
'Τελείως μὲν οὖν ‹οἶμαι› ἀποκρίνασθαί σοι πρὸς τὴν ἐρώτησιν ἣν ἐποιήσω περὶ τῆς ἀλυπίας· ἀτὰρ οὖν ἡγοῦμαι διορισμόν τινα προσθεῖναι. Τάχα γὰρ οἴει με, καθάπερ ἔνιοι τῶν φιλοσόφων ὑπέσχοντο, οὕτως καὶ αὐτὸν ἀποφαίνεσθαι μηδέποτ[ε δ]ὴ μηδὲ νῦν λυπηθήσεσθαι {τῶν φιλοσόφων} καὶ μάλιστα ἐπειδὴ φὴς ἑωρακέναι με μηδέποτε λυπούμενον. Ἐγὼ δὲ, εἰ μέν τίς ἐστιν τοιοῦτος σοφὸς ὡς ἀπαθὴς εἶναι τὸ πᾶν, οὐκ ἔχω λέγειν· τοῦ δ’ αὐτὸς <μὴ> εἶναι τοιοῦτος ἀκριβὴ γνῶσιν ἔχω. Χρημάτων μὲν γὰρ ἀπωλείας καταφρονῶ μέχρι τοῦ μὴ πάντων ἀποστερηθεὶς εἰς νῆσον ἐρήμην πεμφθῆναι, πόνου δὲ σωματικοῦ μέχρι τοῦ μὴ καταφρονεῖν ἐπάγγελεσθαι τοῦ Φαλάριδος ταύρου. Λυπήσει δέ με καὶ πατρὶς ἀνάστατος γενομένη καὶ φίλος ὑπὸ τυράννου κολαζόμενος ὅσα τ’ ἄλλα τοιαῦτα, καὶ θεοῖς εὔχομαι μηδέν μοι τούτων συμβῆναί ποτε· καὶ διότι μέχρι τοῦ δεῦρό μοι μηδὲν τοιοῦτον συνέβη, διὰ τοῦτο ἄλυπόν με τεθέασαι.
Θαυμάζω δὲ Μουσώνιον ἑκάστοτε λέγειν εἰθισμένον, ὥς φασιν, ὦ Ζεῦ, πέμπε περίστασιν. Ἐγὼ δὲ τουναντίον εὔχομαι διὰ παντός· ὦ Ζεῦ, μηδεμίαν μοι πέμψῃς περίστασιν ἀνιᾶσαί με δυναμένην. Οὕτω δὲ καὶ περὶ τῆς τοῦ σώματος ὑγείας εὔχομαι διὰ παντὸς ὑγιαίνειν αὐτὸ, βουλόμενος οὐ καταγείσης τῆς κεφαλῆς ἐπιδείξασθαι καρτερίαν· ἀσκεῖν <δ’> ἀξιώσας τὰς φαντασίας εἰς ἅπαν δεινόν, ὡς μετρίως ἐνεγκεῖν αὐτό, περιπεσεῖν {δὲ} οὐκ ἂν εὐξαίμην οὐδενὶ τῶν λυπῆσαί με δυναμένων. Αἰσθάνομαι γὰρ ἀκριβῶς ἐγὼ παρακολουθῶν τῇ ποιότητι τῆς ἐμῆς ἕξεως ἣν ἔχω κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν· οὔκουν οὔτε τι τῶν ἔξωθεν αἰτίων τηλικοῦτόν τι γενέσθαι βουλοίμην <ἂν> ὡς διαφθεῖραί μου τὴν ὑγείαν, οὔτε περίστασιν ἰσχυροτέραν τῆς κατὰ τὴν ἐμὴν ψυχὴν ἕξεως. Οὐ μὴν ἀμελῶ γε τῆς εὐεξίας αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ παντὸς, ὅση <ἄν> δύναμις ἐμοὶ ᾖ, ῥώμην ἀμφοτέροις ἐντεθῆναι πειρῶμαι τοσαύτην, ὡς ἀντέχειν δύνασθαι τοῖς λυποῦσιν αὐτά. Καὶ γὰρ εἰ μήτε τὸ σῶμα τὴν Ἡρακλέους ῥώμην ἕξειν ἐλπίζω μήτε τὴν ψυχὴν, ἣν ἔνιοί φασι ὑπάρχειν οἱ σοφοί, βέλτιον εἶναι νομίζω μηδεμίαν ἄσκησιν ἑκόντα παραλιπεῖν –ἐπαινῶ γὰρ πάνυ τὸ Θησέως– καὶ μόνην γε ταύτην εὑρίσκω πρὸς τὰς ἀνιαρὰς περιστάσεις <ὁδόν>. Οὐ μὴν ὑπεράνω πασῶν εἰμι καὶ διὰ τοῦτο τοῖς συνήθεσιν ἑκάστοτε λέγειν πειρῶμαι ὡς οὐδὲν οὐδέποτε ἐπαγγειλάμενος ἱκανὸς εἶναι ποιεῖν ὃ καὶ μὴ διὰ τῶν ἔργων ἐπεδειξάμην, ὅτι χρημάτων μὲν ἀπώλειας ἁπάσης καταφρονῶ, μέχρις ἂν ὑπολείπηται τοσαύτη κτῆσις αὐτῶν, ὡς μήτε πεινῆν μήτε ῥιγοῦν –τὸ γὰρ διψῆν ὑπάρχει καὶ αὐτὸ τούτοις–, {ἕπεσθαι} ἀλγημάτων δὲ μέχρις ἂν ἐπιτρέπῃ μοι καὶ τοῦτο δύνασθαι διαλεχθῆναι φίλῳ, καί τινος ἀναγινώσκοντός μοι βιβλίον ἕπεσθαι τοῖς λεγομένοις. Οἱ γὰρ ἰσχυροὶ πόνοι τούτων ἡμᾶς στερίσκουσι, ἀγαπῴην δ’ <ἄν> ἐν αὐτοῖς εἰ καρτερίαν ἐπιδείξασθαι δυνηθείην.'
*
'Σου έδωσα, φαντάζομαι, μια πλήρη απάντηση στην ερώτηση που έκανες σχετικά με την «αλυπία»· νομίζω όμως ότι θα προσθέσω και μια διευκρίνηση: ίσως φαντάζεσαι ότι και ο ίδιος –όπως ακριβώς διαβεβαίωναν ορισμένοι φιλόσοφοι– δηλώνω κατηγορηματικά ότι σε καμία περίπτωση, ούτε και στη συγκεκριμένη, δεν πρόκειται να λυπηθώ, ιδίως επειδή υποστηρίζεις ότι ποτέ δεν με έχεις δει να λυπάμαι. Εγώ όμως δεν είμαι σε θέση να βεβαιώσω ότι υπάρχει κάποιος τόσο σοφός ώστε να είναι απόλυτα απαθής· ξέρω ωστόσο σίγουρα πως ο ίδιος δεν είμαι τέτοιος: αδιαφορώ για την απώλεια αγαθών, ως το σημείο που δεν θα με στείλουν σε κάποιο ερημονήσι, αφού μου στερήσουν τα πάντα· αδιαφορώ και για τον σωματικό πόνο, χωρίς να υπόσχομαι ότι αδιαφορώ και για το βασανιστήριο του ταύρου του Φαλάριδος. Θα μου προκαλέσει επίσης λύπη και η καταστροφή της πατρίδας μου και η τιμωρία που υφίσταται ένας φίλος μου από κάποιον τύραννο και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, και παρακαλώ τους θεούς ποτέ να μη μου συμβεί κάτι από αυτά. Και επειδή ως τώρα τίποτε τέτοιο δεν μου συνέβη, γι’ αυτό με έχεις δει να μη λυπάμαι καθόλου.
Και απορώ με τον Μουσώνιο που συνήθιζε κάθε φορά να λέει, όπως υποστηρίζουν, «Δία μου, στείλε μου μια δύσκολη κατάσταση»· εγώ αντίθετα παρακαλώ συνέχεια «Δία μου, μη μου στείλεις μια δύσκολη κατάσταση που θα μπορούσε να με στεναχωρήσει». Έτσι και για την υγεία του σώματός μου προσεύχομαι να είναι πάντοτε γερό, χωρίς να θέλω να σπάσει το κεφάλι μου για να δείξω καρτερικότητα· και παρ’ όλο που θεώρησα σωστό να ασκώ τη φαντασία μου για κάθε δεινό που θα μπορούσε να συμβεί, ώστε να μπορώ να το αντέξω με τον σωστό τρόπο, δεν θα ευχόμουν να μου συμβεί τίποτε από αυτά που θα μπορούσαν πράγματι να με λυπήσουν. Γιατί έχω την αίσθηση ότι καταλαβαίνω ακριβώς την ποιότητα που διαθέτει το σώμα και η ψυχή μου· δεν θα ήθελα λοιπόν ούτε να προκύψει μια τόσο σοβαρή εξωτερική αιτία που θα μπορούσε να μου καταστρέψει την υγεία, ούτε μια δύσκολη κατάσταση που να ξεπερνάει τις δυνατότητες της ψυχής μου. Σε καμία περίπτωση, φυσικά, δεν παραμελώ την καλή τους κατάσταση, αλλά προσπαθώ διαρκώς, με όσες δυνατότητες διαθέτω, να τα εφοδιάσω με τόση δύναμη, ώστε να μπορούν να αντέξουν όσα τους προκαλούν λύπη. Γιατί, έστω και αν δεν περιμένω να αποκτήσω ούτε τη σωματική τη δύναμη του Ηρακλή, ούτε την ψυχική, η οποία, καθώς λένε οι σοφοί, υπάρχει μέσα μου, πιστεύω ότι είναι καλύτερα να μην παραλείψω με τη θέλησή μου καμία άσκηση –γιατί αυτό που είπε ο Θησέας έχει την απόλυτη επιδοκιμασία μου– και αυτή είναι η μόνη λύση που βρίσκω για τις καταστάσεις που προξενούν λύπη. Γιατί βέβαια δεν είμαι υπεράνω όλων αυτών των καταστάσεων, και γι’ αυτό προσπαθώ κάθε φορά να λέω στους φίλους μου ότι τίποτε ποτέ δεν υποσχέθηκα ότι είμαι ικανός να κάνω, χωρίς να το δείξω στην πράξη· ότι δηλαδή αδιαφορώ για οποιαδήποτε απώλεια χρημάτων, μέχρι το σημείο που μου απομένει τόση περιουσία ώστε ούτε να πεινάω ούτε να κρυώνω – και σε αυτά βέβαια προστίθεται και η δίψα· και για τους σωματικούς πόνους αδιαφορώ, μέχρι το σημείο που μου επιτρέπουν να συζητήσω με έναν φίλο ή, όταν μου διαβάζει κάποιος ένα βιβλίο, να καταλαβαίνω τι λέει. Γιατί αυτά μας στερούν οι δυνατοί πόνοι, και θα ήμουν ευχαριστημένος αν μέσα σε αυτούς θα μπορούσα να δείξω καρτερικότητα.'
Γαληνός, Για την Αποφυγή της Λύπης (Η Πραγματεία Περί Αλυπίας), μτφρ. Παρασκευή Κοτζιά, εκδ. Θύραθεν
