
Άνοιξε τα μάτια, είδε τον κόσμο και παραδόξως χαμογέλασε.
Να λοιπόν γιατί είχε ανακαλύψει το χαμόγελο στους ανθρώπους. Ήταν απλώς ένα τέχνασμα της βιολογίας απέναντι στην ύπαρξη του κόσμου. «Δεν πειράζει», λέει το χαμόγελο, «συμβαίνει αυτό που συμβαίνει, βρίσκομαι στον κόσμο, ναι, εδώ είναι ο κόσμος, δεν πειράζει όμως». Και το χαμόγελο γίνεται έτσι ένα άνοιγμα απ’ όπου ο κόσμος εισέρχεται σιωπηλά στον οργανισμό σου. Με το χαμόγελο ο άνθρωπος τρώει σιωπά τον κόσμο. Ίσα ίσα, μια μπουκιά κόσμου σε κάθε χαμόγελο. Που τη μασάς σιωπά. Την καταπίνεις σιωπά. Τη χωνεύεις σιωπά. Γεμίζοντας κόσμο. Αρνούμενος μια ύπαρξη χωρίς κόσμο. Γιατί, ναι, και πώς αλλιώς; Και τι άλλο; Και ποια άλλη ζωή;
Αλλά όχι, σκέφτηκε, υπάρχει πάντα μια ενδιάμεση ζωή, υπάρχει και η ζωή που στέκεται ακριβώς στο όριο. Όταν δέχεσαι τη μπουκιά του κόσμου χωρίς να τη μασάς. Όταν βάζεις στο στόμα σου τον κόσμο χωρίς να τον καταπίνεις. Όταν ζεις στον κόσμο χωρίς να τον αφήνεις να μπει στον οργανισμό σου. Όμως —όμως!— και πόσο μπορεί να ζει κανείς σε μια τέτοια μισοζωή; Διότι ο κόσμος έχει χτιστεί με άλλα μέτρα. Θέλει να ζεις ολόκληρος μέσα του ο κόσμος. Δεν ανέχεται τη μισοζωή και βρίσκει πάντα έναν τρόπο να την τιμωρεί. «Προτιμάς να ζεις στη μισοζωή;» λέει ο κόσμος. «Θα δεχτείς τότε την τιμωρία μου». «Και ποια είναι η τιμωρία που θα επιβάλλεις σ’ έναν άνθρωπο της μισοζωής;» «Είναι», λέει ο κόσμος, «η καθόλου ζωή».
Dimitris Tanoudis, Το μούδιασμα, εκδ. Στερέωμα
