
'Η θάλασσα τέλειωνε εκεί, μπρος στα μάτια του. Κοίταξε την τελική επίθεση κάθε κύματος που έσβηνε στην άμμο, την τελική εφόρμηση αυτής της ασύλληπτης δύναμης που είχε περάσει από αναρίθμητες χώρες, συγκλονισμένος από τη σημασία του γεγονότος. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, μια τόσο μεγάλη, πανωκεάνια δύναμη, που ένωνε κυριολεκτικά τον κόσμο, σταματούσε απότομα και εκμηδενιζόταν.
Παρ’ όλα αυτά, σκέφτηκε, αυτή η οριστική ματαίωση είχε κάτι ήρεμο, κάτι καταπραϋντικό. Ένα δαντελωτό κρόσσι, το τελευταίο αντίο του κύματος, ξέφυγε από την εκμηδένιση, μια στιγμή πριν γίνει ένα με την υγρή, γυαλιστερή άμμο, και ξαναγύρισε στη θάλασσα μαζί με το υπόλοιπο κύμα.
Ξεκινώντας από το ανοιχτό πέλαγος, εκεί που λιγόστευαν τ’ άσπρα προβατάκια της θάλασσας, τα κύματα έφταναν στην ακτή περνώντας από πέντε φάσεις, καθεμιά από τις οποίες ήταν ορατή κάθε στιγμή — το φούσκωμα, η κορυφή, το σημείο όπου έσκαγε, εκεί που έσβηνε η δύναμή του και, τέλος, εκεί που υποχωρούσε — μια σταθερά επαναλαμβανόμενη διαδικασία.
Τη στιγμή που έσκαγε, το κύμα έβγαζε ένα θυμωμένο βρυχηθμό κι έδειχνε τη λεία, σκουροπράσινη κοιλιά του. Μα γρήγορα ο βρυχηθμός γινόταν κραυγή και η κραυγή ψίθυρος. Τότε το μέτωπο των τεράστιων, λευκών αρσενικών αλόγων έδινε τη θέση του σε μια σειρά από μικρότερα, και τα μανιασμένα άλογα λίγο λίγο εξαφανίζονταν εντελώς, χωρίς να αφήνουν άλλο ίχνος πέρα από τα χνάρια των οπλών τους στην άμμο.
Δυο απομεινάρια κυλούσαν δεξιά κι αριστερά και συγκρούονταν βίαια, πριν απλωθούν σαν βεντάλια και σβήσουν στο λαμπερό καθρέφτη της αμμουδιάς. Εκείνη τη στιγμή η αντανάκλαση στον καθρέφτη ζωντάνευε κι έπιανε το επόμενο αφρισμένο κύμα καθώς ετοιμαζόταν να σκάσει στην ακτή, μια καθαρή κάθετη εικόνα που στραφτάλιζε σαν χιλιάδες παγάκια.
Πέρα από τη φυρονεριά, εκεί όπου τα κύματα συνέχιζαν να έρχονται το ένα πίσω από το άλλο, κανένα δεν είχε άσπρο στεφάνι στην κορφή. Ορμούσαν με όλη τους τη δύναμη το ένα μετά το άλλο, σημαδεύοντας αποφασιστικά το στόχο τους. Αλλά κοιτώντας στ’ ανοιχτά ο Χόντα δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί ότι η δύναμη των κυμάτων που έδερναν την ακτή δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια τελευταία εφόρμηση διαλυμένου κι αποδεκατισμένου ιππικού.
Όσο πιο πολύ τα κοίταζε κανείς, τόσο πιο σκούρα φάνταζαν, ώσπου έπαιρναν μια βαθιά γαλαζοπράσινη απόχρωση. Λες και τα ακίνδυνα συστατικά του νερού στ’ ανοιχτά συμπυκνώνονταν από την αυξανόμενη πίεση καθώς το νερό βάθαινε, και το πράσινό του γινόταν όλο και πιο έντονο, φτάνοντας σε μια αιθέρια γαλαζοπράσινη ουσία, αγνή κι αδιαπέραστη σαν ακριβό νεφρίτη, που έφτανε ως τον ορίζοντα. Μπορεί η θάλασσα να έδειχνε βαθιά κι απέραντη, μα ο αληθινός ωκεανός ήταν αυτή η ουσία, κάτι αποκρυσταλλωμένο σε γαλάζιο, πέρα από τη ρηχή, επιπόλαια αλληλεπικάλυψη των κυμάτων — να τι ήταν η θάλασσα.'
Γιούκιο Μισίμα, Η Θάλασσα της Γονιμότητας, Τόμος Α΄: Ανοιξιάτικο Χιόνι, μτφρ. Αλέκος Μανωλίδης, εκδ. Καστανιώτη
