
ΤΟ ΠΙΑΝΟ ΠΟΥ ΕΔΙΝΕ ΦΙΛΙΑ ΣΤΟ ΝΤΕΛΙΚΑΤΟ ΧΕΡΙ - Πολ Βερλέν
Τὸ πιάνο ποὺ ἔδινε φιλιὰ στὸ ντελικάτο χέρι
Φεγγίζει μὲς στὸ σούρουπο τὸ ρόδινο καὶ γκρίζο,
Καθὼς ἕνα ἁπαλὸ φτερούγισμα
Κάποιο παλιὸ τραγούδι, χλομὸ καὶ γοητευτικό,
Περνάει ἀφηρημένο, σχεδὸν δειλὸ
Ἀπὸ Ἐκείνης τὸ μπουντουάρ τὸ ἀρωματισμενο.
Τί νά ᾽ναι αὐτὸ τὸ ἀπρόσμενο χάδι
Ποὺ τόσο τρυφερὰ τὴ δόλια τὴν ψυχή μου άγγίζει ;
Πές μου, ἀπὸ μένα, τί ζητᾶς, γλυκὸ τραγούδι ;
Τί θέλει τὸ ἀβέβαιο καὶ ὄμορφο ρεφραίν σου
Ποὺ ἔξω ἀπ’ τὸ παράθυρο σὲ λίγο πάει νὰ σβήσει
Ἐκεῖνο τὸ παράθυρο, μισάνοιχτο στὸν κῆπο. . .
*
ΣΤΟ ΠΙΑΝΟ - Ζορζ Ρόντενμπαχ
Στὸ μυαλό μου ἦρθε χθὲς μιὰ εἰκόνα
Καθὼς – τὰ καστανὰ μαλλιά της καὶ τὰ κόκκινα μάγουλα
Ἔλαμπαν ὑπὸ τὸ φῶς τῶν κεριῶν – στὸ πιάνο ἔπαιζε
Ἕνα λὴντ μετὰ ἀπὸ ἕνα μενουέτο.
Αὐτὸ τὸ πιάνο, σκέφτηκα, εἶναι ἀκίνητο, βουβό,
Ὅμως οἱ ἀργὲς ἐλεγεῖες, τὰ εὔθυμα ἀκόρντα
Ἠχοῦν στὸ ἄγγιγμα τῶν μεγαλωμένων της χεριῶν,
Σὰν νὰ ξυπνᾶ μιὰ χορωδία πουλιῶν.
Αὐτὸ τὸ πιάνο μὲ τὴ δυνατὴ φωνὴ μοιάζει μὲ τὴν ψυχή μας :
Ἄσπρο καὶ μαῦρο, σὰν κι αὐτὴ, ἔχει ὅλο τὸ φάσμα
Ἀπὸ ἀρετὲς τραγουδιστὲς καὶ ὑπόκωφα ἐλαττώματα.
Ἄν θέλουμε νᾶ δονηθεῖ καὶ νὰ στενάξει,
Νὰ δώσει ὅλη τὴν ἀγάπη ποὺ κρύβει μέσα του,
Ἀρκεῖ τὸ ἁπαλὸ ἄγγιγμα μιᾶς γυναίκας !
από το Η Σαγήνη του Πιάνου, επμλ. Σεσίλ Μπαλαβουάν, μτφρ. Γιάννης Σιδέρης, εκδ. Άγρα
Prose · Texts · Nonfiction · Poetry
