προγραφές

«Βρισκόμαστε στὸ λιβάδι τῆς Κρυσταλλιασμένης Ζάχαρης», εἶπε ὁ Καρυοθραύστης, «άλλὰ σὲ λίγο θὰ περάσουμε μέσα ἀπὸ κείνη τὴν πύλη». Κοιτάζοντας λοιπὸν πρὸς τὰ πάνω, ἡ Μαρὶ εἶδε μόλις ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὴν ὡραία πύλη ποὺ ὑψωνόταν στὸ λιβάδι μονάχα λίγα βήματα πιὸ πέρα. Ἔμοιαζε φτιαγμένη ὁλάκερη ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο μὲ καφετιὲς πιτσιλιὲς καὶ στίγματα στὸ χρῶμα τῆς σταφίδας, ἀλλά, ὅταν πλησίασε περισσότερο, εἶδε πὼς ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἕνα μεῖγμα κουφέτων ἀμυγδάλου καὶ σταφίδας, γι᾽ αύτὸ καί, ὅπως τὴ διαβεβαίωσε ὁ Καρυοθραύστης, ἡ πύλη ποὺ περνοῦσαν ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁνομαζόταν «Πύλη τῶν ἀμυγδάλων καὶ τῶν σταφίδων». Οἱ κακὲς γλῶσσες τὴν ἀποκαλοῦσαν μ᾽ ἕνα ὄνομα πολὺ ἀταίριαστο, δηλαδὴ «Ταγὴ τῶν φοιτητῶν». Σὲ μιὰ στοὰ στὸ πλάι τῆς πύλης, φτιαγμένη προφανῶς ἀπὸ ζάχαρη ζαχαροκάλαμου, ἕξι μαϊμουδάκια ντυμένα μὲ κόκκινα γιλεκάκια ἔπαιζαν τὴν ὡραιότερη ἀνατολίτικη μουσικὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀκούσει κανείς, κι ἔτσι ἡ Μαρὶ δὲν πῆρε εἴδηση ὅτι προχωροῦσαν ὁλοένα καὶ πιὸ πέρα, βαδίζοντας πάνω σὲ πολύχρωμα μαρμάρινα πλακάκια ποὺ δὲν ἦταν παρὰ καλοφτιαγμένα μαντολάτα. Σύντομα τὴν κύκλωσαν γλυκύτατες εὐωδιὲς ποὺ ἀναδύονταν ἀπὸ ἕνα θαυμάσιο δασάκι ἑκατέρωθεν τοῦ δρόμου. Μέσα στὰ σκοτεινὰ φυλλώματα ἦταν τέτοια ἡ λάμψη καὶ τόσο φωτεινὸ τὸ ἀκτινοβόλημα, ποὺ μποροῦσε νὰ δεῖ κανεὶς καθαρὰ πὼς ἀπὸ τὰ πολύχρωμα κοτσάνια κρέμονταν χρυσὰ καὶ ἀσημένια φροῦτα, ἐνῶ οἱ κορμοὶ καὶ τὰ κλαδιὰ ἦταν στολισμένα μὲ κορδέλες καὶ ἀνθοδέσμες, σὰν χαρούμενοι νεόνυμφοι καὶ κεφάτοι καλεσμένοι σὲ γάμο. Κι ὅταν ἀναδεύτηκαν τὰ ἀρώματα τῶν πορτοκαλιῶν σὰν ζέφυροι κυματιστοί, τότε ἀντήχυσε ἀνάμεσα στὰ κλαδιὰ καὶ τὰ φύλλα ἕνα ἀνάλαφρο θρόισμα καὶ οἱ χρυσαφένιες πούλιες κροτάλιζαν καὶ κουδούνιζαν καὶ ήχοῦσαν σὰν μουσικὴ θριαμβευτική, κι ἔλεγες πὼς θὰ χορέψουν καὶ θὰ ἀναπηδήσουν στὸν ρυθμό της τὰ ἀστραφτερὰ φωτάκια. «Ἄχ, τί ὡραῖα ποὺ εἶναι έδῶ», ἀναφώνησε ἡ Μαρὶ τρισευτυχισμένη καὶ ἐνθουσιασμένη.

Ε. Τ. Α. Χόφμαν, Ο Καρυοθραύστης και ο βασιλιάς των ποντικών , μτφρ. Σοφία Αυγερινού, εκδ. Περισπωμένη

·

↑