
'Η βροχή σταματούσε, όμως η δροσιά της, η μυρωδιά του πηγαδιού, το νερό στην πέτρα, διαπερνούσε το δωμάτιο. Το είδα να τρέχει κρυφά στους τοίχους εκατοντάδων πηγαδιῶν· τά ξεσηκωμένα χέλια στό βάθος.
«Ὅλα αὐτά τά λόγια πώς θά φύγεις.»
Τό χαμόγελό της μεγάλωσε ἀλλά δέν εἴπε τίποτα. Προσπάθησα νά τήν πιάσω καί σηκώθηκε, ἀφέθηκε νά καθίσει πάνω μου. Μετά σιωπή, ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό τά πάντα ἐκτός ἀπό τό διάλογο τῶν κορμιῶν. Προσποιούνταν πώς μέ κατέκτησε, μέ κορόιδευε καί μέ παρηγοοροῦσε μέ τό στόμα της· μετά σιωπή, ἀκόμα καί στις κινήσεις, σάν νά ἐπρόκειτο νά λιώσει πάνω μου· ἀλλά αὐτό ἦταν ἀνάπαυλα γιά κείνην. Ἔσπασα τή μαγεία, καί σηκώθηκε, ἔπεσε πίσω στό ἄγριο κάλυμμα, μέ τό κεφάλι στό μαξιλάρι. Γονάτισα καί φίλησα τό κορμί της ὥς τούς άστραγάλους, τήν κοίταξα μιά στιγμή ἀπό τά πόδια τοῦ κρεβατιοῦ. Ἦταν ξαπλωμένη λίγο λοξά στό ἕνα πλάι μέ ἕνα χέρι σηκωμένο καί τό κεφάλι πλάγια. Ἀλλά καθώς προχωροῦσα, ξάπλωσε τελείως στην πλάτη της. Λίγες στιγμές ἀργότερα ἤμουν βαθιά μέσα της. Δέν ἔμοιαζε μέ καμία ἄλλη τέτοια στιγμή τῆς πρώτης εἰσόδου πού εἶχα ποτέ· κάτι πολύ πέρα ἀπό τό σεξουαλθκό, ὑπῆρχε ἕνα τέτοιο κατάφορτο παρελθόν καταπίεσης, ἕνα τέτοιο μέλλον συνυφασμένο· μιά τέτοια κατάκτηση. Ἤξερα πώς εἶχα κερδίσει πολύ περισσότερο ἀπό τό σῶμα της.
Στηριζόμουν στα χέρια μου ἀπό πάνω από πάνω της. Κοίταζε ψηλά μέσα στο σκοτάδι.
Εἶπα: «Σέ λατρεύω.»
«Τό θέλω.»
«Γιά πάντα;»
«Γιά πάντα.»
Ἄρχισα νά σπρώχνω ἀργά – ἀλλά τότε ἔγινε κάτι παράξενο. Χωρίς προειδοποίηση, ἡ λάμπα πλάι στό κρεβάτι ἄναψε ξανά. Πρέπει νά διόρθωσαν τή γεννήτρια, στό χωριό. Σταμάτησα τίς κινήσεις μου, γιά ἕνα-δυό λεπτά ἤμαστε πολύ κωμικοί, σάν δυό ξαφνιασμένοι ξένοι, μέ τά μάτια κολλημένα ἀπό ἀμηχανία· τόσο πολύ πού χρειάστηκε νά χαμογελάσουμε. Κοίταξα τό λεπτό κορμί της στό σημεῖο πού ἤμαστε ἑνωμένοι, μετά παλί τό πρόσωπό της. Ἔνιωσα κάτι ἐνοχλημένο καί ντροπαλό στό βλέμμα της, ἀλλά μετά ἔκλεισε τά μάτια καί τό κεφάλι της ἔγειρε στό πλάι. Ἄν ἤθελα ἔτσι...
Ἄρχισα νἀ ὁδηγῶ. Μέ τά χέρια της πίσω άπό τό κεφάλι, σάν νά ἧταν παραδομένη, διπλά γυμνή, ἐντελῶς στό ἔλεός μου· αὐτή ἡ μικρή, εὔθραστη, ζητοῦσε τή βιαιότητα πού εἶπε πώς ἔνιωσε στό παρεκκλήσι στη Μούτσα. Τά χέρια της σφίχτηκαν σάν νά τήν πονοῦσα πραγματικά. Τελείωσα, ἦταν πολύ νωρίς, ἀλλά ἀναπόφευκτο. Σκέφθηκα πώς ἦταν πολύ γρήγορα γιά κείνη, ἀλλά καθώς ἔσβηνα, ἕτοιμος νά τά παρατήσω, ξαφνικά σήκωσε τά χέρια πάνω μου. Μετά μέ ἔσπρωξε βίαια κάτω γιά νά τήν φιλήσω.
Ἤμαστε ἀκόμα ἑνωμένοι γιά λίγο, στη βαθιά σιωπή τοῦ σπιτιοῦ· μετά χωρίσαμε καί ἔμεινα πλάι της. Τεντώθηκε πρός τό κουμπί τῆς λάμπας καί ἤμαστε ξανά στο σκοτάδι. Ξάπλωσε στό στομάχι της, μέ τό πρόσωπο άπό τήν ἄλλη μεριά. Τῆς κτύπησα τήν πλάτη, χάιδεψα τόν μικρό πισινό, καί συνέχισα νά χαϊδεύω τίς καμπύλες της. Ἤδη, παρ᾽ ὅλη τήν παραδοσιακή φύση τῆς στιγμῆς, ἔνιωθα νά μέ πλημμυρίζει μιά εὐφορία. Δέν περίμενα νά τό μοιραστοῦμε τόσο, τόσο γεμάτο ὑποσχέσεις, σάν τό δέρμα κάτω ἀπό τό χέρι μου· ὅτι μποροῦσε νά εἶναι τόσο ζεστή, ἱκανή νά δοθεῖ. Εἶπα στόν ἑαυτό μου πώς ἔπρεπε νά τό εἶχα καταλάβει, ὑπῆρχε αὐτή ἡ αἰσθηση στην Τζοὐν μιᾶς κοπέλας πού τό χαιρόταν, καί ἡ ἴδια ἀνάγκη πρέπει νά βρισκόταν καί στη λιγότερο ἐξωστεφῆ ἀδελφή της, πού ἦταν πλάι μου. Ἐπιτέλους τά σώματά μας ἐκφράστηκαν· καί ἤξερα πώς θά ἦταν ἀκόμα καλύτερα... Πιό εὐαίσθητες, μακρύτερες, ἀτέλειωτες παραλλαγές. Αὐτός ὁ πισινός σάν μῆλο, τά ἀνακατεμένα μαλλιά στό στόμα μου. Ἕνα ἀπόμακρος ἦχος βροντῆς. Ἤδη, ἔξω, ὑπῆρχε περισσότερο φῶς, πρέπει τό φεγγάρι νά εἶχε μισοβγεῖ πίσω ἀπό τά σύννεφα. Ὅλες οἱ καταιγίδες εἶχαν περάσει, καί ἤμαστε ξαπλωμένοι στή σιωπή τῆς Ἐδέμ πού ξαναβρήκαμε.'
Τζων Φόουλς, Ο Μάγος, μτφρ. Φαίδων Ταμβακάκης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
