προγραφές

Εξώφυλλο: Έντιθ Σεντεργκραν, Ποιήματα

ο ι μ έ ρ ε ς τ ο υ χ ι ν ό π ω ρ ο υ

Οι μέρες του χινόπωρου διάφανες
ζωγραφισμένες στο χρυσο φόντο του δάσου...
Οι μέρες του χινόπωρου χαμογελουν σε όλους τους ανθρώπους.
Είναι τόσο ωραία ν’ αποκοιμιέσαι χωρις επιθυμίες
αποκαμωμένος από τα λούλουδα κι από την πρασινάδα
με το κόκκινο στεφάνι της κληματαριάς στο προσκέφαλο...
Η μέρα του χινόπωρου δεν έχει πια καμια λαχτάρα
τα δάχτυλά-της άσπλαχνα κρύα,
στα όνειρά-της βλέπει άσπρες νιφάδες
παντου χωρίς αναπαμο να πέφτουν...

*

α σ τ ρ ο φ ε γ γ ι α

Μάταιη οδύνη
μάταιη προσμονη
ο κόσμος αδειανος όπως το γέλιο-σου.
Τ’ αστέρια πέφτουν —
ψυχρη, εξαίσια νύχτα.
Ο έρωτας χαμογελα στον ύπνο-του,
ο έρωτας νειρέβεται την αιωνιότητα...
Μάταιος φόβος, άσκοπο μαρτύριο,
λιγότερο απ’ το τίποτε είναι ο κόσμος,
από το χέρι του έρωτα έπεσε στη θάλασσα
το δαχτυλόδι της αιωνιότητας.

*

τ ρ ε ι ς α δ ε λ φ ε ς

Η μια αδελφη αγαπούσε τα γλυκα χαμόκερασα,
η δέφτερη αφελφη αγαπούσε τα κόκκινα τριαντάφυλλα,
η τρίτη αφελφη αγαπούσα τα νεκροστέφανα.

Η πρώτη αδελφή παντρέφτηκε :
λένε πως είναι εφτυχισμένη .

Η δέφτερη αδελφη αγάπησε ολόψυχα,
λένε πως δυστύχησε.

Η τρίτη αδελφη άγιασε,
λένε πως θα κερδίσει το στέφανο της αιώνιας ζωης.

*

v i e r g e m o d e r n e

Δεν είμαι γυναίκα. Είμαι ουδέτερο.
Είμαι παιδι, νιος αβλικος, μια παράτολμη απόφαση,
είμαι δέσμη γελαστη από έναν άλικο ήλιο...
Είμαι δίχτυ για όλα τα ακόρεστα ψάρια,
είμαι μια κούπα κρασί στην υγεία όλων των γυναικών,
είμαι ένα βήμα κατά τη μοίρα και τον αφανισμο,
ένα πήδημα στο λυτρωμο και στον εαφτο-μου...
Του αιμάτου είμαι κελάρυσμα στο αφτί του ανθρώπου,
είμαι της ψυχης αναρίγημα, πόθος και άρνηση της σάρκας,
είμαι μια επιγραφη στην είσοδο του νέου παράδεισου.
Είμαι ανήσυχη και πέρφανη φλόγα,
ρέμα βαθυ, μα τολμηρο ώς τα γόνατα,
είμαι φωτια και νερο σ’ ανυπόκριτο λέφτερο σμίξιμο...

*

τ α α χ ν ά ρ ι α τ ω ν θ ε ω ν

Με την καρδια πάνω απ’ τον πόνο οι θεοι πορέβουνται μέσα από τη ζωη...
Διαβαίνουν κρατώντας-την ανάλαφρα ίδιες κολόνες αέρινους θόλους.
Ολομόναχοι οι θεοι μέσα από τη ζωη περνουν, στέκουμ κι αγνώριστοι τα αιώνια μάτια-τους κοιτουν τη ζοφερη σφαίρα-μας.
Κι όπου τα μάτια-τους πέφτουν στο λόγγο και στη λίμνη εκει νερα και δέντρα αγιάζουν.
Το πέρασμά-τους γίνεται παρηγορια να οδέβει για όποιον αγωνίζεται καθως η οδύνη το στήθος-του φουσκώνει.
Απ’ όπου πέρασαν είναι χαρα να περπατει
όποιος το δρόμο ακολουθεί της νίκης-του.
Τα αχνάρια των θεων δε σβήνουν απ’ τον κόσμο·
καθώς περνουν σηκώνουν πιο ψηλα τη γη
χαρίζοντας στον άνθρωπο συγγνώμη.

Έντιθ Σεντεργκραν, Ποιήματα, μτφρ. Αντώνης Μουστακίδης, εκδ. Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη

·

↑