ΤΡΕΙΣ ΩΔΕΣ ΣΤΗΝ ΚΛΑΙΡΗ
Ι
Βαθιά στ’ ὄνειρο σου κρέμεται τὸ νέφος τῆς βροχῆς
Οἱ καρποὶ τῆς ὑπόσχεσης ὡρίμασαν
Στο ἀράχνινο τῆς παρουσίας σου ὑφάδι
Τ’ ἄστρα τῆς νεκρανάστασης σαπίζουν
Σὰν τὸ ἱερὸ κεφάλι τῆς Ἀφροδίτης, τὸ πανόμοιο δικό σου
Στὴ χλόη θὰ χορταριάσει, πάει καιρὸς
Ποὺ τὸ φθινοπωριάτικο ἄγγιγμα τὸ σκέπασε μὲ πάχνη
Λήθη φτωχὴ κατοικία τυφλῶν
Κρατάω τὸ κεφάλι σου μὲ τὸ κυρτό του μέτωπο
Ὅπου ὁ ἐγκέφαλός σου μὲς σὲ συνομιλίες ἀπὸ φώσφορο
Μοιάζει σὰν ἕνα ρόδο σαρκοφάγο
Μὲ τυλίγεις, ὤ τυλίγεις καὶ μένα ἐκεῖ μέσα
ΙΙ
Βάλε πάνω στ’ αὐτί μου τὸ ἀσημένιο κοχύλι τοῦ δικοῦ σου αὐτιοῦ
Καὶ μὴν πεῖς τίποτα: ἀκούω τὸ κάθε τι ποὺ δὲν ὁμολογεῖς
Κι ὅ,τι ποτὲ δὲν προαισθάνθηκες
Σκεπασμένη πυρκαγιὰ τοῦ πάθους
Μέσα σου βουΐζει ὁ μανιασμένος ὠκεανὸς
Κραυγάζει μέσα σου ὁ Θεὸς μὲ τὸ σκοτεινὸ στόμα
Ποὺ εἶναι γεμάτο ἀπειλὴ καὶ κατηγόριες
Ὅταν στὸ πανηγύρι σου ἕνα κόκκινο βιολὶ ὀλολύζει
Φαντάζομαι πὼς ἐγὼ σέρνω τὸ δοξάρι
Ὅμως μονάχο του κραδαίνει τὸ κορμί σου
Ὁ βιολιστὴς ἐγὼ δὲν ἤμουν, ὄχι δὲν ἤμουν
ΙΙΙ
Στο μάτι σου πιὰ τὰ παλάτια μας
Συντρίφτηκαν ἀπὸ τ’ ἁλάτι, θρυμματισμένο τὸ χρυσὸ φέγγος
Ἀπὸ γέρικα ψάρια φαγώθηκε:
Στέκομαι ἀγνώριστος ἐμπρὸς στὶς ὄχθες του!
Καὶ δὲς τὸν ἑαυτό σου πάνω στὸ σμαραγδένιο στοιχειωμένο πλοῖο
Ποὺ τὸ ἀποπλάνησε ὁ πεισματάρης Δίας
Καὶ τὸ ’στειλε σὲ μένα δίχως νὰ μοῦ μηνύσει
Κι ὅμως τὸ στόμα σου γεμάτο πόθο ἠχεῖ
Ἀπ’ τοὺς ἐνδόμυχους καθρέφτες σου τελείως ἀλλαγμένος
Ὅπως ὁ διάφανος ὀρεινὸς κρύσταλλος στὴ χιλιοστὴ ἀλλαγή του
Ἀπογυμνώθηκε τὸ ἀληθινὸ του εἴδος:
Ἡ ὀπάλινη ψυχή σου μὲ ἀχτιδοβολεῖ!
Ιβάν Γκολ, Ονειροχλόη (Traumkraut), μτφρ. Δ. Π. Παπαδίτσας, εκδ. Στιγμή
* * *
'Ἡ ἐγγύτητα τοῦ θανάτου δίνει ταυτόχρονα στὴν ποιητικὴ δημιουργία τῶν τελευταίων χρόνων τῆς ζωῆς του μιὰ ἀκόμη βαθύτερη διάσταση καὶ ἀπήχηση. Ὅπως οἱ Καββαλιστές, ὁ Goll κατασκευάζει ἕναν πύργο «μὲ λέξεις καὶ ρήμαατα», ὄχι γιὰ νὰ φτάσει τὸ Θεό, ἀλλὰ γιὰ νὰ φτιάξει ἕνα φρούριο, ἕνα ὀχυρό. Ὁ ποιητὴς στὸ Traumkraut καταφεύγει σὲ μιὰ πανάρχαιη στρατηγικὴ: ἀντλεῖ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὁ Edgar Morin ὀνομάζει «προϊστορικὸ περιεχόμενο τοῦ θανάτου», προκειμένου νὰ τὸν ξορκίσει μὲ λέξεις καὶ νὰ τὸν μεταβάλει σὲ ζωή, δεδομένου ὅτι ἡ γραφὴ ἀποτελεῖ μιὰ ἐπὶ πλέον ἐγγύηση γιὰ τὴ μετὰ θάνατον ἐπιβίωση τοῦ ποιητῆ. Ἔτσι ἑρμηνεύεται καὶ ἡ ἐξέχουσα θέση ποὺ κατέχουν στὸ λυρισμὸ αὐτῶν τῶν τελευταίων χρόνων τὴς ἀμείλικτης ἀντίστροφης μέτρησης οἱ μεταφορὲς μὲ φυτὰ, λουλούδια καὶ δέντρα ποὺ ξεπροβάλλουν ἀπὸ ἕνα σκελετό. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι στὸ «Alasam», ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἁπλὰ ποιήματα ποὺ ἔχει γράψει, αὐτὴ ἡ εἰκόνα φτάνει στὴν πιὸ ἀλγεινή της πυκνότητα:
Άλαζὰμ
τὸ δάκρυ ποὺ δὲν κύλησε
μὲς στὴν κοιλότητα τοῦ κρανίου μου.
Ἕνα χορτάρι ὀνείρου ποὺ φύτρωσε
ἔξω ἀπ’ αὐτὸ ἀργότερα
κίτρινο τῆς νύχτας γκρίζο τοῦ κρίματος
γιὰ πολλὲς γενιὲς ἀνθρώπων
μοναδικὸ λουλούδι
περιφρονημένο ἀπὸ τὶς μέλισσες.
Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο χωρὶς ἀμφιβολία θὰ πρέπει νὰ ἐντοπίσουμε τὸ «μυστικὸ τῶν λέξεων» τοῦ Yvan Goll. Αὐτὸς ποὺ παρακολουθοῦσε μὲ μεγάλη προσοχὴ ὅλες τὶς καινοτομίες τοῦ καιροῦ του καὶ ἦταν τόσο πρόθυμος νὰ τὶς ἀξιοποιήσει, νά ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ, σὰν νὰ τὶς ἔχει λησμονήσει, στὰ πρόθυρα τῆς αἰωνιότητας. Νὰ ποὺ τώρα, στὸ κατώφλι τῆς τελευταίας ἐξορίας, τὸ «μυστικὸ τῶν λέξεων» θὰ ἑνωθεῖ γιὰ τὸν Goll μὲ τὸ μυστικὸ τοῦ θανάτου: Ἡ Ὀνειροχλόη θὰ εἶναι ἡ τελευταία του μετάληψη.'
Αιμέ Μπλαϊκάστεν, 'Ονειροχλόη ή Το Μυστικό των Λέξεων', μτφρ. Γιάννα Δεληβοριά