προγραφές

Εξώφυλλο: Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για Μια Κριτική της Βίας

'[...] όσον αφορά την καθαρή, θεϊκή βία, όλες οι αιώνιες μορφές είναι επιτρεπτές, αυτές που ο μύθος μπαστάρδεψε με το δίκαιο. Μπορεί να εμφανιστεί σ’ έναν αληθινό πόλεμο ακριβώς όπως το πλήθος εμφανίζεται εν είδη θείας δίκης απέναντι στον εγκληματία. Ωστόσο, είναι απορριπτέα κάθε μυθική βία, δηλαδή κάθε βία που θεσπίζει δίκαιο και η οποία μπορεί αλλιώς να αποκληθεί βία που άρχει. Απορριπτέα όμως είναι και η βία που συντηρεί το δίκαιο, που το υπηρετεί, ή αλλιώς η βία που διοικεί. Η θεϊκή βία, η οποία είναι σύμβολο και σφραγίδα, αλλά ποτέ μέσο της ιερής εκτέλεσης, μπορεί να αποκληθεί βία που κυριαρχεί.'

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για Μια Κριτική της Βίας, μτφρ. Λεωνίδας Μαρσιανός, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα

Ο αιωρούμενος εσταυρωμένος σου στον Άγιο Ευστάχιο
Είμαι εγώ από ξύλο
Βουβή λειτουργία
Τα βήματα των επισκεπτών
Τα στηρίγματα του ουρανού σε μία σειρά
Ακατανόητη
Για κάτι τόσο μεγάλο
Κρύο
Και περίλυπο

* * *

[...]

Στο λούνα παρκ
Η Ρόδα
Είναι κάτι που σκέφτονται οι άνθρωποι
Και άνθρωποι ορισμένοι περιστρέφονται
Κατ' επανάληψη·

Την έχω δει να γυρίζει
Να γέρνει επικίνδυνα
Μα ποτέ δεν έχω πέσει
Και είμαι πάντα στην άκρη

Γιάννης Λειβαδάς, αποσπάσματα από το ποίημα 'La Chope Daguerre' της συλλογής La Chope Daguerre + Ποιήματα Κελύφους, εκδ. Κέδρος

TO PE OR NOT TO PE

KING.

O heavy burden!

POLONUS.

Hold on, I’m coming: I’ll withdraw, my lord

[Enter Hamlet.]

HAMLET.

To pe or not to pe: that is the question:
Whether ’tis nobler in the mind to suffer
The slings and arrows of outrageous stricture
Or to take arms and arrows of outrageous stricture
Or to take arms against a closed urethra
And by abscission, end it? To fuck: to come:
No more; and, by a come to say we end
The cockstand and the thousand natural lusts
That flesh is heir to. ’Tis a consummation
Devoutly to be wished. To fuck: to come:
To come, perchance to clap! Ay, there’s the rub.
For whom that come of fuck what clap may catch
When we have shuffled off this mortal stand
Must give us pause. There's the chordee
That makes calamity of so wet dreams!
For who would bear the jerks and drops of piss,
The piss pot's wrong, the bladders contumely,
The pangs of prostate gland, the pe’s delay,
The insolence of orchirds, and the spurns
The patient merit of the urethra takes
When he himself might his quietus make
With a greased catheter. Who would sandal swill
To fart and shit under a potent purge
But that the dread of something after gleet.
The senile stricture from whose imminence
No catheter gives ’scape, puzzles the will,
And makes us rather bear the ills we have
Than fly to others that we know not of.
Thus chordee doth make cowards of us all!
And thus the native need of urination
Is sicklied o’er with the pale cast of thought
And enterprises of great piss and po, meant
With this regard, their currents corkscrew turn
And lose the name of pumpship. Soft you now!
The fair Ophelia! Nymph, in thy orisons
Re all my sins remembered.

OPHELIA.
Good my lord,

How does your honour for this many a day?

HAM.

I humbly thank you! Well, well, well.

OPH.

My lord, I have remembrances of yours
That I have longed to redeliver:
I pray you now receive them.

HAM.
No, not I.

I never gave your aught.

OPH.

My honoured lord, you know right well you did.

[Left disputing.]

Aleister Crowley, Snowdrops from a Curate’s Garden, publisher: Birchgrove Press

Εξώφυλλο: Γιώργος Χειμωνάς, Τα Όνειρα της Αϋπνίας: Το Ιερατείο του Ύπνου και η δια των Ονείρων Καύσις των Αιρετικών της Νύχτας

'Ἡ διαφορὰ σημαντικοῦ δυναμικοῦ μεταξὺ τοῦ ὀγκώδους ἀλέκτου (1ο διαμέρισμα) καὶ τοῦ ἰσχνοῦ λεκτοῦ (3ο διαμέρισμα) ἐξομαλύεται χάρη σ' ἕνα φαινόμενο ἐντροπίας: ἡ ἀκατάσχετη ροὴ τῆς σημαντικῆς ἐνέργειας, ὰπὸ τὸ πρῶτο στὸ τελευταῖο, ὰποσκοπεῖ -γιὰ νὰ μὴν ἐκραγεῖ τὸ σύστημα- στὴν ἰσότιμη, περίπου, μεταξύ τους δυναμικὴ τάση. Ἡ ἰσοτιμία αὐτὴ ἐξασφαλίζεται ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξη σὲ μέγιστο βαθμὸ τῆς βασικῆς λειτουργίας τοῦ Σημαίνειν, ποὺ εἶναι ἡ ὑπαινικτικότης -μιᾶς, δηλαδή, λειτουργίας παλίντροπης ἀναρχίας, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει ἀδιάκοπες, ἀδιάπτωτες, "ἄτακτες" χρονικὰ καὶ χωρικά, διαρροὲς μεταξὺ λεκτοῦ καὶ ἀλέκτου. Στὸ σημεῖο ἀυτὸ ἀναδύεται μιὰ νέα ὀντότης ποὺ ὁρίζει εὐκρινέστερα τὴν ἔννοια τοῦ νοολεκτικοῦ παρόντος, καὶ καταργεῖ τὴν παραδοσιακὴ ἀντίθεση μεταξὺ "ἀκινήτου" χώρου καὶ "κινητοῦ" χρόνου: ὁ Χωρόχρονος. Χωρόχρονος σημαντικός, ὁ ὁποῖος ἀπρόσκετπα θὰ μποροῦσε νὰ ἐκληφθεῖ ὡς μετατροπὴ τοῦ χρόνου σὲ χῶρο καὶ ἀντίστροφα, σὲ ἀνυπολόγιστα κλασματικὲς ἐναλλαγὲς -ἤ πρόχειρα νὰ ἑρμηνευθεῖ, μὲ τὴν ἐκδοχὴ ὅτι τὸ ἑννιαῖο παρὸν ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ἀναδίπλωση ἑνὸς σημαντιικοῦ ἕργου, δὲν εἶναι παρὰ ἕνας διαστελλόμενος χρόνος, δηλαδὴ ἔνας ψευδόχωρος.

Κατὰ τὶς συνειδησιακὲς-συμβολικὲς τακτικὲς δὲν συμβαίνει καμμία τέτοια μετατροπὴ -καὶ ἡ ὀντότης αὺτοῦ τοῦ χωροχρόνου παραπέμπει ἐν τέλει στὶς, ἐκ πρώτης ὄψεως πλασματικές, χ α ί ν ο υ σ ε ς ἔννοιες τῆς ἀχρονίας καὶ τῆς ἀχωρίας. Γιατί τὸ συνειδησιακὸ παρὸν πρέπει νὰ νοηθεῖ ὡς ἀνακοπὴ τοῦ χρόνου, καὶ ὁ συμβολικὸς χῶρος ὡς τὸ ἴδιο τὸ σημαντικὸ σῶμα ποὺ τὸν καταλαμβάνει, δηλαδὴ τὸν καταργεῖ. Ὁ ἐγκέφαλικὸς χωρόχρονος ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὴν ἰσχύουσα ἐργονομία χρόνου και χώρου, γιὰ νὰ καταστήσει ὄχι ἁπλῶς ἐφικτὴ ἀλλὰ ἐνεργὸ τὴν συλλειτουργία κίνησης καὶ ἀκινησίας. Οἱ βιούμενες (εὐδιάκριτες καὶ ἐπίπονες, ὄντως) παραδρομήσεις διαψεύδονται: ὁ λόγος εἶναι (στὸν ἴδιο χρόνο καὶ χῶρο) μαζὶ ὤν καὶ μὴ ὤν -μιὰ διαλείπουσα ἄναρχη, ὀντικὴ συνομιλία μεταξὺ Ὑποκειμένου καὶ Ἀντικειμένου∙ εἶναι αὐτὸς καὶ μαζὶ ἐνάντιος -μία ἐκ καταβολῆς διφυὴς ἑνότητα, ποὺ χάρη στὴν ἀντιστικτικὴ δισυποστασία της αὐτο-ορίζεται∙ εἶναι, τέλος ἀπών, γιὰ νὰ εἶναι παρὼν ὁ ἄλλαλος κόσμος.'

Γιώργος Χειμωνάς, Τα Όνειρα της Αϋπνίας: Το Ιερατείο του Ύπνου και η δια των Ονείρων Καύσις των Αιρετικών της Νύχτας, εκδ. Πλέθρον

Εξώφυλλο: Μορίς Μπλανσό, Θωμάς ο Σκοτεινός

'Ἀσφαλῶς, μποροῦσα νὰ πεθάνω, ὁ θάνατος ὅμως ἔλαμπε ὕπουλα γιὰ ἐμένα ὅπως ὁ θάνατος τοῦ θανάτου, εἰς τρόπον ὥστε, ἔχοντας γίνει ὁ αἰώνιος ἄνθρωπος πού παίρνει τὴν θέση τοῦ θνήσκοντα, αὐτὸς ὁ χωρὶς ἔγκλημα ἄνθρωπος, ὁ χωρὶς λόγο νὰ πεθάνει ποὺ εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ πεθαίνει, θὰ πέθαινα, πεθαμένος τόσο ξένος στὸν θάνατο ὤστε διῆγα τὴν ὑπέρτατη στιγμή μου μέσα σὲ ἕναν χρόνο ὅπου ἤδη δὲν ἦταν πλέον δυνατὸν νὰ πεθάνω καὶ ποὺ ὡστόσο ζοῦσα ὅλες τὶς ὧρες τῆς ζωῆς μου στὴν ὥρα ὅπου δὲν μποροῦσα πλέον νὰ τὶς ζήσω. Ποιός περισσότερο ἀπὸ ἐμένα ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν τελευταία ἐλπιδοφόρα στιγμή, σὲ τέτοιο σημεῖο στερημένος ἀπὸ τὴν τελευταία παρηγοριὰ τὴν ὁποία ἡ ἀνάμνηση προσφέρει στοὺς ἀπελπισμένους, σὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀκριβῶς λησμονήσει τὴν εὐτυχία καὶ ρίχνονται ψηλὰ ἀπὸ τὴν ζωὴ προκειμένου νὰ ξαναθυμηθοῦν τὶς χαρὲς της; Καὶ παρὰ ταῦτα ἤμουν ἀληθῶς ἔνας νεκρός, ἤμουν μάλιστα ὁ μόνος ἐφικτὸς νεκρὸς, ἤμουν ὁ μόνος ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ὅτι πέθανε κατὰ τύχη. Ὅλη ἡ δύναμή μου, τὸ αἴσθημα ποὺ εἶχα ὅτι εἶμαι, πίνοντας κώνειο, ὄχι Σωκράτης τελευτῶν ἀλλὰ Σωκράτης ἐπαυξημένος μὲ Πλάτωνα, αὐτὴ ἡ βεβαιότητα τοῦ νὰ μὴν μπορεῖς νὰ ἐξαφανιστεῖς τὴν ὁποία ἔχουν μόνον τὰ ὄντα ποὺ ἔχουν πληγεῖ ἀπὸ μιὰ θανάσιμη ἀσθένεια, αὐτὴ ἡ εὐδία ἐμπρὸς στὸ ἰκρίωμα ἡ ὁποία δίνει στοὺς καταδικασμένους τὴν ἀληθινὴ τους χάρη, ἔκανε τὴν κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μου τὴν στιγμὴ ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ζωή. Τὸ εἶναι μου ὁλόκληρο φάνηκε νὰ συγχέεται μὲ τὸν θάνατο. Μὲ τὴν ἴδια φυσικότητα ποὺ οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν ὅτι ζοῦν, ἀποδεχόμενοι ὡς μία κίνηση ἀναπόδραστη τὴν ἀλληλοδιαδοχή τῆς ἀνάσας καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ αἵματος, ἔπαψα νὰ ζῶ. Ἄντλησα τὸν θάνατό μου ἀπὸ τὴν ἴδια μου τὴν ὕπαρξη καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἀπουσία τῆς ὕπαρξης. Φανέρωσα ἕναν θάνατο ποὺ δὲν περιοριζόταν στὴν ὄψη ἑνὸς ὄντος μειωμένου, κι αὐτὸς ὁ νεκρός, ὑπερπλήρης παθῶν ἀλλὰ ἀναίσθητος, ζητώντας τὴν σκέψη του σὲ μία ἔλλειψη σκέψης κι ὡστόσο μὲ φροντίδα ἀπομακρύνοντας ὅ,τι κενό, ὅποια ἄρνηση θὰ μποροῦσε νὰ ἐνυπάρχει στὴν ζωὴ προκειμένου νὰ μὴν κάνει τὸν θάνατό του μία μεταφορά, μία ἀκόμη έξασθενημένη εἰκόνα τοῦ συνήθους θανάτου, ἐκπροσωποῦσε στὸν ὕψιστο βαθμὸ τὸ παράδοξο καὶ τὴν ἀδυνατότητα τοῦ θανάτου.'

Μορίς Μπλανσό, Θωμάς ο Σκοτεινός, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Σμίλη

Εξώφυλλο: Σάμουελ Μπέκετ, Ο Ακατονόμαστος

'Τώρα ποιός; Τώρα ποῦ; Τώρα πότε; Χωρὶς νὰ τὸ ψάχνω. Ἐγὼ, νὰ λέω ἐγώ. Χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῶ. Νὰ τὰ λέω ἐρωτήσεις, ὑποθέσεις. Νὰ προχωράω μπροστά, νὰ τὸ λέω προχωράω, νὰ τὸ λέω μπροστά. Λὲς νά ’γινε καὶ κάποια μέρα, ἐντάξει πῆρε μπρός, νά ’μεινα μέσα, ποῦ μέσα, ἀντὶ νᾶ βγὼ ἔξω, ὅπως ἔκανα πάντα, νὰ περάσω μέρα καὶ νύχτα ὅσο γίνονταν πιὸ μακριά, δὲν ἦταν μακριά. Κάπως ἔτσι μπορεῖ ν’ ἄρχισε.'

'Τὸ οὑσιῶδες εἶναι νὰ σφαδάζεις αἰώνια στὴν ἄκρη τοῦ ἁρμιδιοῦ, ὅσο ὑπάρχουν νερά, καὶ ὄχθες, καὶ λυσσασμένος στὰ οὐράνια ἕνας θηρομανὴς θεὸς νὰ ταλανίζει τὸ δοῦλο του διὰ χειρὸς τῶν περιούσιων χαλέδων του. Ἐγὼ ἔχαψα τρία δολώματα καὶ πεινάω ἀκόμα. Ἐξ οὗ καὶ οἱ στριγγλιές.'

'Οἱ ἄνθρωποι. Ἕνας μόνο, κι ὕστερα ἄλλοι. Ἕνας, στραμμένος πρὸς τὸν πανανίσχυρο, τὸν πανάμαθο, ποὺ τὸν καταδιώκει, κι ὕστερα ἄλλοι. Πρὸς αὐτὸν ποὺ τρέφει μὲ τὶς σάρκες του, αὐτὸς ὁ ξενηστικωμένος, καὶ ποὺ μὴν ἔχοντας τίποτα ἀνθρώπινο, δὲν ἔχει καὶ τίποτ’ ἄλλο, δὲν ἔχει τίποτα, δὲν εἶναι τίποτα. Ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο χωρὶς νὰ γεννηθεῖ, καὶ παραμένει σ’ αὐτὸν χωρὶς νὰ ζεῖ, χωρὶς ἐλπίδα νὰ πεθάνει, ὀμφαλὸς τῆς λύπης, τῆς χαρᾶς, τῆς ἠρεμίας. Ποὺ ὄντας τὸ πιὸ στάσιμο ἀπόχτημα, περνάει γιὰ τὸ πιὸ ἀληθινό. Ὁ ἔξω ἀπ’ τὴ ζωὴ ποὺ ποτέ μας δὲν παύουμε νὰ ’μαστε ἐντέλει ὥς τὸ τέλος τῆς ἀτέλειωτης μάταιης ζωῆς μας. Ποὺ δὲ γλυτώνει ἀπὸ τὴν ἔξαλλη ἀνάγκη νὰ μιλήσει, τὴν ἔξαλλη ἀνάγκη νὰ σκεφτεῖ, νὰ μάθει τί εἶναι, τί ἦταν, στὸ τρελὸ ἐκεῖνο ὄνειρο, ἐκεῖ πάνω, κάτω ἀπ’ τὸ φῶς τ’ οὐρανοῦ, στὶς νυχτερινές του ἐξορμήσεις. Ὁ ποὺ ἀγνοεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ σωπαίνει, ποὺ ἀγνοεῖ τὴ σιωπή του καὶ σωπαίνει, ποὺ δὲν κατάφερε νὰ ὑπάρξει κι ἐγκατέλειψε κάθε προσπάθεια. Ποὺ στριμώχνεται ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀναγνωρίζουν σ’ αὐτὸν τὸν ἑαυτό τους καὶ τοῦ στέλνουν πίσω ἀπαράλλαχτη τὴ δικιά του αἰώνια γκριμάτσα. Εὐχαριστῶ γι’ αὐτὰ τὰ βασικὰ στοιχεῖα. Αὐτὸς ποὺ ἀναζητᾶ τὸ ἀληθινό του πρόσωπο, ἄς μὴν ἀπελπίζεται, θὰ τὸ βρεῖ, συσπασμένο ἀπ’ τὴν ἀγωνία, μὲ τὰ μάτια πεταγμένα ἔξω. Αὐτὸς ποὺ λαχταράει νά ’χε ζήσει, τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσε, ἄς μὴν ἀγωνιᾶ, ἡ ζωὴ θὰ τοῦ πεῖ πῶς. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια πολὺ παρήγορα.'

'Αὐτὸς ὁ χρόνος ποὺ τρέχει, ποὺ καλπάζει, εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ βρισκόταν σὲ λήθαργο. Κι αὐτὴ ἡ σιωπή, ποὺ μέσα της ὠρύονται καὶ ποὺ μιὰ μέρα θ’ ἀποκατασταθεῖ, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀλλοτινή. Ἴσως λιγάκι φθαρμένη άπ’ τὴ χρήση.'

'[...] λέξεις, εἶμαι ὅλες τοῦτες οἱ λέξεις, ὅλες τοῦτες οἱ ἄγνωστες, ὅλος τοῦτος ὁ μπουχός ἀπὸ λέξεις, χωρὶς ἔδαφος νὰ κατακάτσει, χωρὶς οὐρανὸ νὰ διαλυθεῖ, ποὺ κολλᾶνε γιὰ νὰ ποῦν, ξεκολλᾶνε γιὰ νὰ ποῦν, πὼς ἐγὼ εἶμαι αὐτές, κι αὺτὲς ποὺ ἑνώνονται, κι αὐτὲς ποὺ χωρίζονται, κι αὺτὲς ποὺ δὲ γνωρίζονται, αὺτὲς καὶ τίποτ’ ἄλλο, ὄχι, ἐντελῶς ἄλλο, πὼς εἴμαι κάτι ἐντελῶς ἄλλο, κάτι βουβό, σ’ ἔνα μέρος ἄγριο, ἄδειο, κλειστό, μαύρο, ξερό, παγωμένο, ὄπου τίποτα ποτέ δὲ σαλεύει, τίποτα ποτέ δὲ μιλάει, καὶ πὼς ἀκούω, καὶ πὼς ψάχνω, σὰ θηρίο σὲ κλουβὶ γεννημένο ἀπὸ θηρία σὲ κλουβί γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα ἀπὸ θηρία σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ πεθαμένα σὲ κλουβί ἀπὸ θηρία σὲ κλουβί γεννημένα σὲ κλουβί πεθαμένα σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ πεθαμένα σὲ κλουβὶ γεννημένα καὶ μετὰ πεθαμένα γεννημένα καὶ μετὰ πεθαμένα, σὰ θηρίο μὲ μιὰ λέξη, δική τους λέξη, σὰν τέτοιο θηρίο, καὶ πὼς ψάχνω, σὰν τέτοιο θηρίο, μὲ τὶς φτωχές μου δυνάμεις, τέτοιο θηρίο, μὲ μόνα ἀπομεινάρια ἀπ’ τὰ γνωρίσματα τοῦ εἴδους του τὸ φόβο καὶ τὴ λύσσα, ὄχι, ἡ λύσσα πέρασε, μόνο τὸ φόβο, ἀπ’ ὅλα ὅσα τοῦ ’πρεπαν μόνο τὸ φόβο, πολλαπλασιασμένο, τὸ φόβο τῆς σκιᾶς του, ὄχι, εἶναι τυφλό, γεννημένο τυφλό, τοῦ ἤχου ἄν θέλετε, αὐτὸ λοιπὸν, εἶναι ἀπαραίτητο, εἶναι ἀπαραίτητο κάτι, εἶναι κρίμα, ὰλλὰ ἔτσι εἶναι [...]'

'Ναί, στὴ ζωή μου, ἀφοῦ πρέπει νὰ τὴ λέω ἕτσι, ὑπῆρχαν τρία πράγματα, ἡ ἀνικανότητα νὰ μιλήσω, ἡ ἀνικανότητα νὰ σωπάσω, καὶ ἡ μοναξιά, μ’ αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ βγάλω πέρα.'

Σάμιουελ Μπέκετ, Ο Ακατονόμαστος, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Ύψιλον

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑