
Θέλουμε να σταθούμε στα δικά μας πόδια και να κοιτάξουμε δίκαια και ορθολογικά τον κόσμο – τα καλά του, τα κακά του, την ομορφιά και την ασχήμια του· να δούμε τον κόσμο όπως είναι και να μην τον φοβόμαστε. Να κατακτήσουμε τον κόσμο με τη λογική και όχι απλά υποτασσόμενοι δουλοπρεπώς στον τρόμο που προέρχεται απ’ αυτόν. Ολόκληρη η αντίληψη περί Θεού προκύπτει από τις αρχαίες ανατολικές δεσποτείες. Είναι μια νοοτροπία που δεν αξίζει στον ελεύθερο άνθρωπο. Όταν ακούτε ανθρώπους στην εκκλησία να εξευτελίζουν τους εαυτούς τους και να δηλώνουν άθλιοι αμαρτωλοί και τα σχετικά, αυτό είναι αξιοκαταφρόνητο και δεν αξίζει σε ανθρώπους με αυτοσεβασμό. Οφείλουμε να υψώσουμε το ανάστημά μας και να κοιτάξουμε τον κόσμο κατάματα με ειλικρίνεια. Οφείλουμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για τον κόσμο, και εάν δεν είναι τόσο καλό όσο θα θέλαμε, σε τελική ανάλυση και πάλι ο κόσμος θα είναι καλύτερος απ’ ό,τι τον έχουν καταντήσει αυτοί όλους αυτούς τους αιώνες. Ένας καλός κόσμος προϋποθέτει γνώση, ευγένεια και θάρρος· δεν χρειάζεται πάθος μετανοίας για το παρελθόν ή πνευματικά δεσμά που θα προκύπτουν από λόγια αδαών, τα οποία εκστομίστηκαν πριν από πάρα πολύ καιρό. Χρειάζεται ατρόμητη προοπτική και ελεύθερο πνεύμα. Χρειάζεται ελπίδα για το μέλλον, χωρίς να κοιτάζει κάποιος διαρκώς πίσω του, ένα παρελθόν που είναι νεκρό και που πιστεύουμε πως θα το υπερκεράσει το μέλλον που μπορεί να δημιουργήσει η νοημοσύνη μας.
Μπέρτραντ Ράσελ, Γιαιτί δεν είμαι χριστιανός, μτφρ. Labriana Economu, εκδ. ΟΞΥ
* * *
Όσοι αμφισβητούν τον λόγο των χρονικογράφων του Χριστού, το κάνουν κυρίως για να νομιμοποιήσουν μια αντίστροφη: ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται στο εξής στο βάθρο του τραγικού, όχι να αποτελεί το εργαλείο που ταλάνισε και εξόργισε τον Κύριο. Αυτή είναι ουσιαστικά η βάση της επιχειρηματολογίας τους· έτσι, παρουσιάζουν τον χριστιανισμό ως την παρωδία μιας τραγωδίας που μιμήθηκε τη ζωή στη ριζική της αλήθεια. Όμως τόσο τα ιερά κείμενα όσο και οι επικριτές του χριστιανισμού δεν μπορούν να προσφέρουν παρά μονάχα ερμηνείες, που μοιράζονται την ίδια μοίρα με το αντικείμενο του ενδιαφέροντός τους: να αποκαλύπτουν μονάχα μία πλευρά της αλήθειας. Ασφαλώς, οι μαθητές του Χριστού ξόδεψαν τη μέγιστη πνευματική δύναμη στον αγώνα τους να δικαιωθεί ο δάσκαλός τους ως ο μοναδικός κατέχων την αλήθεια. Αλλά η αλήθεια, όπως προαναφέρθηκε, είναι γεγονός ότι χωράει πολλές οπτικές. Κι αυτό που δίνει υπόσταση στην αλήθεια υπό μορφή μύθου ή υπό μορφή της κοινής λογικής είναι η ατομική ταυτότητα.
Συμβαίνει κάτι παράδοξο με τη λογική της ατομικής ταυτότητας, η οποία βρίσκεται ραμμένη στον εαυτό ως φλέβα· είναι το μοναδικό εργαλείο για να ανασκάψουμε το μεγαλείο της ζωής από την ίδια τη ζωή. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι εάν κάποιος διατείνεται πιστός ή όχι. Αρκεί ο εαυτός να σκέφτεται στη βάση της εσωτερικότητας και της ατομικής ανάγκης, αγνοώντας τις σωφρονιστικές δομές του χριστιανικού Κανόνα που καλλιεργούν τον φόβο και αρνούμενος τον δογματισμό που κρύβει η βεβαιότητα του αποτελέσματος στην επιστήμη.
Λαμπριάνα Οικονόμου, 'Κριτική της καθαρής πίστης', από το ‘Επίμετρο’ της έκδοσης
