προγραφές

'Λίγα αγόρια ανέφεραν την όξινη γεύση του σάλιου της −τη γεύση των υγρών για τη χώνευση που δεν είχαν τίποτα να χωνεύσουν−, όμως κανένα από αυτά τα σημάδια κακής διατροφής ή ασθένειας ή θλίψης (οι μικρές πληγές στις άκρες του στόματός της, το σημείο πίσω από το αριστερό της αυτί όπου της είχαν πέσει τα μαλλιά) δεν επηρέαζε τη συναρπαστική εντύπωση ότι η Λουξ ήταν ένας αισθησιακός άγγελος. Είπαν ότι είχε καθηλωθεί στην καμινάδα σαν από δύο μεγάλες φτερούγες που χτυπούσαν, κι από το ανεπαίσθητο ξανθό χνούδι στο πάνω χείλι της που ήταν σαν φτέρωμα στην αφή. Τα μάτια της γυάλιζαν, έκλαιγαν, προσηλωμένα στην αποστολή της, όπως θα μπορούσαν να είναι μόνο τα μάτια ενός πλάσματος χωρίς αμφιβολίες είτε για τη δόξα της Δημιουργίας είτε για την ασημαντότητά της. Τα λόγια που χρησιμοποιούσαν τα αγόρια, τα ζαρωμένα καχύποπτα φρύδια τους, ο φόβος, η σαστιμάρα, έκαναν σαφές ότι είχαν χρησιμεύσει μόνο ως τα πιο ασήμαντα σκαλοπάτια στην ανάβαση της Λουξ και στο τέλος, παρότι είχαν φτάσει κι εκείνα στην κορυφή, δεν μπορούσαν να μας πουν τι υπήρχε πέρα από αυτήν. Λίγα παιδιά υπογράμμισαν τη συνταραχτική αίσθηση της απροσμέτρητης ευσπλαχνίας της Λουξ.'

'Το να προσπαθούμε να εντοπίσουμε ακριβώς την τυραννία των κοριτσιών είναι σαν την εξέταση που μας προτρέπουν οι γιατροί να κάνουμε μόνοι μας (έχουμε φτάσει σ’ αυτή την ηλικία). Σε τακτά διαστήματα, υποχρεωνόμαστε να ερευνούμε, με κλινική αποστασιοποίηση, το πιο απόκρυφο σακουλάκι μας και, πιέζοντάς το, να εντυπωσιαζόμαστε συνειδητοποιώντας την ανατομία του: δύο αυγά χελώνας, μέσα σε μια φωλιά από μικροσκοπικούς κοκκόλοβους, κάτι σαν φαγόπυρο, με σωληνάκια που διακλαδίζονται μέσα κι έξω, με χόνδρους και οζίδια. Μας ζητούσαν να βρούμε μέσα σε τούτο τον ασαφώς χαρτογραφημένο τόπο, ανάμεσα σε θρόμβους και σπείρες που υπήρχαν φυσιολογικά εκεί, πιθανούς νεόφερτους εισβολείς. Ποτέ δεν συνειδητοποιούσαμε, προτού ψάξουμε, πόσα εξογκώματα είχαμε. Έτσι, ξαπλώνουμε ανάασκελα, ψηλαφώντας, διστάζοντας, ψηλαφώντας πάλι, και οι σπόροι του θανάτου χάνονται μέσα στο χάος που μας έπλασε ο Θεός.
Δεν είναι διαφορετικά με τα κορίτσια. Με το που αρχίσαμε να ψηλαφούμε τη θλίψη τους, βρεθήκαμε ν’ αναρωτίομαστε κατά πόσο το συγκεκριμένο τραύμα ήταν θανάσιμο ή όχι, ή κατά πόσο (με την τυφλή μας ιατρική) είναι καν τραύμα. Μπορεί να είναι κι ένα στόμα, που είναι εξίσου υγρό και ζεστό. Η ουλή μπορεί να είναι πάνω από την καρδιά ή το γόνατο. Δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ψηλαφούμε τα πόδια και τα χέρια, πάνω από τον τρυφερό δίλοβο κορμό, προς το πρόσωπο που φανταζόμαστε. Μας μιλαέι. Όμως εμείς δεν μπορούμε ν’ ακούσουμε.'

'Αυτό που σερνόταν πίσω τους δεν ήταν η ζωή, η οποία πάντα ξεπερνάει τον φυσικό θάνατο, αλλά η πιο τετριμμένη λίστα κοινότοπων δεδομένων: ένα ρολόι που χτυπάει στον τοίχο, ένα δωμάτιο μισοσκότεινο το μεσημέρι και η εξωφρενικότητα ενός ανθρώπινου πλάσματος που σκέφτεται μόνο τον εαυτό του. Το μυαλό του θολώνει μπροστά σε όλα τα άλλα, ωστόσο φουντώνει σε συγκεκριμένα σημεία πόνου, προσωπικού τραυματισμού, χαμένων ονείρων. Κάθε άλλο αγαπημένο πρόσωπο υποχωρεί σαν να περνάει από πίσω ένα απέραντο παγόβουνο, συρρικνώνεται σε μαύρες κουκκίδες που γνέφουν κουνώντας μικροσκοπικά χέρια, και δεν μπορεί ν’ ακουστεί. Έπειτα το σκοινί που περνιέται πάνω από το δοκάρι, το υπνωτικό χάπι που πέφτει στην παλάμη με τη μακριά, ψεύτρα γραμμή της ζωής, το παράθυρο που ανοίγει διάπλατα, ο φούρνος που ανάβει, οτιδήποτε. Μας έβαλαν να συμμετάσχουμε στην τρέλα τους, γιατί δεν μπορούσαμε να βαδίσουμε ξανά πάνω στα βήματά τους, να στοχαστούμε ξανά τις σκέψεις τους και να δούμε ότι καμία από αυτές δεν οδηγούσε σ’ εμάς. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε την κενότητα ενός πλάσματος που έβαλε ένα ξυράφι στους καρπούς κι άνοιξε τις φλέβες του, την κενότητα και τη γαλήνη. Κι αναγκαστήκαμε να τρίβουμε το μουσούδι μας στα τελευταία τους ίχνη, στα σημάδια από λάσπη στο πάτωμα, στα μπαούλα που κλότσησαν κάτω από τα πόδια τους, αναγκαστήκαμε ν’ ανασαίνουμε για πάντα τον αέρα των δωματίων όπου αφαίρεσαν τη ζωή τους.'

Τζέφρι Ευγενίδης, Αυτόχειρες παρθένοι, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη

·

↑