<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0" xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"><channel>
<title>προγραφές</title>
<link>https://prografes.vercel.app/</link>
<description>Οι καταγραφές κράτησαν έντεκα χρόνια, από τον Νοέμβριο του 2010 ως τον Δεκέμβριο του 2021, με λίγες ακόμα καταχωρήσεις από το αρχείο μου ως το 2025· από το 2026 συνεχίζονται εδώ.</description>
<language>el</language>
<atom:link href="https://prografes.vercel.app/feed.xml" rel="self" type="application/rss+xml"/>
<item><title>‘Γυναίκα σωριασμένη, γδυμένη, με τις κόρες ανεστραμμένες. Όνειρο</title><link>https://prografes.vercel.app/2025/04/22</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2025/04/22</guid><pubDate>Tue, 22 Apr 2025 06:44:43 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;‘Γυναίκα σωριασμένη, γδυμένη, με τις κόρες ανεστραμμένες. Όνειρο απουσίας, και όχι ηδονής. Έτσι απούσα, η γυναίκα αυτή είναι μάλλον το ίδιο το κακό παρά ανυπόμονη να χύσει – το κακό, η ανάγκη να απαρνηθούμε την τάξη χωρίς την οποία η ζωή μας θα ήταν ανέφικτη.’&lt;/p&gt;&lt;p&gt;‘Οι δύο πιο κοινές εικόνες: ο σταυρός, ο πούτσος.’&lt;/p&gt;&lt;p&gt;‘Αγαλλιάζω με τις περασμένες ακολασίες μου. Τις αναπολώ για ώρα με πρόστυχες λεπτομέρειες. Με κάνουν ευτυχισμένο τις πιο πολλές φορές. Η γεύση ενός κώλου, ενός στόματος, ενός στήθους, και κυρίως η αίσθηση της γυμνότητας: μια κοπέλα απείρως πιο γυμνή από οποιαδήποτε άλλη, παραδόξως γυμνή, άλλοτε με τις κάλτσες, τη ζώνη, το παλτό της, άλλοτε θεόγυμνη, ξυπόλυτη. Αλλά πάντοτε η πίσω σχισμή δεκτική στο βλέμμα μου, στο χέρι μου – ενίοτε δε και σε βλέμματα άλλων… Πόσο βαθύ είναι το στόμα μιας κοπέλας –πιο βαθύ κι απ’ τη νύχτα, κι απ’ τον ουρανό– λόγω του έκθετου πισινού της! Ένα οικείο χάδι στη σχισμή, και το στόμα γεμίζει τρόμο, γίνεται φλογερό, θεϊκό… Άλλες κοπέλες είναι άνοστες, με μύτρα και κώλο μεν, αλλά τόσο γυμνές όσο ένα μήλο… Ναι, αλλά η πραγματική γυμνότητα, δριμεία, μητρική, σιωπηρά λευκή και περιττωματική σαν στάβλος, τούτη η βακχική αλήθεια, με πούτσες στα σκέλια και στα χείλη, είναι η ύψιστη αλήθεια της γης, αυθυποβλητικά ιαματική και με την επιθυμία να παραμένει στη σκιά, αποδεχόμενη ατάραχα τη μοίρα της ως καταδικασμένης, για να μην ανοίγει ποτέ παρά μόνο νεκρώσιμα μάτια.’&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Ζορζ Μπατάιγ, Ο μικρός, μτφρ. Άγγελος Μουταφίδης, εκδ. Affect Editions&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Αν ο Θεός πράττει για ένα σκοπό, είτε χάριν του ίδιου είτε χάριν</title><link>https://prografes.vercel.app/2025/04/16</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2025/04/16</guid><pubDate>Wed, 16 Apr 2025 15:47:46 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Αν ο Θεός πράττει για ένα σκοπό, είτε χάριν του ίδιου είτε χάριν κάποιου άλλου, σημαίνει ότι επιθυμεί κάτι που δεν έχει, και θα έπρεπε να συμφωνήσουμε ότι υπήρξε ένας καιρός που ο Θεός, μη έχοντας το περί ου ο λόγος αντικείμενο, επιθύμησε να το αποκτήσει· τούτο σημαίνει ότι φτιάχνουμε έναν Θεό ενδεή. Αλλά, για να μην παραλείψουμε τίποτε που θα μπορούσε να στηρίξει τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη, ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι μια πέτρα που αποσπάται από ένα κτίριο πέφτει πάνω σε έναν άνθρωπο και τον σκοτώνει· θα πρέπει, λένε οι αδαείς, αυτή η πέτρα να έχει πέσει με σκοπό να σκοτώσει αυτό το άτομο· δηλαδή, τούτο συνέβη μόνον και μόνον επειδή το θέλησε ο Θεός. Αν τους απαντήσετε ότι ο άνεμος προκάλεσε αυτή την πτώση τη στιγμή που περνούσε εκείνος ο δυστυχής, θα σας ρωτήσουν, πρώτον, γιατί να περνάει ακριβώς τη στιγμή που ο άνεμος μετακίνησε την πέτρα. Αν τους απαντήσετε ότι πήγαινε να δειπνήσει σε κάποιο φίλο που τον είχε προσκαλέσει, θα θελήσουν να μάθουν γιατί αυτός ο φίλος να τον έχει προσκαλέσει εκείνη τη ώρα και όχι κάποια άλλη· θα σας κάνουν έτσι αναρίθμητες παράξενες ερωτήσεις για να ανατρέξουν από αίτιο σε αίτιο και να σας κάνουν να ομολογήσετε ότι μόνον η βούληση του Θεού, που είναι το καταφύγιο των αμαθών, είναι το πρώτο αίτιο της πτώσης αυτής της πέτρας. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν βλέπουν το ανθρώπινο σώμα, γεμίζουν θαυμασμό για την κατασκευή του· και επειδή αγνοούν τα αίτια του δημιουργήματος που τους φαίνεται τόσο θαυμαστό, συμπεραίνουν πως πρόκειται για ένα υπερφυσικό δημιούργημα, όπου τα αίτια που γνωρίζουμε δεν μπορεί να παίξουν κανένα ρόλο. Ως εκ τούτου, εκείνος που θέλει να εξετάσει σε βάθος τα έργα της δημιουργίας και να διεισδύσει ως αληθινός σοφός στα φυσικά αίτια, χωρίς να είναι υποδουλωμένος στις προκαταλήψεις που δημιουργεί η άγνοια, θεωρείται ασεβής ή καταδικάζεται πάραυτα από τη μοχθηρία εκείνων που ο αδαής αναγνωρίζει ως ερμηνευτές της φύσης και των θεών. Αυτές οι ιδιοτελείς ψυχές γνωρίζουν πολύ καλά ότι η άγνοια, που κρατά θαμπωμένο το λαό, είναι αυτή που τους δίνει υπόσταση και συντηρεί την αξιοπιστία τους.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Βαρόνος του Χόλμπαχ, Περί τριών απατεώνων: Μωυσής - Χριστός - Μωάμεθ, μτφρ. Λία Βουτσοπούλου, εκδ. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Η ρωγμή ανάμεσα σε σημασία και γνώση, ανάμεσα σε σημειωτική και</title><link>https://prografes.vercel.app/2025/02/17</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2025/02/17</guid><pubDate>Mon, 17 Feb 2025 12:56:24 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Η ρωγμή ανάμεσα σε σημασία και γνώση, ανάμεσα σε σημειωτική και σημασιολογία δεν είναι εξωγενής του ανθρώπου, αλλά είναι ρωγμή του ίδιου του υποκειμένου της γνώσης, του ανθρώπου ως Homo sapiens. Αφού, ως ομιλούν και γνωρίζον ον, πλάσμα της γνώσης και της ομιλίας, ο άνθρωπος στέκει τόσο στη σημασία όσο και στη γνώση, το ειδέναι του λοιπόν δεν μπορεί παρά να είναι διχασμένο και το πρόβλημα του ποιος γνωρίζει κατά τη γνώση (το πρόβλημα του υποκειμένου του ειδέναι) παραμένει το θεμελιώδες ζήτημα κάθε θεωρίας της γνώσης. Ενώ στη βαθύτερη πρόθεση της αρχαίας φιλοσοφίας (όπως άλλωστε και της σπινοζικής Ηθικής) βρίσκεται η παραδοχή που τοποθετεί στην Ιδέα (ή στον Θεό) την αρχή της γνώσης, η φιλοσοφία και οι μοντέρνες επιστήμες, ξεκινώντας από τον Descartes, προσπάθησαν αντίθετα να εγγυηθούν την ενότητα, το ενιαίο, της γνώσης διά της μυθοπλαστικής επινόησης ενός ego cogito, ενός Εγώ που, ως αμιγής αυτοσυνείδηση, εμφανίζεται ως μοναδικό υποκείμενο του ειδέναι. Όμως είναι ακριβώς αυτό το υποκείμενο του ειδέναι που η πιο πρόσφατη εξέλιξη των επιστημών του ανθρώπου αμφισβητεί. Τόσο η ψυχανάλυση –θέτοντας ένα Αυτό ως υποκείμενο της ανεπίγνωστης γνώσης– όσο και ο στρουκτουραλισμός –τοποθετώντας ένα ασυνείδητο κατηγοριακό ειδέναι στη δομή δίχως αναφορά σε ένα σκεπτόμενο υποκείμενο– και η γλωσσολογία –αναγνωρίζοντας στα φωνήματα ένα είδεναι ανεξάρτητο από το ομιλούν υποκείμενο– γνέφουν αποφασιστικά προς ένα Άλλο, Έτερο, ως υποκείμενο της γνώσης. Σε αυτό το σημείο το πρόβλημα γίνεται του περάσματος από το ειδέναι που μπορούμε να γνωρίσουμε στην ανεπίγνωστη γνώση, ανάμεσα στη γνώση του ‘Ετέρου, Έτερη γνώση, και στη γνώση του υποκειμένου. Αλλά, όπως έδειξε ο Benveniste ότι, στη γλώσσα, το σημειωτικό και το σημασιολογικό αντιπροσωπεύουν δύο κλειστούς κόσμους, που μεταξύ τους δεν υπάρχει πέρασμα, έτσι και ανάμεσα στη γνώση του Άλλου/Έτερου και στη γ ν ώ σ η του υποκειμένου υπάρχει ένα χάσμα που δε βλέπουμε πώς μπορεί να γεφυρωθεί. Το φροϋδικό πρόγραμμα, σύμφωνα με το οποίο «εκεί που ήταν το Αυτό, θα έλθει το εγώ», δεν είναι κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν είναι αλήθεια ότι το Εγώ και το Έτερο είναι στην πραγματικότητα κατ’ ανάγκην συμπληρωματικά.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Γούστο, μτφρ. Αντα Κλαμπατσέα, εκδ. Πατάκη-Patakis&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Θέλουμε να σταθούμε στα δικά μας πόδια και να κοιτάξουμε δίκαια και</title><link>https://prografes.vercel.app/2025/02/11</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2025/02/11</guid><pubDate>Tue, 11 Feb 2025 09:51:30 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Θέλουμε να σταθούμε στα δικά μας πόδια και να κοιτάξουμε δίκαια και ορθολογικά τον κόσμο – τα καλά του, τα κακά του, την ομορφιά και την ασχήμια του· να δούμε τον κόσμο όπως είναι και να μην τον φοβόμαστε. Να κατακτήσουμε τον κόσμο με τη λογική και όχι απλά υποτασσόμενοι δουλοπρεπώς στον τρόμο που προέρχεται απ’ αυτόν. Ολόκληρη η αντίληψη περί Θεού προκύπτει από τις αρχαίες ανατολικές δεσποτείες. Είναι μια νοοτροπία που δεν αξίζει στον ελεύθερο άνθρωπο. Όταν ακούτε ανθρώπους στην εκκλησία να εξευτελίζουν τους εαυτούς τους και να δηλώνουν άθλιοι αμαρτωλοί και τα σχετικά, αυτό είναι αξιοκαταφρόνητο και δεν αξίζει σε ανθρώπους με αυτοσεβασμό. Οφείλουμε να υψώσουμε το ανάστημά μας και να κοιτάξουμε τον κόσμο κατάματα με ειλικρίνεια. Οφείλουμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για τον κόσμο, και εάν δεν είναι τόσο καλό όσο θα θέλαμε, σε τελική ανάλυση και πάλι ο κόσμος θα είναι καλύτερος απ’ ό,τι τον έχουν καταντήσει αυτοί όλους αυτούς τους αιώνες. Ένας καλός κόσμος προϋποθέτει γνώση, ευγένεια και θάρρος· δεν χρειάζεται πάθος μετανοίας για το παρελθόν ή πνευματικά δεσμά που θα προκύπτουν από λόγια αδαών, τα οποία εκστομίστηκαν πριν από πάρα πολύ καιρό. Χρειάζεται ατρόμητη προοπτική και ελεύθερο πνεύμα. Χρειάζεται ελπίδα για το μέλλον, χωρίς να κοιτάζει κάποιος διαρκώς πίσω του, ένα παρελθόν που είναι νεκρό και που πιστεύουμε πως θα το υπερκεράσει το μέλλον που μπορεί να δημιουργήσει η νοημοσύνη μας.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Μπέρτραντ Ράσελ, Γιαιτί δεν είμαι χριστιανός, μτφρ. Labriana Economu, εκδ. ΟΞΥ&lt;/p&gt;&lt;p&gt;* * *&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Όσοι αμφισβητούν τον λόγο των χρονικογράφων του Χριστού, το κάνουν κυρίως για να νομιμοποιήσουν μια αντίστροφη: ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται στο εξής στο βάθρο του τραγικού, όχι να αποτελεί το εργαλείο που ταλάνισε και εξόργισε τον Κύριο. Αυτή είναι ουσιαστικά η βάση της επιχειρηματολογίας τους· έτσι, παρουσιάζουν τον χριστιανισμό ως την παρωδία μιας τραγωδίας που μιμήθηκε τη ζωή στη ριζική της αλήθεια. Όμως τόσο τα ιερά κείμενα όσο και οι επικριτές του χριστιανισμού δεν μπορούν να προσφέρουν παρά μονάχα ερμηνείες, που μοιράζονται την ίδια μοίρα με το αντικείμενο του ενδιαφέροντός τους: να αποκαλύπτουν μονάχα μία πλευρά της αλήθειας. Ασφαλώς, οι μαθητές του Χριστού ξόδεψαν τη μέγιστη πνευματική δύναμη στον αγώνα τους να δικαιωθεί ο δάσκαλός τους ως ο μοναδικός κατέχων την αλήθεια. Αλλά η αλήθεια, όπως προαναφέρθηκε, είναι γεγονός ότι χωράει πολλές οπτικές. Κι αυτό που δίνει υπόσταση στην αλήθεια υπό μορφή μύθου ή υπό μορφή της κοινής λογικής είναι η ατομική ταυτότητα.&lt;br/&gt;Συμβαίνει κάτι παράδοξο με τη λογική της ατομικής ταυτότητας, η οποία βρίσκεται ραμμένη στον εαυτό ως φλέβα· είναι το μοναδικό εργαλείο για να ανασκάψουμε το μεγαλείο της ζωής από την ίδια τη ζωή. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι εάν κάποιος διατείνεται πιστός ή όχι. Αρκεί ο εαυτός να σκέφτεται στη βάση της εσωτερικότητας και της ατομικής ανάγκης, αγνοώντας τις σωφρονιστικές δομές του χριστιανικού Κανόνα που καλλιεργούν τον φόβο και αρνούμενος τον δογματισμό που κρύβει η βεβαιότητα του αποτελέσματος στην επιστήμη.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Λαμπριάνα Οικονόμου, &amp;apos;Κριτική της καθαρής πίστης&amp;apos;, από το ‘Επίμετρο’ της έκδοσης&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Την επομένη το πρωί οι γυναίκες του Βενουά πήγαν να βάλουν λουλούδια</title><link>https://prografes.vercel.app/2025/02/09</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2025/02/09</guid><pubDate>Sun, 09 Feb 2025 17:13:35 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Την επομένη το πρωί οι γυναίκες του Βενουά πήγαν να βάλουν λουλούδια στους τάφους. Το ίδιο έγινε και το βραδάκι και τις επόμενες ημέρες· έρχονταν όλο και περισσότερες. Πολύ γρήγορα οι τάφοι κρύφτηκαν κάτω από τα λουλούδια. Οι Γερμανοί δεν έλεγαν τίποτα. Καθώς, όμως, οι εκδηλώσεις αυτές έπαιρναν εχθρικό χαρακτήρα και δεν έμοιαζε να τις υπαγορεύει η διαιώνιση της μνήμης, αλλά η επιθυμία για πρόκληση, έφταση από τη Γενική Διεύθυνση της αστυνομίας διαταγή απαγόρευσης. Δύο χωροφύλακες στήθηκαν στην είσοδο του κοιμητηρίου. Οι γυναίκες, όμως, έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να μπουν μέσα. Τις απομάκρυναν με ηρεμία, ξορκίζοντάς τις, με ύφος καλοσυνάτο, που δεν άρμοζε και πολύ με τις περιστάσεις, να παραμείνουν ήρεμες: «Άντε, καλές μου κυράδες, μη συγχίζεστε, προχωρήστε. Μην επιμένετε, πηγαίνετε στο σπίτι σας να κάνετε τη δουλειά σας». Και όπως στέκονταν ακίνητες, λίγα βήματα πίσω, ένας από τους χωροφύλακες γύρισε προς το κοιμητήριο και κοίταξε τους τάφους με το βλέμμα εκείνο του ανθρώπου που στέκει ανίκανος μπροστά στο πεπρωμένο. Κι ύστερα, λέει: «Το βλέπετε κι εσείς, όλα τελείωσαν. Ό,τι και να κάνετε δεν πρόκειται να αλλάξει η μοίρα τους. Άντε, λοιπόν, κυράδες μου, τραβάτε στα σπίτια σας» και ένας άλλος συμπλήρωσε: «Έχουν περάσει έξι μέρες»,  κάνοντας μια κίνηση σαν να ήθελε να πει πως η ζωή συνεχίζεται.&lt;br/&gt;Τότε, πετάχτηκε πάνω μια γυναίκα. Είχε λεπτό πρόσωπο και όμορφα γαλάζια μάτια. Ήταν ψηλή και λίγο καμπουριασμένη. Είχε ένα μαύρο πλεκτό σάλι στους ώμους. Πλησίασε τους χωροφύλακες. Αίφνης, λες και έσπασαν τα νεύρα της, άρχισε να φέρνει πέρα δώθε τις γροθιές της και να χτυπά τους χωοροφύλακες σαν να χτυπούσε σε τοίχο, χοροπηδώντας συγχρόνως. Προσπάθησαν να την ηρεμήσουν, αλλά εκείνη, έχοντας χάσει παντελώς τον αυτοέλεγχό της, αρπαζόταν από τις λουρίδες τους, από τις τιράντες που κρέμονταν τα κοντόκανα, από τα υποσιάγονα του κράνους τους. Συγχρόνως ούρλιαζε: «Δολοφόνοι, δολοφόνοι».&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Εμανουέλ Μποβ, Η παγίδα, μτφρ. Maria Gyparaki, εκδ. Stilvi&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Άνοιξε τα μάτια, είδε τον κόσμο και παραδόξως χαμογέλασε. Να λοιπόν</title><link>https://prografes.vercel.app/2024/11/12</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2024/11/12</guid><pubDate>Tue, 12 Nov 2024 07:50:04 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Άνοιξε τα μάτια, είδε τον κόσμο και παραδόξως χαμογέλασε.&lt;br/&gt;   Να λοιπόν γιατί είχε ανακαλύψει το χαμόγελο στους ανθρώπους. Ήταν απλώς ένα τέχνασμα της βιολογίας απέναντι στην ύπαρξη του κόσμου. «Δεν πειράζει», λέει το χαμόγελο, «συμβαίνει αυτό που συμβαίνει, βρίσκομαι στον κόσμο, ναι, εδώ είναι ο κόσμος, δεν πειράζει όμως». Και το χαμόγελο γίνεται έτσι ένα άνοιγμα απ’ όπου ο κόσμος εισέρχεται σιωπηλά στον οργανισμό σου. Με το χαμόγελο ο άνθρωπος τρώει σιωπά τον κόσμο. Ίσα ίσα, μια μπουκιά κόσμου σε κάθε χαμόγελο. Που τη μασάς σιωπά. Την καταπίνεις σιωπά. Τη χωνεύεις σιωπά. Γεμίζοντας κόσμο. Αρνούμενος μια ύπαρξη χωρίς κόσμο. Γιατί, ναι, και πώς αλλιώς; Και τι άλλο; Και ποια άλλη ζωή;&lt;br/&gt;   Αλλά όχι, σκέφτηκε, υπάρχει πάντα μια ενδιάμεση ζωή, υπάρχει και η ζωή που στέκεται ακριβώς στο όριο. Όταν δέχεσαι τη μπουκιά του κόσμου χωρίς να τη μασάς. Όταν βάζεις στο στόμα σου τον κόσμο χωρίς να τον καταπίνεις. Όταν ζεις στον κόσμο χωρίς να τον αφήνεις να μπει στον οργανισμό σου. Όμως —όμως!— και πόσο μπορεί να ζει κανείς σε μια τέτοια μισοζωή; Διότι ο κόσμος έχει χτιστεί με άλλα μέτρα. Θέλει να ζεις ολόκληρος μέσα του ο κόσμος. Δεν ανέχεται τη μισοζωή και βρίσκει πάντα έναν τρόπο να την τιμωρεί. «Προτιμάς να ζεις στη μισοζωή;» λέει ο κόσμος. «Θα δεχτείς τότε την τιμωρία μου». «Και ποια είναι η τιμωρία που θα επιβάλλεις σ’ έναν άνθρωπο της μισοζωής;» «Είναι», λέει ο κόσμος, «η καθόλου ζωή».&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Dimitris Tanoudis, Το μούδιασμα, εκδ. Στερέωμα&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Ο όγκος των πληροφοριών αυξάνει μαζικά την εντροπία του κόσμου, και</title><link>https://prografes.vercel.app/2024/11/10</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2024/11/10</guid><pubDate>Sun, 10 Nov 2024 16:02:40 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Ο όγκος των πληροφοριών αυξάνει μαζικά την εντροπία του κόσμου, και μάλιστα το επίπεδο θορύβου. Η σκέψη έχει ανάγκη από ηρεμία. Είναι μια αποστολή μέσα στην ηρεμία. Η σημερινή κρίση της θεωρίας έχει πολλά κοινά με την κρίση της λογοτεχνίας και της τέχνης. Ο Μισέλ Μπιτόρ, εκπρόσωπος του Nouveau Roman [Νέο Μυθιστόρημα] στη Γαλλία, την αντιλαμβάνεται ως κρίση του πνεύματος: «Δεν ζούμε μόνο μια οικονομική κρίση, αλλά και μια κρίση της λογοτεχνίας. Η ευρωπαϊκή λογοτεχνία απειλείται. Αυτό που πραγματικά βιώνουμε τώρα στην Ευρώπη είναι μια κρίση του πνεύματος.» Στην ερώτηση πώς αναγνωρίζει κανείς αυτή την κρίση του πνεύματος, ο Μπιτόρ απαντά: «Εδώ και δέκα με είκοσι χρόνια δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτε πια στη λογοτεχνία. Υπάρχει πληθώρα εκδόσεων, αλλά και πνευματική στασιμότητα. Η αιτία είναι η κρίση της επικοινωνίας. Τα νέα μέσα επικοινωνίας είναι αξιοθαύμαστα, αλλά προκαλούν απίστευτο θόρυβο.» Ο ανεξέλεγκτα αυξανόμενος όγκος πληροφοριών, αυτή η υπερβολική θετικότητα, εκδηλώνεται ως θόρυβος. Η κοινωνία της διαφάνειας και της πληροφορίας είναι μια κοινωνία με πολύ υψηλά επίπεδα θορύβου. Αλλά δίχως αρνητικότητα, υπάρχει μόνο το Όμοιο. Το πνεύμα, το οποίο αρχικώς σημαίνει ανησυχία, οφείλει τη ζωτικότητά του στην αρνητικότητα.&lt;br/&gt;   Η θετική επιστήμη που καθοδηγείται από τα δεδομένα δεν παράγει καμία επίγνωση ούτε καμία αλήθεια. Απλώς λαμβάνουμε γνώση των πληροφοριών, το οποίο όμως δεν ισοδυναμεί ακόμη με επίγνωση. Η γνώση, λόγω της θετικότητάς της, είναι αθροιστική και σωρευτική. Οι πληροφορίες, ως θετικότητες, ούτε αλλάζουν ούτε αναγγέλλουν τίποτα. Δεν έχουν απολύτως καμία συνέπεια. Αντίθετα, η επίγνωση αποτελεί μια αρνητικότητα. Είναι αποκλειστική, εξαιρετική και εκτελεστική. Επομένως μια επίγνωση, της οποίας προηγείται μια εμπειρία, είναι ικανή να τραντάξει ολοκληρωτικά το Είναι και να επιτρέψει το ξεκίνημα κάτι εντελώς Άλλου. Αλλά η υπερβολική λήψη γνώσεων δεν αφήνει περιθώρια για την επίγνωση. Η κοινωνία της πληροφορίας είναι μια κοινωνία των βιωμάτων. Και τα βιώματα επίσης είναι αθροιστικά και σωρευτικά. Και σε αυτό ακριβώς διαφέρουν από την εμπειρία, η οποία συχνά είναι μοναδική. Επομένως το βίωμα δεν έχει πρόσβαση στον εντελώς Άλλον, αφού του λείπει ο έρωτας, ο οποίος μεταμορφώνει. Επίσης η σεξουαλικότητα αποτελεί μια θετική φόρμουλα να βιώνει κανείς την αγάπη, και ως εκ τούτου είναι επίσης αθροιστική και σωρευτική.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, Η αγωνία του έρωτα, μτφρ. Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, εκδ. Opera&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Σὲ μιὰ ἐπίσκεψη στὸ Παρίσι τὸ 1891 ὁ Ὄσκαρ Οὐάϊλντ λέγεται πὼς εἶχε</title><link>https://prografes.vercel.app/2024/04/25</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2024/04/25</guid><pubDate>Thu, 25 Apr 2024 08:43:12 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Σὲ μιὰ ἐπίσκεψη στὸ Παρίσι τὸ 1891 ὁ Ὄσκαρ Οὐάϊλντ λέγεται πὼς εἶχε πεῖ: «Ὅταν ὁ Μπενβενοῦτο Τσελλίνι σταύρωσε ἕνα ζωντανὸ ἄνθρωπο γιὰ νὰ μελετήσει τὸ τρεμούλιασμα τῶν μυῶν του κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐπιθανάτιας ἀγωνίας του, ὁ Πάπας δίκαια ἔδωσε ἄφεση ἁμαρτιῶν. Τί εἶναι ὁ θάνατος ἑνὸς ἄγνωστου ἀτόμου ὅταν αὐτὸς ὁ θάνατος δίνει τὴ δυνατότητα ν’ ἀνθίσει ἕν’ ἀθάνατο ἔργο καὶ νὰ γεννήσει, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Κήτς, μιὰ αἰώνια πηγὴ ἔκστασης;». Μιὰ ἄλλη κλασικὴ ἔκφραση αὐτῆς τῆς τάσης ἐμφανίζεται στὴν περιβόητη ἀντίδραση τοῦ συμβολιστῆ ποιητῆ Laurent Tailhade ὅταν ἄκουσε γιὰ τὴ φονικὴ βόμβα ποὺ ἔριξαν ἀναρχικοὶ μέσα στὴ Γαλλικὴ Βουλὴ τὸ 1893: «Τί σημασία ἔχουν τὰ θύματα, ἂν ἡ χειρονομία εἶναι ὡραία;». Ὄχι πολὺ ἀργότερα, τὸ Φουτουριστικὸ Μανιφέστο τοῦ Φ. Τ. Μαρινέττι ἀπηχοῦσε τὰ ἴδια συναισθήματα ἐξυμνῶντας, μαζὶ μὲ τὸν μιλιταρισμό, τὴν ἀναρχικὴ καταστροφὴ καὶ τὸν μισογυνισμό, «τὶς ὡραῖες ἰδέες ποὺ σκοτώνουν». Προχωρῶντας πέρ’ ἀπὸ τὴν παραφουσκωμένη ρητορικὴ τῶν Φουτουριστῶν, ὁ γαμπρὸς τοῦ Μουσολίνι καὶ ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν Τσιάνο, θὰ ἐπικύρωνε ἀργότερα τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς της ὅταν παρομοίωνε τὶς ἐκρήξεις βομβῶν ποὺ ρίχνονταν ἐναντίον τῶν ἀτάκτως φευγόντων Αἰθιόπων τὸ 1936 μὲ λουλούδια ποὺ ἄνθιζαν ξαφνικά.&lt;br/&gt;Ἡ αἰσθητικοποίηση τῆς πολιτικῆς σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις δὲν προκαλεῖ ἀπέχθεια ἁπλῶς καὶ μόνο λόγῳ τῆς γκροτέσκας ἀπρέπειας μὲ τὴν ὁποία ἐφαρμόζονται κριτήρια ὀμορφιᾶς σὲ φόνους ἀνθρώπινων πλασμάτων, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς ψυχραιμίας μὲ τὴν ὁποία μή-αἰσθητικὰ κριτήρια ἀποκλείονται ἐσκεμμένα καὶ προκλητικά. Ἂν περιορίσουμε αὐτὴν τὴ μορφολογική, ἀντι-ἀγαπητικὴ ψυχρότητα σ’ ἕνα ἐξειδικευμένο πεδίο τῆς τέχνης, ἐνδέχεται νὰ ἔχει τὶς δικαιολογίες της· πράγματι, ἕνα μεγάλο μέρος τῆς μοντέρνας τέχνης θὰ ἦταν δύσκολο νὰ ἀποτιμηθεῖ χωρὶς αὐτήν. Ἀλλὰ ἐάν, ἐν συνεχείᾳ, τὴν ἐπεκτείνουμε σὲ πολιτικὴ μὲ μιὰ χειρονομία αὐτοκρατορικῆς ἀνωτερότητας, τ’ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι ἄκρως προβληματικά. Διότι ἡ ἀνιδιοτέλεια ποὺ κανονικὰ συνδέεται μὲ τὴν αἰσθητικὴ προσομοιάζει ἐδῶ ἀκριβῶς μὲ ὅ,τι εἶναι ριζικὰ ἀταίριαστο μὲ τὸ πιὸ βασικὸ ἀνθρώπινο ἐνδιαφέρον, μὲ τὴ συντήρηση τῆς ζωῆς. Ἡ πικρόχολη παρατήρηση τοῦ Μπένγιαμιν ὅτι ἡ αὐτοαλλοτρίωση τοῦ ἀνθρώπου «ἔχει φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο ὥστε μπορεῖ νὰ βιώσει τὴν ἴδια τοῦ τὴν καταστροφὴ ὡς αἰσθητικὴ ἡδονὴ πρώτης τάξεως» ἐκφράζει ὁλοζώντανα τὴν ἀηδία ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ αὐτή την πωρωμένη ἀποθέωση τῆς τέχνης εἰς βάρος τῆς ζωῆς.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Μάρτιν Τζέι, Η «αισθητική ιδεολογία» ως ιδεολογία (Τι σημαίνει η αισθητικοποίηση της πολιτικής), μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>The return of the girls next door (2022-23) - Anna Weyant</title><link>https://prografes.vercel.app/2024/04/23</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2024/04/23</guid><pubDate>Tue, 23 Apr 2024 16:15:19 GMT</pubDate><description></description></item>
<item><title>&apos;Αυτή η κυριαρχία της θύμησης, ο αυτο-ορισμός της Ευρώπης ως lie de la</title><link>https://prografes.vercel.app/2024/04/20</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2024/04/20</guid><pubDate>Sat, 20 Apr 2024 11:29:46 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;&amp;apos;Αυτή η κυριαρχία της θύμησης, ο αυτο-ορισμός της Ευρώπης ως lie de la mémoire, έχει και μια σκοτεινή όψη. Οι επιγραφές που είναι αναρτημένες πάνω σε τόσα και τόσα ευρωπαϊκά κτήρια δεν μιλούν μόνο για καλλιτεχνικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά ή πολιτικά επιτεύγματα. Υπενθυμίζουν και αιώνες σφαγών και οδύνης, μίσους και ανθρωποθυσίας. Σε μια γαλλική κωμόπολη, μια αναμνηστική πινακίδα αφιερωμένη στον Λαμαρτίνο, στον ειδυλλιακότερο των ποιητών, αντικρίζει στην ακριβώς απέναντι πλευρά του δρόμου μια επιγραφή που μαρτυρεί τα βασανιστήρια και την εκτέλεση αντιστασιακών μαχητών το 1944. Η Ευρώπη είναι ο τόπος όπου ο κήπος του Γκαίτε σχεδόν συνορεύει με το Μπούχενβαλντ· όπου το σπίτι του Κορνέιγ βρίσκεται δίπλα στην πλατεία που η Ζαν ντ’ Αρκ γνώρισε το αποτρόπαιο τέλος της. Τα μνημεία φόνων, ατομικών και συλλογικών, είναι παντού. Οι νεκροί, με την ανάμνησή τους αποτυπωμένη στο μάρμαρο, συχνά μοιάζουν να ξεπερνούν σε πλήθος τους ζωντανούς. Πιο προβληματικές έχουν υπάρξει οι αποφάσεις που πάρθηκαν, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων πόλεων και της καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Αναμφίβολα, η χιλιοστό προς χιλιοστό αποκατάσταση των παλιών κατοικιών της Βαρσοβίας σύμφωνα με τοπογραφικά σχέδια του 18ου αιώνα είναι ένα θαύμα μαστοροσύνης και εκούσιας αναθύμησης. Το ίδιος και η αποκατάσταση της Δρέσδης ώστε να θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την παλιά της λάμψη ή η απομιμητική αναβίωση πολλών απ’ τα περασμένα κάλλη του Λένιγκραντ. Καθώς όμως κανείς περπατά ανάμεσα σ’ αυτά τα χειροπιαστά φαντάσματα, ξεπηδά σιγά-σιγά η αίσθηση μιας πραγματικότητας αληθινά απόκοσμης, μια θλίψη απροσμέτρητη. Υπάρχει κάτι λάθος σ’ όλη αυτή την ορθότητα. Είναι σαν ακόμα κι η προοπτική του βάθους να μην είναι παρά μια σκέτη πρόσοψη. Είναι πολύ δύσκολο να βάλεις σε λέξεις τη ζεστασιά, την αύρα που χαρίζει ο αυθεντικός χρόνος, ο χρόνος ως βιωμένη διαδικασία, στο παιχνίδι του φωτός πάνω στις πέτρες, πάνω στις πλατείες, πάνω στις στέγες. Στην πλαστότητα του ανακατασκευασμένου, το φως έχει τη γεύση του νέον.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&amp;apos;Η αξιοπρέπεια του homo sapiens εδράζεται [...] στην πραγμάτωση της σοφίας, την επιδίωξη της μη χρησιμοθηρικής γνώσης, στη δημιουργία της ομορφιάς. Το να βγάζεις λεφτά και να γεμίζεις τη ζωή σου με όλο και πιο τετριμμένα υλικά είναι ένα πάθος βαθύτατα χυδαίο — ένα πάθος που σ&amp;apos; αφήνει αδειανό. Ίσως η Ευρώπη, με τρόπους πολύ δύσκολο ακόμα να τους φανταστούμε, να γεννήσει μια αντιβιομηχανική επανάσταση, όπως κάποτε γέννησε την ίδια τη βιομηχανική επανάσταση. Είναι ορισμένα ιδανικά συνδεόμενα με τη σχόλη, την ιδιωτικότητα, τον αναρχικό ατομικισμό, τα οποία σχεδόν πνίγονται μέσα στην επιδεικτική κατανάλωση και την ομοιομορφία του αμερικανικού και ασιατικοαμερικανικού μοντέλου. Τα ιδανικά αυτά βρίσκουν τη φυσική λειτουργία τους μέσα σ&amp;apos; ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο, ακόμα κι αν το πλαίσιο αυτό ενδεχομένως να συνεπάγεται κι ένα βαθμό υλικής αυτοσυγκράτησης. Όσοι γνώρισαν την ανατολική Ευρώπη στα χρόνια των μαύρων δεκαετιών, ή τη Βρετανία στα χρόνια της λιτότητας, ξέρουν τι είδους ανθρώπινη αλληλεγγύη και δημιουργικότητα μπορεί να προκύψει μέσα απ’ τη σχετική ένδεια. Δεν σκοτώνει η πολιτική λογοκρισία: σκοτώνει ο δεσποτισμός της μαζικής αγοράς και η καταξίωση της εμπορευματοποιημένης διασημότητας.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Τζορτζ Στάινερ, Η ιδέα της Ευρώπης, μτφρ. Θάνος Σαμαρτζής, εκδ. ΔΩΜΑ&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>&apos;Κοινὸς τόπος τῆς φιλολογίας τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα ἦταν νὰ</title><link>https://prografes.vercel.app/2024/04/18</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2024/04/18</guid><pubDate>Thu, 18 Apr 2024 12:07:12 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;&amp;apos;Κοινὸς τόπος τῆς φιλολογίας τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα ἦταν νὰ θεωρεῖται ἡ γλώσσα «ἔνδυμα τῆς σκέψης», μὲ τὴν προϋπόθεση, βέβαια, ὅτι αὐτὸ ποὺ βάρυνε περισσότερο  ἥταν ἡ σκέψη. Ἡ ἀκραία αἰσθητική θέση ἀντιστρέφει τὸ ἀξίωμα αύτὸ τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα καὶ δίνει τὴ βαρύτητα στὸ ἔνδυμα. Ἡ σκέψη εἶναι ἁπλῶς ἡ βιτρίνα στὴν ὁποία ἐκτίθεται τὸ φόρεμα.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&amp;apos;Ἡ «μορφὴ» καὶ τὸ «περιεχόμενο» ἐπιδροῦν τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Ἡ ἑνότητα αύτὴ στὰ ἔργα τέχνης ἐνέπνευσε τὸ περίφημο ρητό τοῦ Walter Pater ὅτι ὁλόκληρη ἡ τέχνη ἀποβλέπει στὴ μουσική, στὴν ὁποία, ὑποστήριζε, μορφὴ καὶ περιεχόμενο εἶναι ἀδιαχώριστα.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&amp;apos;«Νὰ ζήσουμε; Αὐτὸ θὰ τὸ κάνουν γιὰ μάς οἱ ὑπηρέτες μας». Μόνον παραμένοντας ἀμέτοχος μπορεῖ ὁ αίσθητὴς νὰ ἐκτιμήσει τὴ ζωὴ ὡς θεατής· εἶναι θεατὴς ἀκόμη καὶ τῶν δικῶν του συγκινήσεων. (Αύτό, βέβαια, παρουσιάζει τὴ δυσκολία τοῦ νὰ βρίσκεται κανεὶς συγχρόνως μέσα κι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του.) Ἡ αἰσθητικὴ προσπέλαση τῆς ζωῆς εἶναι, λοιπὸν, θεωρητική, ὄχι ἐνεργός.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&amp;apos;Στὴν πράξη, πάρα πολλά ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ ποιὸν θεωροῦμε καλύτερο τρόπο νὰ ζήσουμε. Γιὰ τὸν Pater, τὰ πἀντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ μιὰ «ἐπιταχυμένη, πολλαπλασιασμένη συνείδηση», μιὰ ἐμπειρία ἔντονη καὶ συγχρόνως ποικίλη. Κάθε τι ποὺ ἔχει τὴ φύση τῆς ἐπανάληψης —καὶ αὐτὸ περιλαμβάνει μᾶλλον καὶ τὴν καταπιεστικὴ συμπεριφορὰ τοῦ χυδαίου αἰσθησιακοῦ— πρέπει νὰ μειωθεῖ στὸ ἐλάχιστο. «Θὰ μποροῦσε κατὰ κάποιο τρόπο νὰ λεχθεῖ ὅτι ἡ ἀποτυχία μας συνίσταται στὸ ὄτι διαμορφώνουμε συνήθειες· γιατί, τελικά, ἡ συνήθεια ἔχει σχέση μὲ ἕναν τυποποιημένο κόσμο, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ μόνον ἡ προχειρότητα τοῦ βλέμματος κάνει δυὸ πρόσωπα, δυὸ πράγματα, δυὸ καταστάσεις νὰ φαίνονται ὄμοια».&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&amp;apos;[...] ἡ τέχνη πρέπει νὰ ἐκτιμᾶται γιὰ τὴν ἄμεση ἐντύπωση ποὺ προξενεῖ, γιὰ κάτι ποὺ γίνεται δεκτὸ τὴ στιγμὴ τῆς ἐκτίμησης, ὅχι γιὰ ὀποιαδήποτε καθαρὰ ὑποθετικὸ ἐπακόλουθο. [...] «σκοπὸς εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἐμπειρία, ὄχι ὁ καρπὸς τῆς ἐμπειρίας».&lt;br/&gt;   Ὁ θεωρητικός αἰσθητισμός μπορεῖ νὰ συνιστᾶ μιὰ πλούσια καὶ ποικίλη ἐμπειρία, συγχρόνως ὅμως προτείνει καὶ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς ζωῆς — αὐτοῦ ποὺ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι πιεσμένοι ἀπὸ τὶς περιστάσεις, μπλεγμένοι σὲ προσωπικὲς σχέσεις καὶ ἔχοντας ἀναλάβει ὁρισμένες ὑποχρεώσεις, θεωροῦν ζωή. Ἐμφανῶς προϋποθέτει ἐλεύθερο χρόνο καὶ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ ἀνιαρές ἀσχολίες.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&amp;apos;Ἡ Ὀμορφιὰ εἶναι ἀποτέλεσμα καί, ὡς ἀποτέλεσμα, εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὸ πνεύμα ποὺ τὴ δοκιμάζει.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Ρ. Β. Τζόνσον, Αισθητισμός: Η γλώσσα της κριτικής, μτφρ. Ελένη Μοσχονά, εκδ. Ερμής&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Όταν πεθάνω θέλω να με θυμούνται μόνη, εγκαταλειμμένη από όλους. Τις</title><link>https://prografes.vercel.app/2024/04/16</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2024/04/16</guid><pubDate>Tue, 16 Apr 2024 14:38:59 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Όταν πεθάνω θέλω να με θυμούνται μόνη, εγκαταλειμμένη από όλους. Τις στιγμές πριν, όταν δε θα είμαι ούτε νεκρή αλλά ούτε και θα αναπνέω κανονικά, φαντάζομαι το σώμα μου γυμνό, σ’ ένα ξενοδοχείο, στη μέση του δωματίου να κρέμεται διπλωμένο από ιμάντες από το ταβάνι, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα. Οι μηροί μου θα είναι ελαφρώς ανοιχτοί, τα γόνατα λυγισμένα προς τα πίσω, οι πατούσες ενωμένες, δεμένες και αυτές μεταξύ τους, κοντά στο ύψος των καρπών. Το δέρμα μου θέλω να είναι χλωμό, μόνο γύρω από τη σχισμή μου το τρίχωμα θα παραμένει μαύρο. Στο πάτωμα θέλω να είναι ριγμένα άγρια λουλούδια, όχι όπως αυτά που μπορεί να αγοράσει κανείς σε ένα ανθοπωλείο, αλλά πιο πολύ σαν αυτά που θα μπορούσε να βρει στην εξοχή. Λουλούδια με έντονα χρώματα και μυρωδιά δυναττή, ικανή να προκαλέσει λιποθυμία. Στον τοίχο πίσω μου θα βρίσκεται ένα όρθιο ομοίωμα του σώματος του αγαπημένου μου. Με τα χέρια αφημένα στο πλάι των μηρών, θα είναι κι εκείνος γυμνός, το μόριό του σε απερχόμενη στύση, μαλακό, με μια ελαφριά κλίση.&lt;br/&gt;Όταν πεθάνω θέλω κανείς να μη μπορεί να θυμηθεί πώς έζησα, ούτε και εκείνος ο ίδιος. Το ψεύτικο σώμα του να με συντροφεύει. Άδειο πια από φόβο, στραμμένο προς το μέρος μου να παρατηρεί το δικό μου σώμα. Εκείνο το σώμα στο οποίο άλλοτε κατοικούσε, χύνοντας μέσα του υγρά και συναισθήματα όπως η θλίψη και η μοναξιά. Στο δωμάτιο θέλω να υπάρχει μόνο ένα έντονο φως. Θα πέφτει πάνω μου και θα τονίζει τα σημεία από τα οποία οι ιμάντες με συγκρατούν σε ακινησία, ενώ τα μαλλιά μου, ριγμένα μπροστά, θα σκιάζουν το πρόσωπό μου. Δεν θέλω να υπάρουν παράθυρα, ούτε και φυσικό φως.&lt;br/&gt;Όταν πεθάνω θέλω κανείς να μη με θυμάται όμορφη ή άσχημη, να ξεχαστούν ολοκληρωτικά τα χέρια μου. Τα στήθη μου να θυμίζουν μόνο βουνά, τα κοιλώματα των πλευρών και η κοιλιά μου να θυμίζουν απλωμένα πελάγη, από τον κορμό να απουσιάζει κάθε ίχνος θηλυκότητας. Κάτω από μένα θα βρίσκεται ένας μαρμάρινος βωμός. Υπολείμματα κεριών θα σιγοκαίνε. Κανείς δεν θέλω να καταλάβει ότι πρόκειται για τα κεριά που λιώσαμε ο αγαπημένος μου και γω, ο ένας πάνω στο σώμα του άλλου. Το δέρμα μου θέλω να είναι γδαρμένο, χαραγμένο και σημαδεμένο από όλες εκείνες τις ουλές. Οι γωνίες μου αιχμηρές, όμως η σάρκα ακόμα απαλή.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Ευανθία Χαριτοπούλου (Evan Chari), Όμως η σάρκα ακόμα απαλή, εκδ. Ενύπνιο&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>&apos;Λίγα αγόρια ανέφεραν την όξινη γεύση του σάλιου της −τη γεύση των</title><link>https://prografes.vercel.app/2024/02/29</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2024/02/29</guid><pubDate>Thu, 29 Feb 2024 11:06:59 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;&amp;apos;Λίγα αγόρια ανέφεραν την όξινη γεύση του σάλιου της −τη γεύση των υγρών για τη χώνευση που δεν είχαν τίποτα να χωνεύσουν−, όμως κανένα από αυτά τα σημάδια κακής διατροφής ή ασθένειας ή θλίψης (οι μικρές πληγές στις άκρες του στόματός της, το σημείο πίσω από το αριστερό της αυτί όπου της είχαν πέσει τα μαλλιά) δεν επηρέαζε τη συναρπαστική εντύπωση ότι η Λουξ ήταν ένας αισθησιακός άγγελος. Είπαν ότι είχε καθηλωθεί στην καμινάδα σαν από δύο μεγάλες φτερούγες που χτυπούσαν, κι από το ανεπαίσθητο ξανθό χνούδι στο πάνω χείλι της που ήταν σαν φτέρωμα στην αφή. Τα μάτια της γυάλιζαν, έκλαιγαν, προσηλωμένα στην αποστολή της, όπως θα μπορούσαν να είναι μόνο τα μάτια ενός πλάσματος χωρίς αμφιβολίες είτε για τη δόξα της Δημιουργίας είτε για την ασημαντότητά της. Τα λόγια που χρησιμοποιούσαν τα αγόρια, τα ζαρωμένα καχύποπτα φρύδια τους, ο φόβος, η σαστιμάρα, έκαναν σαφές ότι είχαν χρησιμεύσει μόνο ως τα πιο ασήμαντα σκαλοπάτια στην ανάβαση της Λουξ και στο τέλος, παρότι είχαν φτάσει κι εκείνα στην κορυφή, δεν μπορούσαν να μας πουν τι υπήρχε πέρα από αυτήν. Λίγα παιδιά υπογράμμισαν τη συνταραχτική αίσθηση της απροσμέτρητης ευσπλαχνίας της Λουξ.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&amp;apos;Το να προσπαθούμε να εντοπίσουμε ακριβώς την τυραννία των κοριτσιών είναι σαν την εξέταση που μας προτρέπουν οι γιατροί να κάνουμε μόνοι μας (έχουμε φτάσει σ’ αυτή την ηλικία). Σε τακτά διαστήματα, υποχρεωνόμαστε να ερευνούμε, με κλινική αποστασιοποίηση, το πιο απόκρυφο σακουλάκι μας και, πιέζοντάς το, να εντυπωσιαζόμαστε συνειδητοποιώντας την ανατομία του: δύο αυγά χελώνας, μέσα σε μια φωλιά από μικροσκοπικούς κοκκόλοβους, κάτι σαν φαγόπυρο, με σωληνάκια που διακλαδίζονται μέσα κι έξω, με χόνδρους και οζίδια. Μας ζητούσαν να βρούμε μέσα σε τούτο τον ασαφώς χαρτογραφημένο τόπο, ανάμεσα σε θρόμβους και σπείρες που υπήρχαν φυσιολογικά εκεί, πιθανούς νεόφερτους εισβολείς. Ποτέ δεν συνειδητοποιούσαμε, προτού ψάξουμε, πόσα εξογκώματα είχαμε. Έτσι, ξαπλώνουμε ανάασκελα, ψηλαφώντας, διστάζοντας, ψηλαφώντας πάλι, και οι σπόροι του θανάτου χάνονται μέσα στο χάος που μας έπλασε ο Θεός.&lt;br/&gt;Δεν είναι διαφορετικά με τα κορίτσια. Με το που αρχίσαμε να ψηλαφούμε τη θλίψη τους, βρεθήκαμε ν’ αναρωτίομαστε κατά πόσο το συγκεκριμένο τραύμα ήταν θανάσιμο ή όχι, ή κατά πόσο (με την τυφλή μας ιατρική) είναι καν τραύμα. Μπορεί να είναι κι ένα στόμα, που είναι εξίσου υγρό και ζεστό.  Η ουλή μπορεί να είναι πάνω από την καρδιά ή το γόνατο. Δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ψηλαφούμε τα πόδια και τα χέρια, πάνω από τον τρυφερό δίλοβο κορμό, προς το πρόσωπο που φανταζόμαστε. Μας μιλαέι. Όμως εμείς δεν μπορούμε ν’ ακούσουμε.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&amp;apos;Αυτό που σερνόταν πίσω τους δεν ήταν η ζωή, η οποία πάντα ξεπερνάει τον φυσικό θάνατο, αλλά η πιο τετριμμένη λίστα κοινότοπων δεδομένων: ένα ρολόι που χτυπάει στον τοίχο, ένα δωμάτιο μισοσκότεινο το μεσημέρι και η εξωφρενικότητα ενός ανθρώπινου πλάσματος που σκέφτεται μόνο τον εαυτό του. Το μυαλό του θολώνει μπροστά σε όλα τα άλλα, ωστόσο φουντώνει σε συγκεκριμένα σημεία πόνου, προσωπικού τραυματισμού, χαμένων ονείρων. Κάθε άλλο αγαπημένο πρόσωπο υποχωρεί σαν να περνάει από πίσω ένα απέραντο παγόβουνο, συρρικνώνεται σε μαύρες κουκκίδες που γνέφουν κουνώντας μικροσκοπικά χέρια, και δεν μπορεί ν’ ακουστεί. Έπειτα το σκοινί που περνιέται πάνω από το δοκάρι, το υπνωτικό χάπι που πέφτει στην παλάμη με τη μακριά, ψεύτρα γραμμή της ζωής, το παράθυρο που ανοίγει διάπλατα, ο φούρνος που ανάβει, οτιδήποτε. Μας έβαλαν να συμμετάσχουμε στην τρέλα τους, γιατί δεν μπορούσαμε να βαδίσουμε ξανά πάνω στα βήματά τους, να στοχαστούμε ξανά τις σκέψεις τους και να δούμε ότι καμία από αυτές δεν οδηγούσε σ’ εμάς. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε την κενότητα ενός πλάσματος που έβαλε ένα ξυράφι στους καρπούς κι άνοιξε τις φλέβες του, την κενότητα και τη γαλήνη. Κι αναγκαστήκαμε να τρίβουμε το μουσούδι μας στα τελευταία τους ίχνη, στα σημάδια από λάσπη στο πάτωμα, στα μπαούλα που κλότσησαν κάτω από τα πόδια τους, αναγκαστήκαμε ν’ ανασαίνουμε για πάντα τον αέρα των δωματίων όπου αφαίρεσαν τη ζωή τους.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Τζέφρι Ευγενίδης, Αυτόχειρες παρθένοι, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>&apos;Η άνοιξη είχε έρθει στο Σαντιάγο όπως κάθε χρόνο αλλά αυτή τη φορά</title><link>https://prografes.vercel.app/2024/02/16</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2024/02/16</guid><pubDate>Fri, 16 Feb 2024 19:25:45 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;&amp;apos;Η άνοιξη είχε έρθει στο Σαντιάγο όπως κάθε χρόνο αλλά αυτή τη φορά ερχόταν με παλλόμενα χρώματα που έβαφαν τους τοίχους με βίαια γκράφιτι και ελευθεριακά συνθήματα, με συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις και φοιτητικές πορείες που τις διέλυαν αν ψυχρώ οι υδροφόρες της αστυνομίας. Με μια βροχή από πέτρες τα παιδιά του πανεπιστημίου αντιστέκονταν στους λιγδιάρικους πίδακες των μπάτσων. Και έβγαιναν ξανά και ξανά στην επίθεση παίρνοντας το δρόμο με τη μολότοφ τρυφερότητά τους που την άναβε η οργή. Με μια βόμβα έκοβαν το φως και όλος ο κόσμος να αγοράζει κεριά, να αποθηκεύει κεριά και άλλα κεριά για να φωτίζει δρόμους και χαντάκια, για να τροφοδοτεί με κάρβουνα τη μνήμη, για να ποδοπατάει και να σβήνει τις σπίθες της λήθης. Σαν να κατέβαζαν έναν κομήτη μέχρι η ουρά του να αγγίξει τη γη ως φόρος τιμής σε τόσους εξαφανισμένους.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&amp;apos;Γιατί ήταν τόσο καλότροπος μαζί της αφού ήξερε πως θα του έλεγε ναι; Γιατί το παράκανε έτσι μ’ αυτές τις ευγένειες ενός γέρου της παλιάς εποχής; Λες και τα μάτια του την έβλεπαν σαν καμιά ηλικιωμένη, με τόσο σεβασμό και μόνο με σεβασμό και άντε πάλι σεβασμό. Όταν εκείνη το μόνο που ήθελε ήταν αυτός να τον κόψει όλον αυτό τον περίφημο σεβασμό. Να ριχτεί επάνω της και να την πνίξει με την μπόχα του ξαναμμένου αρσενικού. Να της τραβήξει και να της σκίσει τα ρούχα, να την ξεγυμνώσει, να την αφήσει ολόγυμνη σαν κακοποιημένη παρθένα. Γιατί αυτός ήταν ο μοναδικός σεβασμός που είχε γνωρίσει στη ζωή της, το μοναδικό πατρικό κέντρισμα που έσκιζε μέχρι να αιμορραγήσει το κωλαράκι της μικρής αδελφούλας. Και μ’ αυτή την ουλή του σεβασμού είχε μάθει να ζει, σαν να συμβιώνει με το νύχι ενός αρπακτικού, κατευνάζοντάς το, δαμάζοντας την αγριάδα του, μαλακώνοντας το νύχι της επίθεσης, συνηθίζοντας το βίαιο γρατζούνισμά του, μαθαίνοντας να απολαμβάνει το σεξουαλικό γδάρσιμό του ως τη μοναδική μορφή στοργής. Γι’ αυτό και τους καλούς τρόπους του Κάρλος τους ένιωθε σαν βιαιοπραγία επάνω της με τη βελούδινη πραότητά τους.&amp;apos;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Πέδρο Λεμεμπέλ, Φοβάμαι, ταυρομάχε, μτφρ. Kostas Athanasiou, εκδ. Καστανιώτη&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>«Βρισκόμαστε στὸ λιβάδι τῆς Κρυσταλλιασμένης Ζάχαρης», εἶπε ὁ</title><link>https://prografes.vercel.app/2024/01/20</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2024/01/20</guid><pubDate>Sat, 20 Jan 2024 12:23:27 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;«Βρισκόμαστε στὸ λιβάδι τῆς Κρυσταλλιασμένης Ζάχαρης», εἶπε ὁ Καρυοθραύστης, «άλλὰ σὲ λίγο θὰ περάσουμε μέσα ἀπὸ κείνη τὴν πύλη». Κοιτάζοντας λοιπὸν πρὸς τὰ πάνω, ἡ Μαρὶ εἶδε μόλις ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὴν ὡραία πύλη ποὺ ὑψωνόταν στὸ λιβάδι μονάχα λίγα βήματα πιὸ πέρα. Ἔμοιαζε φτιαγμένη ὁλάκερη ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο μὲ καφετιὲς πιτσιλιὲς καὶ στίγματα στὸ χρῶμα τῆς σταφίδας, ἀλλά, ὅταν πλησίασε περισσότερο, εἶδε πὼς ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἕνα μεῖγμα κουφέτων ἀμυγδάλου καὶ σταφίδας, γι᾽ αύτὸ καί, ὅπως τὴ διαβεβαίωσε ὁ Καρυοθραύστης, ἡ πύλη ποὺ περνοῦσαν ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁνομαζόταν «Πύλη τῶν ἀμυγδάλων καὶ τῶν σταφίδων». Οἱ κακὲς γλῶσσες τὴν ἀποκαλοῦσαν μ᾽ ἕνα ὄνομα πολὺ ἀταίριαστο, δηλαδὴ «Ταγὴ τῶν φοιτητῶν». Σὲ μιὰ στοὰ στὸ πλάι τῆς πύλης, φτιαγμένη προφανῶς ἀπὸ ζάχαρη ζαχαροκάλαμου, ἕξι μαϊμουδάκια ντυμένα μὲ κόκκινα γιλεκάκια ἔπαιζαν τὴν ὡραιότερη ἀνατολίτικη μουσικὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀκούσει κανείς, κι ἔτσι ἡ Μαρὶ δὲν πῆρε εἴδηση ὅτι προχωροῦσαν ὁλοένα καὶ πιὸ πέρα, βαδίζοντας πάνω σὲ πολύχρωμα μαρμάρινα πλακάκια ποὺ δὲν ἦταν παρὰ καλοφτιαγμένα μαντολάτα. Σύντομα τὴν κύκλωσαν γλυκύτατες εὐωδιὲς ποὺ ἀναδύονταν ἀπὸ ἕνα θαυμάσιο δασάκι ἑκατέρωθεν τοῦ δρόμου. Μέσα στὰ σκοτεινὰ φυλλώματα ἦταν τέτοια ἡ λάμψη καὶ τόσο φωτεινὸ τὸ ἀκτινοβόλημα, ποὺ μποροῦσε νὰ δεῖ κανεὶς καθαρὰ πὼς ἀπὸ τὰ πολύχρωμα κοτσάνια κρέμονταν χρυσὰ καὶ ἀσημένια φροῦτα, ἐνῶ οἱ κορμοὶ καὶ τὰ κλαδιὰ ἦταν στολισμένα μὲ κορδέλες καὶ ἀνθοδέσμες, σὰν χαρούμενοι νεόνυμφοι καὶ κεφάτοι καλεσμένοι σὲ γάμο. Κι ὅταν ἀναδεύτηκαν τὰ ἀρώματα τῶν πορτοκαλιῶν σὰν ζέφυροι κυματιστοί, τότε ἀντήχυσε ἀνάμεσα στὰ κλαδιὰ καὶ τὰ φύλλα ἕνα ἀνάλαφρο θρόισμα καὶ οἱ χρυσαφένιες πούλιες κροτάλιζαν καὶ κουδούνιζαν καὶ ήχοῦσαν σὰν μουσικὴ θριαμβευτική, κι ἔλεγες πὼς θὰ χορέψουν καὶ θὰ ἀναπηδήσουν στὸν ρυθμό της τὰ ἀστραφτερὰ φωτάκια. «Ἄχ, τί ὡραῖα ποὺ εἶναι έδῶ», ἀναφώνησε ἡ Μαρὶ τρισευτυχισμένη καὶ ἐνθουσιασμένη.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Ε. Τ. Α. Χόφμαν, Ο Καρυοθραύστης και ο βασιλιάς των ποντικών , μτφρ. Σοφία Αυγερινού, εκδ. Περισπωμένη&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Untitled [&quot;Marcy Ave&quot;] (2021) - Paul-Sebastian Japaz</title><link>https://prografes.vercel.app/2023/11/15</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2023/11/15</guid><pubDate>Wed, 15 Nov 2023 17:40:05 GMT</pubDate><description></description></item>
<item><title>Σ’ εκείνη την κατάξερη κοιλάδα όπου η γη ήταν σαν όστρακο σκληρό που</title><link>https://prografes.vercel.app/2022/07/06</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2022/07/06</guid><pubDate>Wed, 06 Jul 2022 10:36:57 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Σ’ εκείνη την κατάξερη κοιλάδα όπου η γη ήταν σαν όστρακο σκληρό που το κάλυπτε ένα πλέγμα με γωνιώδεις ρωγμές, ο Αμάδο Ντελαρόσα τις οδηγούσε για ώρες σ’ ένα απότομο μονοπάτι που πήγαινε μπρος, πίσω, έστριβε αριστερά, μετά από μια στροφή πήγαινε δεξιά, μετά ευθεία και πάλι μπρος, ξανά και ξανά, εκατοντάδες φορές. Η Χάιμπα κουνούσε το κεφάλι της για να διώξει μιαν απρεπή σκέψη: αυτό το στρεβλό μονοπάτι ήταν ένας λαβύρινθος ολόιδιος με το όσχεο του ανθρωπάκου. Η Αλμπίνα, μάλλον επηρεασμένη απ’ τις ακτίνες του ήλιου που σφυροκοπούσαν το κεφάλι της, άρχισε να λέει και να ξαναλέει την ίδια φράση: «Ψάξτε στη ρίζα το μελλοντικό λουλούδι», ώσπου, επιτέλους!, βγήκαν σ’ ένα μεγάλο οροπέδιο: Καμίνια.&lt;br/&gt;Η πόλη, ένας μεγάλος κύκλος ξύλινα σπίτια γύρω από μια πλατεία, όπου ορθώνονταν τέσσερα πανύψηλα κυπαρίσσια με κορμούς κατάστικτους από ρόζους σαν ξύλινα μάτια που τα ’καναν να μοιάζουν με φωλιές φαντασμάτων. Ψυχή ζώσα δεν έβλεπες στο δρόμο, μήτε ζωντανό μήτε άνθρωπο. Κανένα αεράκι, δεν κουνούσε τ’ αγκαθωτά κλαριά, καμία κουρτίνα δεν ανέμιζε, καμία μύγα δεν ζουζούνιζε. Όλα άστραφταν, στεγνά, ακίνητα και σιωπηλά.&lt;br/&gt;«Μη νομίζετε, αγαπητές μου φίλες, πως η πόλη μου είναι νεκροταφείο: μετά τις δώδεκα το μεσημέρι κάνει τόση ζέστη, που όλοι οι κάτοικοι, μαζί και τα κατοικίδιά τους, αποτραβιούνται στο μισόφωτο του σπιτιού τους για μια επτάωρη σιέστα. Όσο για τα άγρια ζώα, αυτά σκάβουν σήραγγες κάτω απ’ την έρημο για να περάσουν τις ώρες της ζέστης μέσα σε στενάχωρες αλλά δροσερές σπηλιές. Πιστέψτε με, ο βασιλιάς ήλιος είναι τόσο δυνατός σ’ αυτά τα μέρη, ώστε τα κουνούπια ψοφάνε εκεί που πετάνε. Προς το βραδάκι, όταν η ζέστη είναι πιο υποφερτή, οι δουλειές ξαναπιάνουν, το κουρείο, το σφαιριστήριο, το μπακάλικο, το μαγαζί με τα βότανα ανοίγουν, ενώ οι κάτοικοι βολτάρουν στον κυκλικό δρόμο –οι άνδρες στη μία κατεύθυνση, οι γυναίκες στην άλλη– και δεν κάνουν τίποτ’ άλλο απ’ το να κοιτάζονται και να χαιρετιούνται. Τίποτα ασυνήθιστο δεν συμβαίνει ποτέ εδώ. Όταν το ορυχείο Τσαναμπάγια έκλεισε και οι μεταλλωρύχοι έφυγαν, η Μαντάμ πήρε τις πόρνες της, τους ακολούθησε και, ω του θαύματος, μας ξέχασε. Έχει πολύ καιρό να πεθάνει κάποιος στην Καμίνια. Όταν οι γέροι ενημερώνονται πως πρέπει ν’ αδειάσουν τη γωνιά και να δώσουν τη θέση τους σε κάποιον νέο, πηγαίνουν να ζήσουν στις εγκατελειμμένες στοές του ορυχείου, μια νεκρόπολη που εκτείνεται χιλιόμετρα στα έγκατα της γης. Ξέρουμε πως είναι ακόμα ζωντανοί, επειδή κάπου κάπου τραγουδάνε εν χορώ παλιά ερωτικά τραγούδια. Απ’ ό,τι φαίνεται, αν και δεν έχει διαπιστωθεί ποτέ –κανείς δεν τολμάει να πλησιάσει το ορυχείο–, τρέφονται με τον κόκκινο πηλό που καλύπτει τα τοιχώματα. Όσο για μας, μαθαίνουμε να επιζούμε εκτρέφοντας μέλισσες της πάμπας. Είναι μια σπάνια ποικιλία, ακίνδυνη μέχρις ενός ορίου αν τις πλησιάσεις στις μύτες των ποδιών· αν, όμως, πατήσεις το χώμα με όλο σου το πέλμα, σε τσιμπάνε ανελέητα και πέφτεις σε κώμα, με όλο σου το σώμα γεμάτο εξανθήματα. Δεν έχουμε λουλούδια, και γι’ αυτό οι εργάτριες μέλισσες ρουφάνε το χυμό των φυκιών και παράγουν ένα πεντανόστιμο αλμυρό μέλι. Όπως βλέπετε, όλες οι στέγες των σπιτιών είναι καλυμμένες με κυψέλες. Ο Πίνκο, ο κωφάλαλος, μεταφέρνει με γαϊδουράκια στην Αρίκα το προϊόν μας, που οι τουρίστριες το λατρεύουν και που τα χρήματα από τις πωλήσεις του μας επιτρέπουν να ζούμε, βαριεστημένοι, ναι, αν και κρυφά χαιρόμαστε με κάποιο τρόπο που ’χουμε στη διάθεσή μας ένα χρόνο άπειρο κατά τα φαινόμενα. Κι όπως καταλαβαίνετε, όταν δεν υπάρχει τέλος, αλλάζει η ψυχοσύνθεσή σου. Τίποτα δεν σε βιάζει πια να κάνεις τα πράγματα· η οκνηρία, από αμάρτημα αναγορεύεται αρετή· το παρόν δεν είναι πια ατίθασο και σου χαρίζει την ξέγνοιαστη ηρεμία του· και την ελπίδα, άχρηστη πια, τη διώχνεις απ’ την ψυχή σου, μαζί με το φόβο. Αφού έχεις εξασφαλίσει την ατέρμονη ζωή, το μόνο που επιζητάς είναι να κοιμάσαι για να βρίσκεις το όπιο που είναι τα ευτυχισμένα όνειρα. Η αυτοϊκανοποίηση είναι προτιμότερη από μια φορτική συνουσία. Η αποπλάνηση, όταν δεν συνοδεύεται από καμία θανάσιμη αγωνία, καταντάει αγγαρεία.  Ένα αυστηρό, μακρύ φόρεμα, μαύρο και φαρδύ, και μια μαντίλα στο κεφάλι εξομοιώνουν όλες τις γυναίκες. Δεν έχει καμία διαφορά αν θα παντρευτείς τη μία ή την άλλη, κι αυτό γίνεται μόνο όταν απαιτείται μια εγκυμοσύνη για να καταλάβει την κενή θέση που άφησε κάποιος γέροντας. Βλέπετε, λοιπόν, γιατί πετούσα τα καπέλα μου στη θάλασσα κι ήθελα να κάνω τάφο μου τα κύματα; Ζωή χωρίς θάνατο δεν είναι ζωή! Αλλά μιλάω χωρίς σταματημό, και το καπελάδικο μας περιμένει...»&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι, Η Αλμπίνα και τα Αντρόσκυλα, μτφρ. Achilleas Kyriakidis, εκδ. Bibliotheque&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>La douche des mineurs (1949) - Thomas Gleb</title><link>https://prografes.vercel.app/2022/01/28</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2022/01/28</guid><pubDate>Fri, 28 Jan 2022 09:05:21 GMT</pubDate><description></description></item>
<item><title>ΠΡΟΣ ΑΛΛΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ Μή φεύγεις σ’ ἐσένα, ρόδο γυμνό, μήπως κι ἄν δὲν</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/12/24</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/12/24</guid><pubDate>Fri, 24 Dec 2021 10:08:00 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;ΠΡΟΣ ΑΛΛΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Μή φεύγεις σ’ ἐσένα, ρόδο γυμνό, μήπως κι ἄν δὲν πᾶς πρός ἐσένα, μ’ ἀφήσεις πάντα μ’ ἐμένα, ἐμένα μ’ έμένα.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Κατάκτησέ με, πάρε με, ξανάφερέ με, ἄσε μου λιγότερο ἐγώ, τίποτα ἐγώ, τίποτε γιά τό ἄμορφο χῶμα.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Ρόδο γυμνό, ἔσχατο καί πρῶτο, ρόδο σχηματισμένο καί ἀκεραιωμένο, ἐνσάρκωσέ με στό εἶναι σου, μέ τό ἔργο ἀκόμη, μέ τόν θάνατο πιά.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Σ’ ἐσέ κληροδοτοῦμαι, ρόδο. Σέ γνωρίζω, γυμνό, ἀνάπαυσή μου· ἄς εἶσαι σύ τό ἄθροισμα, γιά μένα, ρόδο, σχεδόν γυναίκα πιά καί ἔργο πλέον, γυναίκας, θανάτου καί ἔργου.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;*&lt;/p&gt;&lt;p&gt;ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Ὀλόκληρο τό παρελθόν, ἐλεύθερο καί μέγα, γυμνώνεται σ’ αὐτό τό πορφυρό ἡλιόγερμα, σάν τήν μοναδική γυναίκα.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;(Ὥ γυμνοσύνη ἀνώνυμη, ἀποθέωση πλήρης!)&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Τό στεφάνι του, ἄπειρο ρόδο φλόγας ξανθῆς, πιό πλούσιο ἀπ’ τό μέλλον, πιό διαυγές ἀπό τή χαραυγή.&lt;br/&gt;(Τίποτε δέν θά ’ναι πιό ὄμορφο ἀπό σένα, παρελθόν ποτέ!)&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Γνωρίζω πώς πρέπει νά τό ἀνταμώσω πάντοτε ἐκεῖθεν, ἄκρη&lt;br/&gt;τῆς θάλασσας, κορφή ἄλλης γῆς, στη μόνη δόξα.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;*&lt;/p&gt;&lt;p&gt;ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Στό φεγγάρι, τό μέγα γεῦμα (χαραυγή) τῶν&lt;br/&gt;                                  κυρτῶν ὀπάλινων, γκρίζων νεφῶν.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Στό ὑπόγειο ἐμεῖς ζωντανοί ἤ νεκροί;&lt;br/&gt;                                  Ψιθυρισμένοι τῶν σκοτεινῶν κήπων.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Προς Άλλη Γυμνότητα, μτφρ. Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, εκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Fairytale 1 (2013) - Ma Yanhong</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/11/03</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/11/03</guid><pubDate>Wed, 03 Nov 2021 09:48:34 GMT</pubDate><description></description></item>
<item><title>Η συνδυαστική είναι η τέχνη ή η επιστήμη της εξάντλησης του δυνατού</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/10/03</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/10/03</guid><pubDate>Sun, 03 Oct 2021 15:42:16 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Η συνδυαστική είναι η τέχνη ή η επιστήμη της εξάντλησης του δυνατού μέσω απλών διαζεύξεων. Μόνο όμως ο εξαντλημένος μπορεί να εξαντλήσει το δυνατό, γιατί έχει απαρνηθεί κάθε ανάγκη, προτίμηση, σκοπό ή σημασία. Μόνο ο εξαντλημένος είναι αρκετά ανιδιοτελής, αρκετά ευσυνείδητος. Είναι αναγκασμένος να αντικαταστήσει τα σχέδιά του με πίνακες και προγράμματα άνευ σημασίας. Αυτό που για κείνον μετρά είναι με ποια σειρά να κάνει αυτό που οφείλει και σύμφωνα με ποιους συνδυασμούς να κάνει δύο πράγματα ταυτόχρονα, όταν χρειάζεται και πάλι, εις μάτην. Η μεγάλη συνεισφορά του Μπέκετ στη λογική είναι ότι δείχνει πως η εξάντληση (διεξοδικότητα) δεν μπορεί να μη συμβαδίζει με μια ορισμένη οργανική εξάντληση: περίπου όπως έδειχνε ο Νίτσε ότι το επιστημονικό ιδεώδες δεν μπορεί παρά να συμβαδίζει με ένα είδος ζωτικού εκφυλισμού, για παράδειγμα στον Άνθρωπο με τη βδέλλα, τον ευσυνείδητο του πνεύματος που ήθελε να μάθει τα πάντα για τον εγκέφαλο της βδέλλας. Η συνδυαστική εξαντλεί το αντικείμενό της, αλλά επειδή το υποκείμενό της είναι το ίδιο εξαντλημένο. Το εξαντλητικό και ο εξαντλημένος (exhausted). Πρέπει να είναι κανείς εξαντλημένος για να παραδοθεί στη συνδυαστική ή αλλιώς είναι η συνδυαστική που μας εξαντλεί, που μας οδηγεί στην εξάντληση ή αλλιώς και οι δύο μαζί, η συνδυαστική και η εξάντληση; Κι εδώ ακόμη, απλές διαζεύξεις. Και είναι ίσως κάτι σαν την ανάποδη και την καλή ενός και μόνο πράγματος: ένα νόημα ή μια αιχμηρή επιστήμη του δυνατού, ενωμένη με ή, μάλλον, διαζευγμένη από μια φανταστική αποσύνθεση του Εγώ. Πόσο πολύ ισχύει, στην περίπτωση του Μπέκετ, αυτό που λέει ο Μπλανσό για τον Μούζιλ: η πιο υψηλή ακρίβεια και η πιο ακραία διάλυση· η αόριστη ανταλλαγή ανάμεσα σε μαθηματικές φόρμουλες και την επιδίωξη του άμορφη ή του αδιαμόρφωτου. Είναι οι δύο έννοιες της εξάντλησης, χρειάζονται και οι δύο για να καταργήσουν το πραγματικό. Πολλοί συγγραφείς είναι υπερβολικά ευγενείς και περιορίζονται να διακηρύττουν το πλήρες έργο και τον θάνατο του Εγώ. Μένουμε όμως εντός του αφηρημένου, όσο δεν δείχνουμε «πώς είναι», πως κάνουμε μια «απογραφή», συμπεριλαμβανομένων των σφαλμάτων, και πώς το Εγώ αποσυντίθεται, συμπεριλαμβανομένης της δυσοσμίας και της αγωνίας: έτσι, ο Μαλόν πεθαίνει. Μία διπλή αθωότητα, διότι –όπως λέει ο/η εξαντλημένος/η– «[…] η τέχνη των συσχετισμών [ή συνδυαστική τέχνη] δεν είναι δικό μου λάθος. Κατάρα είναι από τον ουρανό. Για τα υπόλοιπα θα δήλωνα αθώος».&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Ζιλ Ντελέζ, Ο εξαντλημένος: Ένα κείμενο για τον Μπέκετ, μτφρ. Ροζαλί Σινοπούλου, εκδ. Πλέθρον&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Contentment (1890) - Lucien Pissarro</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/09/09</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/09/09</guid><pubDate>Thu, 09 Sep 2021 09:34:05 GMT</pubDate><description></description></item>
<item><title>Clip from Claire Simon’s Mimi (2003)</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/07/12</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/07/12</guid><pubDate>Mon, 12 Jul 2021 07:36:00 GMT</pubDate><description></description></item>
<item><title>Woman in Floral Dress (2020) - Shannon Cartier Lucy · Frame grab from Jean-Luc Godard’s Hélas pour moi (1993)</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/07/06-2</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/07/06-2</guid><pubDate>Tue, 06 Jul 2021 05:47:00 GMT</pubDate><description></description></item>
<item><title>Κώστας Ρεούσης, Σμπαράλια 2, εκδ. Τυφλόμυγα</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/07/06</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/07/06</guid><pubDate>Tue, 06 Jul 2021 05:46:00 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Τέταρτη Ώρα&lt;/p&gt;&lt;p&gt;τη μέρα&lt;br/&gt;καθώς οι άνθρωποι&lt;br/&gt;σκληραίνουνε&lt;br/&gt;την όψη&lt;br/&gt;κι η πρακτική&lt;br/&gt;ορίζεται&lt;br/&gt;μέσα στη σύγχυση&lt;br/&gt;της αρπαγής&lt;br/&gt;τραβούσε περίστροφο&lt;br/&gt;σημαδεύοντας&lt;br/&gt;τον κρόταφο&lt;br/&gt;του νου&lt;/p&gt;&lt;p&gt;(γεννώντας το δίκαιο έγκλημα&lt;/p&gt;&lt;p&gt;ετοιμάζει την ελεύθερη&lt;/p&gt;&lt;p&gt;ένωση της εξόδου&lt;/p&gt;&lt;p&gt;ενώ&lt;/p&gt;&lt;p&gt;πληρωμένοι δολοφόνοι&lt;/p&gt;&lt;p&gt;λακίζουν&lt;/p&gt;&lt;p&gt;στην παρουσία&lt;/p&gt;&lt;p&gt;της αγέρωχης&lt;/p&gt;&lt;p&gt;ελεύσεως)&lt;/p&gt;&lt;p&gt;χίμηξε ένας σχεδόν νεκρός στο λυσσασμένο γύνναιο της προδοσίας μακελεύοντας αποσπάσματα τρυφηλών παρηγορητικών ενοχών δίποδα ζωντόβολα είχαν οχλαγωγήσει το σχήμα του ατόμου της φυσιογνωμίας της μορφής τού εμβολισμένου ακρόπρωρου η φιγούρα της τρισυπόστατης ψυχής μετεώριζε τα άπειρα σημεία τα ορθά ακάθιστης πλανεμένα πλανητικής οριζόντια κάθετης διαγώνια τεθλασμένης κυκλικά γραμμής πτήσης ή ταχύτατα καρδιακής ρότας&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Κώστας Ρεούσης, Σμπαράλια 2, εκδ. Τυφλόμυγα&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>from the Untitled: The Abortion Pastels (1998-99) - Paula Rego</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/06/30</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/06/30</guid><pubDate>Wed, 30 Jun 2021 10:47:00 GMT</pubDate><description></description></item>
<item><title>Αλήτις Τσαλαχούρη, Κάθαρμα, εκδ. Οδός Πανός</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/06/28</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/06/28</guid><pubDate>Mon, 28 Jun 2021 05:55:00 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Τρεις συγκρατούμενες&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Αυτόφωρο-Τρεις συγκρατούμενες-Χαιρετισμένες στο μοσόφωτο-Η μια με ψιλικά που χρέη στο Δημόσιο-Τον ίσκιο της σιχαίνεται-Παραπονιέται στο φρουρό να καθαρίσουν το κελί-Στενάζοντας θα κοιμηθεί στα σίδερα-Η άλλη-Βδομάδες μέσα ’κει-Κατέχει του μόνου κρεβατιού γωνία-Με μια φωτογραφία-Δυο γέροι αγκαλιασμένοι σε μια αυλή-Διά αιχμηρών οργάνων κλεφτρόνι από παιδί-Περιμένει να δικαστεί-Κλέβει μια πλούσια κυρία-Τη συλλαμβάνουν περαστικοί-Τρώει ένα ξύλο που δεν έφαγε ούτ’ σε ίδρυμα-Η τρίτη πιασμένη στη Μενάνδρου-Για ψίχουλα χασίς σε φακελάκι-Ως οριακή διαταραχή-Χαπακωμένη με δόκτορα χαρτί-Των μπάτσων παίγνιο-Που λέξη δεν βγάζει όλο το βράδυ-Αυτόφωρο-Τρεις συγκρατούμενες-Χαιρετισμένες στο μισόφωτο-&lt;/p&gt;&lt;p&gt;*&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Παράξενο κορίτσι&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Όταν σχολάει απ’ της βάρδιας τη δουλεία-Αφήνει πίσω της τον κουρνιαχτό του κόσμου-Πηγαίνει πάνω στην ταράτσα με τα αδέρφια-Που χορευτές των τοίχων είναι κι ακροβάτες-Τους λέει μύθους για το φτιάξιμο του θόλου-Κι αυτοί της λέν’: “Είσαι παράξενο κορίτσι”-Κι αυτή μιλάει για τον “Ωρίωνα σε ένα δάσος-Τόσο βαθύσκιωτο απ’ των δέντρων τις συστάδες-Π’ είδε την Πλειόνη με τις Νύμφες τις Πλειάδες-Τις ερωτεύτηκε αλόγιστα-Με πάθος-Και πέντε χρόνια συνεχώς τις κυνηγούσε-Ώσπου γινήκανε από τον Δία περιστέρια-Για να γλιτώσουν μακριά και να χαθούνε-Αλλ’ ο Ωρίωνας ξοπίσω τους βρισκόταν-Κι ο Δίας έκανε αστερισμό τις Νύμφες-Επτά κορίτσια να λαμποκοπούν τις νύχτες-Μα τότε γίνεται κι ο Ωρίωνας αστέρι-Να τις κοιτάζει όπως πέφτουν και χανόνταν”-Ύστερα πάει στο γερόντι του υπογείου-Που ’χασε μόλις την κυρά του κι υποφέρει-Και ταξιδεύει με το νου και γεωγραφίες-Ήθελε ο ναύτης να γινεί αλλ’ δυσκολίες-Φτωχή φαμίλια-Ορφανή-Δυο αδερφάδες-Ένα ταξίδι όλο κι όλο-Ως φαντάρος-Του ’μειναν μόνον οι σχολικές γεωγραφίες-Κι όσα βιβλία άλλοι άνθρωποι πετάνε-Για να γνωρίζει θαλασσόδαρτες πορείες-Που ’πα σε χάρτες τις χαράζει με μολύβια-Λιμάνια άγνωστα που η γλώσσα τ’ ομορφαίνει-Ειρηνικού νησιά-Και ωκεανοί στη δύση-Βάζει κι εκείνη στα ταξίδια ένα χεράκι-Φτάνουνε γρήγορα Σαγκάη και Βομβάη-Κρατούν κινέζικα φανάρια και άγρια φίδια-Σε μια Μητρόπολη που ουρλιάζει και στριγγλίζει-Μετά της δίνει απ’ τα άφιλτρά του να καπνίσει-“Είσαι παράξενο”-Της λέει πάντα-“Κορίτσι”-Και στη σιωπή καπνίζουν και χαμογελάνε-Σ’ έναν ακάλυπτο που η πόλη δεν αγγίζει-Όταν σχολάει απ’ της βάρδιας τη δουλειά-Αφήνει πίσω της τον κουρνιαχτό του κόσμου-Πηγαίνει πάνω στην ταράτσα με τα αδέρφια-Που χορευτές των τοίχων είναι κι ακροβάτες-Τους λέει μύθους για το φτιάξιμο του θόλου-Κι αυτοί της λέν’: “Είσαι παράξενο κορίτσι”-&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Αλήτις Τσαλαχούρη, Κάθαρμα, εκδ. Οδός Πανός&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Man Undressing (1970-71) - Michael Leonard</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/06/01</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/06/01</guid><pubDate>Tue, 01 Jun 2021 13:46:00 GMT</pubDate><description></description></item>
<item><title>‘”Pull, My Bantams!”’ [album: Britten conducts Britten: Opera Vol.1</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/05/31-2</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/05/31-2</guid><pubDate>Mon, 31 May 2021 10:07:00 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;‘”Pull, My Bantams!”’ [album: Britten conducts Britten: Opera Vol.1 (2004)] - Eric Garrett / Norman Lumsden / Bryan Drake / David Bowman / Nigel Rogers / Delme Bryn-Jones / Robert Tear / Robert Bowman / Ambrosian Opera Chorus / Wandsworth School Boys Choir / London Symphony Orchestra / Benjamin Britten&lt;/p&gt;</description></item>
<item><title>Χέρμαν Μέλβιλ, Μπίλλυ Μπαντ, Ναύτης, μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς &amp; Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες</title><link>https://prografes.vercel.app/2021/05/31</link><guid isPermaLink="true">https://prografes.vercel.app/2021/05/31</guid><pubDate>Mon, 31 May 2021 08:17:00 GMT</pubDate><description>&lt;p&gt;Το πάθος, και μάλιστα το βαθύτερο πάθος, δεν είναι κάτι που χρειάζεται τη σκηνή του ανακτόρου για να παίξει το ρόλο του. Εκεί κάτω, ανάμεσα στους άθλιους που στέκονται όρθιοι στην πλατεία, ανάμεσα σε ζητιάνους και ρακοσυλλέκτες, επιτελείται κάποτε το πιο βαθύ πάθος. Και το μέτρο της δύναμής του δεν είναι οι περιστάσεις που το προκαλούν, που μπορεί να είναι ασήμαντες ή ταπεινές. Στην περίπτωσή μας, η σκηνή είναι το σφουγγαρισμένο κατάστρωμα των κανονιών ενός πολεμικού, και μια από τις εξωτερικές αφορμές είναι η σούπα που έχυσε ένας άντρας του πληρώματος.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Λοιπόν, όταν ο οπλονόμος παρατήρησε από πού προερχόταν το λιπαρό ζουμί που κυλούσε μπροστά πόδια του, πρέπει να το εξέλαβε ─σε κάποιο βαθμό ηθελημένα, ίσως─ όχι ως το απλό ατύχημα που ασφαλώς ήταν, αλλά ως την ύπουλη εξωτερίκευση ενός αυθόρμητου συναισθήματος του Μπίλλυ, που λίγο πολύ αποκρινόταν στη δική του αντιπάθεια. Στην ουσία δεν είναι παρά μια ανόητη επίδειξη, πρέπει να σκέφτηκε, και μάλιστα εντελώς ακίνδυνη, σαν την κλωτσιά που μάταια ρίχνει η δαμάλα, η οποία όμως, αν η δαμάλα ήταν πεταλωμένο άτι, δεν θα ήταν και τόσο ακίνδυνη. Σε κάθε περίπτωση, η αλήθεια είναι πως ο Κλάγκαρτ ενστάλαξε έτσι στη χολή του φθόνου του και το βιτριόλι της περιφρόνησης. Αλλά το περιστατικό τού επιβεβαίωσε κάποιες αόριστες πληροφορίες που είχε φροντίσει να φτάσουν ώς τ’ αφτιά του ο «Τσιριχτός», ένας από τους πιο πανούργους υποκελευστές του, ένας κοντοστούπης με γκρίζα μαλλιά, που οι ναύτες του είχαν κολλήσει αυτό το παρατσούκλι λόγω της τσιριχτής φωνής και του σουβλερού προσώπου του, που χωνόταν εδώ κι εκεί στις πιο σκοτεινές γωνίες στα κάτω καταστρώματα κυνηγώντας λουφαδόρους, κι έτσι τους έφερνε στο νου τη σατιρική εικόνα ενός ποντικού που τρυπώνει στο κελάρι.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Καθώς το αφεντικό του τον χρησιμοποιούσε σαν υπάκουο εργαλείο για να στήνει μικρές παγίδες που αναστάτωναν τον γαμπιέρο ─γιατί από τον οπλονόμο είχαν προέλθει όλες αυτές οι ασήμαντες επιπλήξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω─ ο υποκελευστής, έχοντας βγάλει το εύλογο συμπέρασμα ότι ο αφέντης του μάλλον δεν έτρεφε μεγάλη αγάπη για τον ναύτη, θεώρησε καθήκον του, πιστός υποτακτικός καθώς ήταν, να τρέφει την εχθρότητα μεταφέροντας αλλοιωμένα στο αφεντικό του κάποια αθώα αστεία του καλόβολου γαμπιέρου, αλλά και βάζοντας στο στόμα του διάφορους χλευαστικούς χαρακτηρισμούς που ισχυριζόταν ότι τον είχε κρυφακούσει ο ίδιος να ξεστομίζει. Ο οπλονόμος δεν αμφισβήτησε ποτέ την αξιοπιστία των πληροφοριών, ιδίως σε ό,τι αφορούσε τους χαρακτηρισμούς, γιατί γνώριζε καλά πόσο βαθιά μπορούσε να φτάσει η κρυφή αντιπάθεια για έναν οπλονόμο, τουλάχιστον έναν οπλονόμο της εποχής εκείνης, που εκτελούσε με ζήλο τα καθήκοντά του, και ήξερε πως οι ναύτες, όταν κουβέντιαζαν μεταξύ τους, αυτόν είχαν για στόχο της κοροϊδίας και των χωρατών τους∙ και το παρατσούκλι που του είχαν βγάλει (Τζίμμυ Λεγκς) υποδηλώνει με τη μορφή ενός αστείου την ανομολόγητη αντιπάθειά τους και την έλλειψη σεβασμού. Αλλά, καθώς το μίσος καταπίνει ακόρεστα κάθε καύσιμη ύλη, δεν χρειαζόταν κανένας καλοθελητής για να θρέψει το πάθος του Κλάγκαρντ.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Η εκλεπτυσμένη διαστροφή συνοδεύεται συχνά από μια ασυνήθιστη σύνεση, γιατί είναι υποχρεωμένη να αποκρύπτει τα πάντα. Και όταν απλώς υποθέτει ότι δέχεται μια προσβολή, η μυστικοπάθειά της δεν της επιτρέπει να εξακριβώσει την αλήθεια ή να βγει από την πλάνη∙ κι έτσι, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, ενεργεί στηριζόμενη σε μια εικασία σαν να επρόκειτο για βεβαιότητα. Και τα αντίποινα είναι ασφαλώς τρομακτικά δυσανάλογα προς την υποτιθέμενη προσβολή∙ και εξάλλου ποτέ και για ποιον υπήρξε η εκδίκηση, όσον αφορά τις αξιώσεις της, κάτι άλλο παρά ασύδοτος τοκογλύφος; Τι συνέβαινε ωστόσο με τη συνείδηση του Κλάγκαρντ; Γιατί, αν και οι συνειδήσεις διαφέρουν μεταξύ τους όσο και τα μέτωπα των ανθρώπων, κάθε πνευματικό ον έχει συνείδηση, χωρίς να εξαιρούνται ούτε οι δαίμονες της Γραφής, που «πιστεύουν και φρίττουν». Καθώς όμως η συνείδηση του Κλάγκαρντ δεν ήταν παρά συνήγορος της βούλησής του, έβλεπε τέρατα εκεί όπου υπήρχαν μόνο ακίνδυνες σκιές, και προφανώς υπέθεσε ότι το κίνητρο που ώθησε τον Μπίλλυ να χύσει τη σούπα εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σε συνδυασμό με τους χαρακτηρισμούς που υποτίθεται πως υποτίθεται πως είχε πει, θα αρκούσαν από μόνα τους, ακόμη κι αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο, για να στοιχειοθετηθεί μια κατηγορία εναντίον του∙ και επιπλέον δικαιολογούσε την εχθρότητα ως μια μορφή ανταποδοτικής δικαιοσύνης. Ο Φαρισαίος είναι ο Γκάι Φωκς που περιφέρεται στις υπόγειες στοές στα βάθη της ψυχής ανθρώπων σαν τον Κλάγκαρντ. Οι άνθρωποι αυτοί αδυνατούν να συλλάβουν την έννοια μιας αμοιβαίας εχθρότητας. Η κρυφή δίωξη του Μπίλλυ άρχισε πιθανότατα με σκοπό να δοκιμάσει το χαρακτήρα του∙ αλλά δεν τον οδήγησε να αναπτύξει μέσα του κανένα γνώρισμα που ο εχθρός του θα μπορούσε να αξιοποιήσει δημόσια ή έστω να το διαστρέψει σε μια πειστική αυτοδικαίωση∙ έτσι που το συμβάν στο γεύμα, όσο ασήμαντο κι αν ήταν, αποδείχθηκε ευπρόσδεκτο για εκείνη την παράδοξη συνείδηση, που της είχε ανατεθεί ο ρόλος του μυστικοσύμβουλου του Κλάγκαρντ∙ και επιπλέον, όπως ήταν αναμενόμενο, τον ώθησε σε νέους πειραματισμούς.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Herman Melville&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Χέρμαν Μέλβιλ, Μπίλλυ Μπαντ, Ναύτης, μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς &amp;amp; Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες&lt;/p&gt;&lt;p&gt;* * *&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Σε μια αμιγώς πολιτική και ιδεολογικά φορτισμένη ανάγνωση, η Χάννα Άρεντ ξεχωρίζει τον Μέλβιλ ως εκπρόσωπο ενός αμερικάνικου ιδεώδους για την πολιτική, και θεωρεί ότι συνιστά την αμερικάνικη απάντηση στους ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Μέλβιλ, ισχυρίζεται η Άρεντ, αναδεικνύει την έλλογη ελευθερία ενάντια στο πάθος της συμπόνιας που καταλήγει στο αντίθετό του, στην άλογη βία. Στην ερμηνεία της, ο αριστοκράτης και προτεστάντης Βίερ εκφράζει το πνεύμα των Αμερικανικών Ιδρυτών Πατέρων, που εξεγέρθηκαν στο όνομα της ελευθερίας και έμειναν πιστοί σε αυτήν την ιδέα, σε αντίθεση με τους Γάλλους επαναστάτες, που προσβλήθηκαν από το πάθος και, παρότι θέλησαν να εκφράσουν την ελευθερία, τάχθηκαν «από συμπόνια» στο πλευρό της θέλησης του λαού, επιλογή που οδήγησε στην περίοδο της Τρομοκρατίας. Ο Βίερ έχει την πολιτική αρετή να υπερβεί τη συμπόνια του, αποκαθιστώντας το δίκαιο που διασαλεύθηκε από ένα υπερβατικό καλό. Στην αντίθεση του απόλυτου καλού (Μπίλλυ) με το απόλυτο κακό (Κλάγκαρντ), το καλό έδρασε χωρίς διαδικασίες και χωρίς επιχείρημα, και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς αφού λόγω της υπερβατικότητάς του δεν μπορεί να «αποκρυσταλλωθεί σε μόνιμους θεσμούς», το απόλυτο καλό τραυλίζει. Εκεί παρεμβαίνει η πολιτική αρετή του καπετάνου Βίερ, το πολιτικό κέντρο ανάμεσα στα δύο άκρα του Μπίλλυ και του Κλάγκαρντ. Δεν είναι τυχαίο, λέει η Άρεντ, ότι ο Μπίλλυ είναι έκθετος ενώ η καταγωγή του Κλάγκαρντ παραμένει μυστήριο, αφού και οι δύο εκφράζουν το προπολιτικό καλό και κακό, σε μια εκκοσμικευμένη αντιστροφή της ιστορίας του Κάιν και του Άβελ. Ο Βίερ καλείται να υπερασπιστεί τις πολιτικές αξίες απέναντι στα απόλυτα της προπολιτικής κατάστασης, και να αντιταχθεί όχι μόνο στο απόλυτο κακό αλλά και στο απόλυτο καλό. «Τιμωρεί τη βία της απόλυτης αθωότητας», αποκαθιστώντας την ομαλότητα μιας πολιτικής συγκρότησης αποκαθαρμένης από ανορθολογικά πάθη.&lt;/p&gt;&lt;p&gt;Θοδωρής Δρίτσας, ‘Ο Μπίλυ Μπαντ μεταξύ αποδοχής και αντίστασης’, από το Επίμετρο της έκδοσης&lt;/p&gt;</description></item>
</channel></rss>