προγραφές

Εξώφυλλο: Λίντια Λαντς, Paradoxia: Το Ημερολόγιο Ενός Αρπακτικού

'Άρχισε να με γαμάει εξαίσια με τα δάχτυλά του, να βυθίζει στην κωλοτρυπίδα μου τα λιγνά δάχτυλά του, μουσκεμένα στο σάλιο. Ψιθύριζε ότι ήθελε να αλείψει τα σκατά μου πάνω στους τοίχους. Θα με έπαιρνε απ’ τον κώλο μέχρι που θα ένιωθα τόσο χαλαρή και γεμάτη χυμούς ώστε τα έντερά μου θα έσκαγαν, θα αρωμάτιζαν το δωμάτιο. Λειωμένος, φτιαγμένος, καυλωμένος, γλίστρησε άλλο ένα δάχτυλο μέσα μου. Έχυσα ουρλιάζοντας, ένα μικρό ρυάκι υγρού χρυσού έτρεξε απ’ την κωλοτρυπίδα μου. Σκούπισε τα χέρια του στην πόρτα του χωρίσματος, ζωγραφίζοντας ένα σοκολατί Άστρο του Δαβίδ. Έγλειψε ό,τι είχε απομείνει από το μεσαίο δάχτυλό του.'

'Θυμάμαι ένα ζεστό κυριακάτικο πρωινό που έριχνα ένα αποχαιρετιστήριο γαμήσι σ’ έναν τυχερό δεκατετράχρονο στο πεζοδρόμιο μπροστά στην πρόσοψη, ενώ οι κολλητοί του τον έπαιζαν απ’ την άλλη μεριά. Μετά, τα γόνατά μου ήταν κομμένα για βδομάδες.'

'Παχύρευστο, άσπρο σάλιο λάμπει στην υγρή του κωλοτρυπίδα. Ένα όραμα με παρθένες να θυσιάζονται τελετουργικά στη Νότιο Αμερική χορεύει κάπου μακριά μου. Σπρώχνω τη λογχωτή γλώσσα μου μέσα στην τρύπα του σαν μαχαίρι. Γλυκόπικρη κοιλότητα. Τον γυρίζω ανάσκελα, χουφτώνω απαλά το εφηβικό καυλί του. Το βάζω αργά μέσα στο στόμα μου. Μαλάζοντας. Γλείφω, δαγκώνω, ρουφάω, γλείφω. Αλάτι. Χρυσός.'

Λίντια Λαντς, Paradoxia: Το Ημερολόγιο Ενός Αρπακτικού, μτφρ. Δημήτρης Ισηγόνης, εκδ. Οξύ

Εξώφυλλο: Μπορίς Βιάν, Θα Φτύσω στους Τάφους Σας

'Ήταν λεία και λεπτή σα φυλλαράκι από χορτάρι και μοσχοβόλαγε σαν αρωματοπωλείο. Ανακάθισα, έσκυψα πάνω από τα πόδια της και φίλησα το μέσα μέρος των μηρών, στο σημείο όπου το δέρμα των γυναικών είναι απαλό σαν τα φτερά του πουλιού. Έσφιξε τα πόδια της, έπειτα τα ξανάνοιξε σχεδόν αμέσως κι άρχισα πάλι λίγο πιο ψηλά. Οι γυαλιστερές και κατσαρές της τρίχες μου χάιδευαν το μάγουλο, και απαλά, άρχησα να τη γλείφω. Το πράμα της έκαιγε κι ήταν υγρό, σφιχτό κάτω απ’ τη γλώσσα μου, ήθελα να τη δαγκώσω, αλλά ανασηκώθηκα. Ανακάθισε μ’ ένα τίναγμα κι άρπαξε το κεφάλι μου για να το ξαναβάλει εκεί που ήταν.'

'Πιστεύω ότι θα προτιμήσω να πηδήξω εσένα, είπα. Μ’ αρέσει καλύτερα η μυρωδιά σου κι έχεις περισσότερες τρίχες.'

'Άνοιξε πάλι τα μάτια. Ξημέρωνε, και τα είδα να λάμπουν απ’ τα δάκρυα και την οργή, έσκυψα πάνω της, νομίζω ότι τη μύριζα σα ζώο κι άρχισε να τζιρίζει. Τη δάγκωσα δυνατά ανάμεσα στους μηρούς. Το στόμα ήταν γεμάτο από τις μαύρες σκληρές τρίχες της.'

'Θυμήθηκα την Τζίκυ και τη φορά που την είχα πηδήξει μέσα στο νερό, και πόσο διάφανο ήταν το ποτάμι εκείνη τη μέρα. Η Τζίκυ, νέα γυμνή, με δέρμα λείο και απαλό, ίδια με μωρό, κι αυτό ξαφνικά μ’ έκανε να σκεφτώ τη Λου και τις μαύρες της τρίχες, πυκνές και κατσαρές, και τη γεύση που ένιωσα δαγκώνοντάς τη, μια γεύση γλυκιά και λίγο αλμυρή, και ζεστή, με τη μυρωδιά του αρώματος των μπουτιών της, κι οι φωνές της αντήχησαν πάλι στ’ αυτιά μου.'

'Μικρούλες δεκαπεντάρες, δεκαεξάρες, με μυτερά στήθια κάτω από τσιτωμένα πουλόβερ, επίτηδες το κάνουν, οι βρώμες το ξέρουν καλά. Και τα σοσόνια... Ζωηρά κίτρινα ή ζωηρά πράσινα σοσόνια, με χαμηλοτάκουνα παπούτσια· και φαρδιές φούστες και στρογγυλά γόνατα· και πάντα καθισμένες κατάχαμα με τα πόδια ανοιχτά για να φαίνεται η άσπρη κιλότα.'

Μπορίς Βιάν, Θα Φτύσω στους Τάφους Σας, μτφρ. Πέτρος Κωστόπουλος, εκδ. Γράμματα

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑