατολής, έναν σύντροφο για μία ζωή ή για μία στιγμή κτλ. Αναμφισβήτητα, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το καθεστώς του ξέφρενου ατομικισμού που οργιάζει στις μέρες μας, με φόντο διαλυμένους παλαιούς κοινωνικούς δεσμούς, σύντομα θα δημιουργήσει δικούς του κανόνες και πιθανότατα, όπως υποστηρίζουν οι οπτιμιστές, νέες αλληλεξαρτήσεις.
Η ένωση δια του γάμου περιορίζεται πλέον στο ζευγάρι των συντρόφων. Δεν συνδέει δηλαδή δύο οικογένειες, με τα αγαθά τους, τις περιουσίες τους, την ιστορία τους, όπως συνέβαινε άλλοτε, αλλά δύο άτομα που ενώνονται για τις κοινές τους προτιμήσεις. Ως εκ τούτου, ο γάμος βρίσκεται περισσότερο εκτεθειμένος στους κινδύνους του έρωτα: όσο κι αν ευελπιστεί να διαρκέσει για πάντα, εντούτοις είναι γνωστό τοις πάσι πως πρόκειται για ευσεβή πόθο που κάποια στιγμή θα εξανεμιστεί. Το αποδεχόμαστε πλέον ανοιχτά σε σημείο που ετοιμάζουμε ταυτόχρονα συμβόλαια πράξης γάμου και λύσης γάμου, όπως συμβαίνει ήδη στις ΗΠΑ. Οι διασημότητες της σόου μπίζνες, για παράδειγμα, με τους αλλεπάλληλους δεσμούς και χωρισμούς τους, μέσω των ΜΜΕ συμβάλλουν αναμφισβήτηα στο να εξοικοιωθούμε με την ιδέα ενός ζευγαριού που έχει ημερομηνία λήξης. Γενικώς, οι πρόσκαιροι και πολλαπλοί δεσμοί της εποχής μας δείχνουν τελικά πόσο εύθραστη ήταν η περίφημη εκείνη συμβολική σύμβαση, εκείνο το ελκυστικό «είσαι η γυναίκα μου» του ερωτικού λόγου, που φαίνεται να στερείται της απαιτούμενης δύναμης για τη θεμελίωση δεσμών μεγάλης διαρεκίας μέσα στον πολιτισμό.
Δεν είναι τυχαίο που η ψυχανάλυση ήρθε με τον Λακάν να καταδείξει το «δεν υπάρχει σχέση των φύλλων» σαν την τρύπα που βρίσκεται σε ότι πλέκεται από κοινωνικό δεσμό, την ίδια στιγμή που ο σύγχρονος πολιτισμός απογείωνε τον ατομικισμό στο ζενίθ του. Αυτή η χρονική σύμπτωση είναι από μόνη της ενδεικτική ενός πραγματικού. Φανερώνει πως το παραδοσιακό ζευγάρι, εκείνο που ενωνόταν μέσω του γάμου, για μια ζωή, και το οποίο βρισκόταν εγγεγραμμένο μέσα στο ασυνείδητο, όπως λέει ο Λακάν, υπό τη μορφή δύο συνοδοιπόρων σε κοινό ταξίδι, στο ταξίδι της ζωής, πως το παραδοσιακό αυτό ζευγάρι λοιπόν, ήταν άρρηκτα δεμένο, όχι λόγω των δεσμών του έρωτα και μόνον. Τι άραγε περιμένουμε από τους δεσμούς του έρωτα; Το θέμα πάντως είναι να δούμε μέχρι ποιου σημείου αυτοί οι δεσμοί συνάδουν με την πρακτική του γάμου.'

Κολέτ Σολέρ, Τι Έλεγε ο Λακάν για τις Γυναίκες: Μια Ψυχαναλυτική Μελέτη, μτφρ. Μαβίνα Πανταζάρα, εκδ. Ερατώ

Εξώφυλλο: Katarzyna Kleczkowska, Αυτοί που δεν Μπορούν να Μιλήσουν: Τα Ζώα ως Άλλοι στην Αρχαία Ελληνική Σκέψη

'Στη φιλοσοφία της κλασικής και της ύστερης Ελλάδας, η διάκριση μεταξύ ανθρώπου και ζώου ήταν ξεκάθαρα ορισμένη. Αποτελούσε, πάνω απ’ όλα, αποτέλεσμα της φιλοσοφικής αναζήτησης της ουσίας της ανθρωπότητας. Οι Έλληνες άντρες όριζαν τον εαυτό τους βάσει της αντίθεσής τους με πολλούς άλλους ανθρώπους που στερούνταν πολιτικής ισχύος και θεωρούνταν «άλλοι» – τις γυναίκες, τους σκλάβους, τους αλλοδαπούς. Ο ορισμός ολόκληρου του ανθρώπινου γένους χρειαζόταν ένα πιο ευρύ σημείο αναφοράς: τα ζώα. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που από τον 5ο αιώνα μπορούμε να εντοπίσουμε πολλούς όρους που περιέχουν όλα τα ζώα εκτός από τους ανθρώπους. Πρέπει να θυμόμαστε, ωστόσο, ότι η διάκριση μεταξύ ανθρώπων και ζώων ήταν επίσης αποτέλεσμα της επιστημονικής περιέργειας για την ποικιλομορφία των ειδών, όπως στην περίπτωση του Αριστοτέλη, ο οποίος μελέτησε πολλά είδη ζώων, εντοπίζοντας διαφορές όχι μόνο ανάμεσα στους ανθρώπους, στα ζώα και στα φυτά αλλά και ανάμεσα σε συγκεκριμένα είδη ζώων. Αξίζει να σημειωθεί πως οι Έλληνες συχνά χρησιμοποιούσαν το επιχείρημα που προερχόταν από τα σωματικά –και όχι μόνο τα ψυχολογικά– χαρακτηρηστικά των ανθρώπων όπως λ.χ. η διαφορά στην ανατομική δομή της ανθρώπινης γλώσσας (Αριστοτέλης) ή στην όρθια στάση (Ξενοφών).
Είναι πιθανόν να υπήρχε ακόμα μια αιτία για τον ορισμό της διάκρισης ανθρώπου-ζώου. Με την ανάπτυξη της πόλης, την πρόοδο της εξειδίκευσης των επαγγελμάτων και τον διαχωρισμό των πολιτών τόσο από τα άγρια όσο και από τα εξημερωμένα ζώα, στα μάτια πολλών Ελλήνων στοχαστών η θανάτωση ζώων άρχισε να γίνεται όλο και λιγότερο φυσική. Από τη μία, κατέστη αναγκαίο να αποδειχτεί η ανθρώπινη υπεροχή απέναντι στα ζώα, ώστε να προκύψει από αυτό η επακόλουθη ηθική συναίνεση στη θανάτωση ζώων για τις ανάγκες των ανθρώπων. Από την άλλη, ωστόσο, είχε ως αποτέλεσμα την ανάδυση της αντίθετης οπτικής στην ελληνική σκέψη. Κάποιοι φιλόσοφοι, ειδικά ο Πλούταρχος και Πορφύριος, προσπάθησαν να καταδείξουν πως τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνταν για να αποδειχθεί η κατωτερότητα των ζώων απέναντι στους ανθρώπους μπορούσαν με ευκολία να αναιρεθούν. Συνεπώς, πρέπει να θυμόμαστε πως πολλά από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται από σύγχρονους ηθικιστές σε συζυτήσεις γύρω από τα δικαιώματα των ζώων, στην πραγματικότητα μπορεί να είναι ακόμα και δύο χιλιάδων ετών.'

Katarzyna Kleczkowska, Αυτοί που δεν Μπορούν να Μιλήσουν: Τα Ζώα ως Άλλοι στην Αρχαία Ελληνική Σκέψη, μτφρ. Γιώργος Καφφέζας, εκδ. Κυαναυγή

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑