προγραφές

Εξώφυλλο: Αύγουστος Στρίντμπεργκ, Η Σονάτα των Φαντασμάτων

'(Οι χορδές της άρπας ηχούν. Ένα λευκό φως πλημμυρίζει το δωμάτιο).

ΦΟΙΤΗΤΗΣ: Είδα τον ήλιο, και ήταν σαν

Ν’ αντίκρισα το Αόρατο!

Ανάλογα με τα έργα του καθένας απολαμβάνει
Μακάριος όποιος πράττει το καλό.
Τις πράξεις σου οργής
Μην προσπαθείς πάλι με κακό να εξαγοράσεις
Με καλοσύνη παρηγόρησε
Όποιον έχεις πονέσει.
Όποιος κακό δεν έκανε
Κακό κανένα δεν έχει να φοβάται
Μακάριος ο αθώος!

(Ένα βογκητό ακούγεται πίσω απ’ το παραβάν).

ΦΟΙΤΗΤΗΣ: Καημένο παιδάκι, παιδί ενός κόσμου ψευδαισθήσεων, αμαρτιών, βασάνων και θανάτου, αυτού του κόσμου της αέναης αλλαγής, της απογοήτευσης και του πόνου... Μακάρι ο Κύριος των Ουρανών να φανεί φιλεύσπλαχνος στο ταξίδι σου!

(Το δωμάτιο εξαφανίζεται. Στο βάθος, εμφανίζεται «Η Νήσος των νεκρών» του Böcklin. Μια γλυκιά, ευχάριστα μελαγχολική μουσική ακούγεται από το νησί).

«Και εξαλείφει απ’ αυτών ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος ουκ έσται έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ έσται έτι· ότι τα πρώτα απήλθον».'

Αύγουστος Στρίντμπεργκ, Η Σονάτα των Φαντασμάτων, μτφρ. Διαμανός Κωνσταντινίδης, εκδ. Αιγόκερως

ΟΙ ΔΟΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΑΙΜΟΔΕΤΟΥ

Ἡ ἄμμος της εἶναι ἀπίστευτη. Χαρωπὸ τὸ πρόσωπό της καὶ τὸ κάθε φύλλο τῆς δεντροστοιχίας της καθηλωμένο. Πέρα ἀπὸ τὸ στέαρ τῆς κυπελλοφόρου ἁμάξης ὁ οὐρανός της ἔγινε σὰν μάτι μυρμηκιῶντος κόμπου καὶ χωρὶς κόπο καὶ χωρὶς καπίστρι ἐπανέρχεται μαζί μας ὁ ζυμωτὴς τῶν μεμακρυσμένων φόνων. Ὁ κῆπος φέρει τὰ ἴχνη μας πρὸς τὴν δυτικὴ παλάμη τοῦ ἐξογκωμένου δρόμου καὶ κλαίει ἡ μικρὴ θρυαλλὶς ἀνέσπερα σκυμμένη σὲ πάγους μαρασμοῦ σὲ πάγους μάταιους σὲ πάγους συσχετιζόμενους μὲ τὴν ἄδικη συστολὴ τοῦ πανούργου καταπέλτη. Καμμιὰ πομπὴ δὲν ἀντηχεῖ καὶ ἡ λυσμοσύνη ποὺ θρηνεῖ τὰ χτένια τὰ φαγωθέντα ἀπὸ τὸν πόντο διαρκεῖ σὰν μιὰ πλεκτάνη στὸ κέλυφος τῆς συστηματικῆς ἀνιστορήσεως τοῦ στήθους.

*

ΟΙ ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ

Στὸν Γιῶργο Γουναρόπουλο

Ὤ οἱ μαστοὶ τῆς νεότητος
Ὤ τὰ πελιδνὰ νερᾶ τῶν συκοφάγων
Τὰ καλντιρίμια ἀντηχοῦν ἀπὸ τὰ βήματα τῶν πρωινῶν ἀνθρώπων
Ἄλσος ἀλκῆς μὲ τ’ ἄλικα δέντρα σου
Ἥ νεότης διαισθάνεται τὴν σημασία σου
Ἀναθρώσκει ἤδη στὰς παρυφάς σου
Θύσανοι πουπουλένιοι σκιρτοῦν ἀνάμεσα στὰ στήθη τῶν νεανίδων

Ποὺ περπατοῦν ἡμίγυμνες μέσ’ στὰ δρομάκια σου
Ἡ κόμη τους εἶναι ὡραιότερη ἀπὸ τοῦ Ἀβεσαλὼμ
Τὸ κεχριμπάρι στάζει ἀνάμεσα στοὺς βοστρύχους
Καὶ οἱ μελαχροινὲς κρατοῦνε φύλλα ἐβένου
Τὰ βήματα τους τὰ ὁσφραίνονται κουνάβια
Τὸ δάσος συγκινεῖται
Τὸ δάσος εἶναι μυρμηκιὰ μὲ λεγεῶνες λογχοφόρων
Ἐδῶ καὶ οἱ κορυδαλλοὶ γυμνώνονται ἀπὸ τὶς σκιές τους
Οἱ τροχιόδρομοι δὲν ἀκούγονται
Ἡ ἡμέρα ἀναστενάζει
Μιὰ κόρη της πολὺ μικρὴ παίζει μὲ τοὺς μαστούς της
Κανένας κόλαφος δὲν ἰσχύει
Μόνο μιὰ ἔλαφος περνᾶ κρατώντας μὲσ’ στὸ στόμα της
Τὰ τρία κεράσια ποὺ βρήκε ἀνάμεσα στὰ στήθη τῆς νεότητος
Τὸ βράδυ ἐδῶ εἶναι θερμὸ
Τὰ δέντρα περιτυλίσσονται στὴ σιγαλιά τους
Βράχοι σιγῆς πέφτουν ἀργὰ καὶ ποῦ μέσα στὸ ξέφωτο
Ὅπως τὸ φῶς πρὶν γίνει μέρα.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ποιήματα: Υψικάμινος, Ενδοχώρα, εκδ. Γαλαξίας

Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

Ἔχεις μιὰ γεύση τρικυμίας στὰ χείλη — Μὰ ποῦ γύριζες
Ὁλημερὶς τὴ σκληρὴ ρέμβη τῆς πέτρας καὶ τῆς θάλασσας
Ἀετοφόρος ἄνεμος γύμνωσε τοὺς λόφους
Γύμνωσε τὴν ἐπιθυμία σου ὣς τὸ κόκαλο
Κι οἱ κόρες τῶν ματιῶν σου πήρανε τὴ σκυτάλη τῆς Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ ἀφρό τὴ θύμηση!
Ποῦ εἶναι ἡ γνώριμη ἀνηφοριά τοῦ μικροῦ Σεπτεμβρίου
Στὸ κοκκινόχωμα ὅπου ἔπαιζες θωρῶντας πρὸς τὰ κάτω
Τοὺς βαθιούς κυαμῶνες τῶν ἄλλων κοριτσιῶν
Τὶς γωνιές ὅπου οἱ φίλες σου ἄφηναν ἀγκαλιές τὰ δυοσμαρίνια

—Μὰ ποῦ γύριζες
Ὁλονυχτὶς τὴ σκληρή ρέμβη τῆς πέτρας καὶ τῆς θάλασσας
Σοῦ ’λεγα νὰ μετρᾶς μὲς στὸ γδυτό νερὀ τὶς φωτεινές του μέρες
Ἀνάσκελη νὰ χαίρεσαι τὴν αὐγή τῶν πραγμάτων
Ἢ πάλι νὰ γυρνᾶς κίτρινους κάμπους
Μ’ἕνα τριφύλλι φῶς στὸ στῆθος σου ἡρωίδα ἰάμβου.

Ἔχεις μιὰ γεύση τρικυμίας στὰ χείλη
Κι ἕνα φόρεμα κόκκινο σὰν τὸ αἷμα
Βαθιά μέσ’ στὸ χρυσάφι τοῦ καλοκαιριοῦ
Καὶ τ’ ἄρωμα τῶν γυακίνθων — Μὰ ποῦ γύριζες

Κατεβαίνοντας πρὸς τοὺς γιαλοὺς τοὺς κόλπους μὲ τὰ βότσαλα
Ἦταν ἐκεῖ ἕνα κρύο ἁρμυρό θαλασσόχορτο
Μὰ πιό βαθιά ἕνα ἀνθρώπινο αἴσθημα ποὺ μάτωνε
Κι ἄνοιγες μ’ ἔκπληξη τὰ χέρια σου λέγοντας τ’ ὄνομά του
Ἀνεβαίνοντας ἀνάλαφρα ὣς τὴ διαύγεια τῶν βυθῶν

Ὅπου σελάγιζε ὁ δικός σου ὁ ἀστερίας.
Ἄκουσε, ὁ λόγος εἶναι τῶν στερνῶν ἡ φρόνηση
Κι ὁ χρόνος γλύπτης τῶν ἀνθρώπων παράφορος
Κι ὁ ἥλιος στέκεται ἀπὸ πάνω τοῦ θηρίο ἐλπίδας
Κι ἐσύ πιό κοντά του σφίγγεις ἕναν ἔρωτα
Ἔχοντας μιὰ πικρή γεύση τρικυμίας στὰ χείλη.

Δὲν εἶναι γιὰ νὰ λογαριάζεις γαλανή ὣς τὸ κόκαλο ἄλλο καλοκαῖρι
Γιὰ ν’ ἀλλάξουνε ρέμα τὰ ποτάμια
Καὶ νὰ σὲ πᾶνε πίσω στὴ μητέρα τους,
Γιὰ νὰ ξαναφιλήσεις ἄλλες κερασιές
Ἢ γιὰ νὰ πᾶς καβάλα στὸ μαῖστρο

Στυλωμένη στοὺς βράχους δίχως χτές καὶ αὔριο,
Στοὺς κινδύνους τῶν βράχων μὲ τὴ χτενισιά τῆς θύελλας
Θ’ ἀποχαιρετήσεις τὸ αἴνιγμά σου.

Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί, εκδ. Γαλαξίας

Εξώφυλλο: Άννα Τσιτουρίδου, Η Παναγία των Χαλκέων

'Τὸ ὄνομα «Παναγία τῶν Χαλκέων» εἶναι μετάφραση τοῦ Τουρκικοῦ Καζαντζιλάρ, ποὺ ὀφειλεται στὸ γεγονὸς ὅτι στὴν περιοχὴ τῆς ἐκκλησίας ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ ἀκόμη ἐποχὴ ὑπήρχαν οἱ χαλκωματάδες, παράδοση ποὺ συνεχίζεται ὥς σήμερα. Γιὰ τὴν ὕπαρξη τῶν χαλκοπρατείων πληροφοροῦν καὶ τὰ Acta τοῦ ἀγίου Δημητρίου, ποὺ ἀναφέρουν ὅτι δυτικὰ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἀγορά ἤταν ἡ «χαλκευτικὴ στοά» (... ἐκ Δυσμῶν τοῦ τῆς πόλεως μεγαλοφόρου ἐν τῇ ἐκείσε Χαλκευτικῇ στοᾷ...).
Δὲν εἶναι γνωστὴ ἡ ἑπωνυμία τῆς ἐκκλησίας κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο. Ὁ Δ. Εὐαγγελίδης καὶ ὁ Γ. Σωτηρίου πιστεύουν ὅτι ἡ ἐκκλησία ποὺ ἀναφέρεται σὲ ἁγιορειτικὸ δωρητήριο ἔγγραφο τοῦ 14ου αἰώνα ὡς «Παναγία ἡ Καμαριώτισσα» πρέπει νὰ ταυτιστῆ μὲ τὴ Χαλκέων. Τὴν ἄποψή τους τὴ δικαιολογοῦν μὲ τὴν ὕπαρξη τῶν γειτονικῶν ὑπογείων στοῶν ποὺ ὀνομάζονταν καὶ «καταφυγή», ὅπως πληροφορούμαστε ἀπὸ ὁμιλία τοῦ Κων. Ἀρμενόπουλου, νομικοῦ τοῦ 14ου αἰώνα. Ὁ Α. Ξυγγόπουλος, ἀντίθετα, πιστεύει ὅτι ἡ Παναγία ἡ Καμαριώτισσα ἧταν ναὸς ποὺ δὲν εἴχε σχέση μὲ τὴ Χαλκέων, ἀλλὰ βρισκόταν πολὺ κοντὰ σ’ αὐτήν. Στὴν ἴδια περιοχὴ τοποθετεῖ καὶ τὴν Παναγία τὴν Καταφυγή.
Τὸ πιὸ πιθανὸ εἶναι ὅτι ἡ Παναγία τῶν Χαλκέων κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο εἶχε τὴν ἐπωνυμία «Παναγία τῶν Χαλκοπρατείων», ὅπως ἡ περίφημη ὁμώνυμη ἐκκλησία τῆς Κωσταντινούπολης, καὶ ὅτι ἀπὸ μετάφραση τῆς ἐπωνυμίας αὐτῆς προῆλθε ἡ τουρκικὴ Καζαντιλάρ.'
Άννα Τσιτουρίδου, Η Παναγία των Χαλκέων, εκδ. Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου

Εξώφυλλο: Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα

'Τρεῖς μῆνας ἀνεπαύθησαν οἱ δύο ἐρασταὶ μεταξὺ τῶν φιλόξενων παρθένων, εἰς τὰς ὁποίας συνεχώρουν οἱ κανόνες νὰ ἔχωσι παρ’ αὐταῖς κηπουροὺς καὶ πνευματικοὺς, ἵ ν α κ υ β ε ρ ν ῶ σ ι τ ὰ ς ψ υ χ ὰ ς τ ω ν κ α ὶ π ο τ ί ζ ω σ ι τ ο ὺ ς μ ο ν α σ τ ι κ ο ὺ ς κ ή π ο υ ς τ ω ν, ὡς ἔλεγον οἱ καλοὶ χρονογράφοι, οἱτινες βεβαίως δὲν ἐμάντευον πόσων παραξεγήσεων καὶ ρυπαρῶν λογοπαιγνίων ἀφορμὴν ἔμελλε νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς θρησκείας ἡ φράσις αὔτη, ἥτις χ ι α σ τ ο ῦ μόνον σχήματος ὕλην ἀρχῆ κατ’ εὐχήν· ἀμφότεροι ἐπάχυνον καὶ ἐλησμόνουν τὴν πατρίδα των ὑπὸ τὸν γλυκὺν οὐρανὸν τῆς Προβηγγίας, ὑφ’ ὅν λησμονοῦσι σήμερον καὶ οἱ Χῖοι τὴν μοσχοβόλον νῆσόν των. Ὅ π ο υ κ α λ ὸ ν ἐ κ ε ὶ π α τ ρ ί ς, ἔλεγε ὁ Εὐρυπίδης. Πανταχοῦ φύετα τοῦ λωτοῦ ὁ μελιηδὴς καρπὸς, ὑπὸ παντοίας προσφερόμενος μορφὰς εἰς τῶν θνητῶν τὰ ἀκόρεστα χείλη, ὡς θρόνος εἰς τοὺς βασιλεῖς καὶ ὡς καλὴ παρθένος εἰς τοὺς ἐραστάς, ὡς χρυσὸς εἰς τοὺς ἐμπόρους καὶ ὡς ἐπευφημήσεις εἰς τοὺς τεχνίτας. Καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τῶν βουνῶν τὰς χιονοσκεπεῖς κορυφὰς καὶ τὰς ἄμμους τῆς ἐρήμου ἐβλάστανε πρότερον ὁ λωτός, ὅτε οἱ ἐρημῖται ἐζήτουν ἐκεῖ ἀγιότητα καὶ οἱ ἀμαρτωλοὶ ἐλευθερίαν· ἀλλὰ σήμερον κατήντησε φυτὸν κηπαῖον ὡς τὸ πράσον, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἐξώρισαν αὐτὸν τοῦ Ἑλικῶνος οἱ ποιηταί.'

Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα, εκδ. Σπ. Δαρεμά

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑