προγραφές

Εξώφυλλο: Τζον Μπέργκερ, Η Εικόνα και το Βλέμμα, Ειρήνη Σταματοπούλου

'Σύμφωνα με τις συνήθειες και τις συμβάσεις που επιτέλους αμφισβητούνται, αλλά με κανέναν τρόπο δεν έχουν ξεπεραστεί ακόμη, η κοινωνική παρουσία της γυναίκας είναι διαφορετικού είδους από εκείνη του άντρα. Η παρουσία του άντρα βασίζεται στην υπόσχεση ισχύος την οποία ενσαρκώνει. Εάν αυτή η υπόσχεση είναι μεγάλη και αξιόπιστη, η παρουσία του είναι έντονη. Εάν είναι μικρή ή αναξιόπιστη, η παρουσία του θεωρείται ασήμαντη. Η υποσχόμενη ισχύς μπορεί να είναι ηθική, σωματική, ιδιοσυγκρασιακή, οικονομική, κοινωνική, σεξουαλική – το αντικείμενο της όμως βρίσκεται πάντα εξωτερικά σε σχέση με τον άντρα. Η παρουσία ενός άντρα υποδηλώνει τι είναι ικανός να κάνει σε εσένα ή για εσένα. Η παρουσία του μπορεί να είναι επίπλαστη, υπό την έννοια πως υποκρίνεται ότι είναι ικανός για πράγματα που δεν είναι. Η προσποίηση όμως αφορά πάντα μια δύναμη την οποία ασκεί πάνω σε άλλους.
Αντίθετα, η παρουσία μιας γυναίκας εκφράζει τη δική της στάση απέναντι στον εαυτό της και προσδιορίζει το τι μπορούν και το τι δεν μπορούν να της κάνουν. Η παρουσία της εκδηλώνεται στις κινήσεις της, στη φωνή της, στις απόψεις της, στις εκφράσεις της, στα ρούχα της, στο περιβάλλον που επιλέγει, στο γούστο – στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να κάνει το οποίο να μην συνεισφέρει στην παρουσία της. Η παρουσία για μια γυναίκα είναι τόσο σύμφυτη με το είναι της, που οι άντρες τείνουν να την αντιλαμβάνονται σαν κάτι σχεδόν σωματικό που αναδίδεται, σαν ένα είδος θερμότητας, μυρωδιάς ή αύρας.
Το να έχει γεννηθεί κανείς γυναίκα σήμαινε να είχε γεννηθεί, μέσα σε έναν καταμερισμένο και περιορισμένο χώρο, κάτω από τη φύλαξη των αντρών. Η κοινωνική παρουσία των γυναικών αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα της επινοητικότητάς τους, ζώντας κάτω από μια τέτοια κηδεμονία μέσα σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο. Αυτό όμως είχε κόστος, καθώς ο εαυτός της χωρίστηκε στα δύο. Μια γυναίκα πρέπει διαρκώς να παρακολουθεί τον εαυτό της. Συνοδεύεται σχεδόν πάντα από την ίδια την εικόνα του εαυτού της. Ενώ διασχίζει ένα δωμάτιο ή ενώ κλαίει για τον θάνατο του πατέρα της, σπάνια μπορεί να αποφύγει να συλλάβει νοερά τον εαυτό της να περπατά ή να κλαίει. Από την πρώιμη παιδική ηλικία έχει μάθει και έχει πιεστεί να εποπτεύει τον εαυτό της διαρκώς.
Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν έχει καταλήξει να θεωρεί τον επόπτη και τον εποπτευόμενο μέσα της ως δύο συστατικά, αλλά και πάντα ξεχωριστά, στοιχεία της ταυτότητας της ως γυναίκας.
Πρέπει να εποπτεύει οτιδήποτε είναι και οτιδήποτε κάνει, εξαιτίας του ότι το πως εμφανίζεται στους άλλους, και τελικά το πως εμφανίζεται στους άντρες, είναι κρίσιμης σημασίας για το τι θεωρείται συνήθως επιτυχία στη ζωή της. Η δική της αίσθηση για τον εαυτό της υποσκελίζεται από μια αίσθηση του να εκτιμάται ο εαυτό της από κάποιον άλλον.
Οι άντρες επισκοπούν τις γυναίκες πριν έρθουν αντιμέτωποι με αυτές. Συνεπώς, το πώς παρουσιάζεται μια γυναίκα σε έναν άντρα μπορεί να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα της φερθεί. Προκειμένου να αποκτήσουν κάποιον έλεγχο πάνω σε αυτή τη διαδικασία, οι γυναίκες πρέπει να την περιορίσουν και να την εσωτερικεύσουν. Το κομμάτι εκείνο του εαυτού της γυναίκας που αποτελεί τον επόπτη χειρίζεται το κομμάτι που αποτελεί τον εποπτευόμενο με τρόπο που να δείχνει στους άλλους πώς θα ήθελε να αντιμετωπίζεται ο εαυτός της ως όλον. Και αυτή η υποδειγματική αντιμετώπιση του εαυτού της από τον εαυτό της συνιστά την παρουσία της. Η παρουσία κάθε γυναίκας ρυθμίζει το τι είναι και τι δεν είναι «επιτρεπτο» μέσα στο πλαίσιο της παρουσίας της. Κάθε της πράξη –όποιος κι αν είναι ο άμεσος στόχος ή το κίνητρό της– ερμηνεύεται επίσης ως ένδειξη του τρόπου με τον οποίο θα ήθελε να της συμπεριφερθούν. Εάν μια γυναίκα πετάξει ένα ποτήρι στο πάτωμα, αυτό αποτελεί παράδειγμα του πώς αντιμετωπίζει το δικό της συναίσθημα του θυμού, κι έτσι του πώς θα επιθυμούσε να αντιμετωπίζεται αυτό από τους άλλους. Εάν ένας άντρας κάνει το ίδιο, η πράξη του ερμηνεύεται απλώς ως μια έκφραση του θυμού του. Εάν μια γυναίκα κάνει ένα καλό αστείο, αυτό αποτελεί παράδειγμα του πώς αντιμετωπίζει τον ευφυολόγο μέσα της και, αναλόγως, του πώς αυτή ως γυναίκα-ευφυολόγος θα ήθελε να αντιμετωπίζεται από τους άλλους. Μόνο ένας άντρας θα μπορούσε να κάνει ένα καλό αστείο απλώς για να το κάνει.
Θα μπορούσε κανείς να απλοποιήσει όλα αυτά λέγοντας: οι άντρες πράττουν και οι γυναίκες εμφανίζονται. Οι άντρες κοιτούν τις γυναίκες. Οι γυναίκες παρακολουθούν τον εαυτό τους να γίνεται αντικείμενο κοιτάγματος. Αυτό καθορίζει όχι μόνο τις περισσότερες σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών αλλά και τη σχέση των γυναικών με τον εαυτό τους. Ο επόπτης της γυναίκας μέσα της είναι αρσενικός, ο εποπτευόμενος θηλυκός. Γι’ αυτό μετατρέπει τον εαυτό της σε αντικείμενο – και ειδικότερα σε αντικείμενο θέασης: σε θέαμα.'

 

Τζον Μπέργκερ, Η Εικόνα και το Βλέμμα, Ειρήνη Σταματοπούλου, εκδ. Μεταίχμιο

·

↑