
Ένα τέχνασμα για να απαλύνουμε την αιμορραγία μας
στην πραγματικότητα
τα σπουδαία λόγια των σπουδαίων ανδρών
δεν είναι και τόσο σπουδαία.
τόσο τα έθνη όσο και οι σπουδαίες καλλονές
δεν αφήνουν πίσω τους παρά ένα απομεινάρι
υπόληψης αργά
για να ξοφλήσει.
ούτε οι σπουδαίοι πόλεμοι μοιάζουν τόσο σπουδαίοι,
ούτε τα σπουδαία ποιήματα
ούτε οι πρωτοκλασάτοι θρύλοι.
ακόμη και οι θλιβεροί θάνατοι
δεν είναι τώρα τόσο θλοβεροί,
και η αποτυχία δεν ήταν τίποτα άλλο
από ένα τέχνασμα
για να μας βοηθά να συνεχίζουμε,
και η φήμη και η αγάπη
ένα τέχνασμα για να απαλύνουμε την αιμορραγία μας.
και όπως η φωτιά γίνεται στάχτη και το σίδερο
γίνεται σκουριά, γινόμαστε
σοφοί
κι ύστερα
όχι και τόσο σοφοί.
και καθόμαστε σε καρέκλες
διαβάζοντας παλιούς χάρτες,
πολέμους, έρωτες, ζωές που ολοκληρώθηκαν,
κι ένα παιδί παίζει σαν πίθηκος μπροστά μας
κι εμείς τινάζουμε την πίπα μας και χασμουριόμαστε,
κλείνουμε τα μάτια και κοιμόμαστε.
οι ωραίες λέξεις
όπως οι όμορφες γυναίκες,
ζαρώνουν και ξεψυχάνε.
*
Αυτά τα πράγματα
αυτά τα πράγματα που τόσο καλά διαφυλάσσουμε
δεν έχουν καμία σχέση με μας,
και τα ανεχόμαστε
λόγω ανίας ή φόβου ή χρημάτων
ή λόφω έλλειψης ευφυΐας·
ο κύκλος μας και το καντήλι του φωτός μας
είναι περιορισμένα,
περιορισμένα τόσο που δεν γίνεται να το ανεχτούμε,
ορθωνόμαστε με κάποια Ιδέα
και χάνουμε το Κέντρο:
ένα κερί χωρίς φυτίλι,
και παρατηρούμε ονόματα που κάποτε σήμαιναν σοφία,
σαν πινακίδες σε ερειπωμένες πόλεις,
και μόνοι οι τάφοι είναι αληθινοί.
Τσαρλς Μπουκόβσκι, Στου Τελευταίου Ποτηριού το Σφυροκόπημα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 14
Η ζωή, φίλοι, είναι βαρετή. Αυτό δεν πρέπει να το λέμε.
στο κάτω κάτω, ο ουρανός λάμπει, η απέραντη θάλασσα επιθυμεί,
εμείς οι ίδιοι λάμπουμε κι επιθυμούμε,
κι επιπλέον η μάνα μου σαν ήμουνα παιδί μου είπε
(επανειλημμένα) «Άμα ομολογείς ότι βαριέσαι
σημαίνει ότι δεν έχεις.
Ψυχικά Προσόντα.» Καταλήγω λοιπόν τώρα πως δεν έχω
ψυχικά προσόντα, αφού βαριέμαι του θανατά.
Οι άνθρωποι μου φέρνουν πλήξη,
η λογοτεχνία μου φέρνει πλήξη, κυρίως η υψηλή λογοτεχνία,
ο Χένρυ μου φέρνει πλήξη, με τα χάλια και τον κοιλόπονό του
ίδιος με τον αχιλλέα,
που λατρεύει τους ανθρώπους και την θαρραλέα τέχνη, που με πλήττει.
Και οι γαλήνιοι λόφοι, και το τζιν, σκέτη ανία
και με κάποιον τρόπο ένας σκύλος
που έχει φτάσει μαζί με την ουρά του αξιοσημείωτα μακριά
στα βουνά ή στην θάλασσα ή στον ουρανό, αφήνοντας
πίσω: εμένα, της ουράς κούνημα.
*
ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 90
Για έκδοση μετά θάνατον αρ. 13
Στα βάθη της νύχτας ονειρεύτηκε αρετές υψηλότερες,
αποδεσμεύσεις, και πρόσωπα αγαπημένα,
σαν κι αυτά που τώρα τραγουδά πριν το ξημέρωμα.
Εύκολο δεν ήταν, μαθημένος σ’ αυτά τα πράγματα,
να εγκαταλείψει τον παλαιό κόσμο, αλλά προσπάθησε·
αιωνία η μνήμη, ρίξε ένα καλό κλάμα.
Συχωρεμένος να ‘ναι ο Ράνταλλ, που οι αυτοβασανισμοί σου
ούτε μιας στιγμής τα καλά δεν θα του φέρουν πίσω, συχωρεμένος να ‘ναι:
τώρα πια είναι μακαρίτης.
Ο πανικός έσβησε και καθώς ο πανικός έσβηνε
έσβησε και ο παλιός μου φίλος. Τραβάω για τη δύση
κι εγώ, κι εγώ, με κάποιον τρόπο.
Στις αίθουσες του τέλους θα ανταμώσουμε ξανά
θα του πω Ράνταλλ, θα μου πει Ερωτιάρη
και όλα θα είναι σαν και πρώτα
σαν τότε που αναζητούσαμε, ανάμεσα στα αγαπημένα πρόσωπα,
θέση περίοπτη και δεν μας ήταν αρκετό
θέλαμε κάτι παραπάνω.
*
ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 263
Τα γηρατειά δεν μπορούσες να τα βαστήξεις μα γεράσαμε.
Οι διαφορές μας συσσωρεύτηκαν. Η σάρκα μας
τεζάρει ή κρεμάει: αλλάζει.
Κάνε κουράγιο, τα πράγματα δεν είναι όπως ήταν
και ποτέ ξανά δεν θα είναι. Οι θερμές καρδιές γίνονται κρύες,
η ορμή προς τα έξω ατονίζει,
γερνάει στα κρυφά η ψυχή προς εξαφάνιση
μαθημένοι και ανασφαλείς, και πάλι νέοι
με όχι με τον ίδιο τρόπο:
ο Ηράκλειτος είχε μια σοφή κουβέντα να πει για την περίσταση,
την οποία δεν τη θυμάμαι. Ξυπνάμε και παραπατάμε,
σοφότερα, σε γενικές γραμμές,
μα όχι πιο εύστοχοι. Αυτό άφησέ το για τους νέους,
προχώρα στα ψαχτά, προς τα μπρος που άλλος κανείς δεν έχει πάει
γεγονός που αποτελεί προνόμιό σου.
Εξάλλου, είχες από νωρίς παραιτηθεί
γεγονός που αποτελεί προνόμιό σου, από τον Ταάττερτον
ως την πικρή και παρούσα σκηνή.
*
ΠΑΡΑΙΤΕΙΤΑΙ
Τα γηρατειά, και οι θάνατοι, και τα φαντάσματα.
Εκείνη τώρα πια καθόλου
δεν με νοιάζεται. Πλήθος
οι τύψεις έρχονται κι άδειο με βρίσκουν.
Δεν νομίζω πως αυτό θ’ αλλάξει.
Δεν θέλω ούτε πράγμα
ούτε πρόσωπο, ξένο ή γνώριμο.
Νομίζω πως ποτέ ξανά
δεν θα τραγουδήσω παρά μονάχα
τώρα μία κι έξω. Πρέπει ν’ αρχίσω
να ζω μ’ ένα άχρηστο κρανίο
πάνω από μια καρδιά κενή.
Τζον Μπέριμαν, Ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός










