προγραφές

φωτογραφίαεπανέρχεται

'Εἶδε ὅτι βρισκόταν στὴν ἀρχαία Πομπηία, καὶ μάλιστα ἀκριβῶς στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 79, τὴν ἡμέρα τῆς τρομερῆς ἔκρηξης τοῦ ἡφαιστείου. Ὁ οὐρανὸς εἶχε τυλίξει τὴ μελλοθάνατη πόλη μ᾽ ἕνα μαῦρο πέπλο καπνοῦ· σκόρπια μόνο διακρίνονταν οἱ φλόγες, ποὺ ξεπηδοῦσαν ἀπὸ τὸν κρατήρα, κατακόκκινες σὰν αἶμα· ὅλοι, μόνοι τους ἤ σὲ ὁμάδες, πάσχιζαν νὰ σωθοῦν μὲ τὴ φυγή, πανικόβλητοι ἀπὸ τὴν πρωτόγνωρη ἀπειλή, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν ἄγνωστη φρίκη. Ἡ βροχὴ τῆς στάχτης καὶ τὰ lapilli, τὰ πετραδάκια τῆς λάβας, ἔπεφταν καὶ στὸ κεφάλι τοῦ Νόρμπερτ, ἀλλὰ ὅπως συμβαίνει μὲ θαυμαστὸ τρόπο στὰ ὄνειρα, δὲν τὸν πλήγωναν. Τὸ ἴδιο μύριζε τὶς θανάσιμες ἀναθυμιάσεις τοῦ θείου στὸν ἀέρα, χωρὶς νὰ ἐμποδίζεται στὴν ἀναπνοή του. Κι ὅπως στεκόταν στὴν ἄκρη τοῦ Forum —τῆς Ἀγορᾶς—, δίπλα στὸ ναὸ τοῦ Δία, εἶδε ξάφνου πολὺ κοντά του τὴν Γκραντίβα. Μέχτι τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἡ σκέψη τῆς παρουσίας της σ᾽αὐτὸ τὸ μέρος δὲν εἶχε περάσει ἀπὸ τὸ μυαλό του, τώρα ὅμως τοῦ φαινόταν κάτι ἀπόλυτα φυσικό, ἡ κοπέλα ἦταν ἀπὸ τὴν Πομπηία καὶ ζοῦσε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα της· βρισκόταν τόσο κοντά του ὅλον αὐτὸ τὸν καιρό, παρ᾽ ὅλο ποὺ ἐκεῖνος δὲν τὸ εἶχε σκεφτεῖ ποτέ του. Τὴν ἀναγνώρισε μὲ τὴν πρώτη ματιά, τὸ πέτρινο ὁμοίωμά της ἦταν πετυχημένο ὥς τὴν τελευταία λεπτομέρεια· καὶ τὸ βάδισμά της, ποὺ αὐθόρμητα χαρακτήρισε lente festinans, εἶχε ἀποδοθεῖ στὴν ἐντέλεια. Ἔτσι, μὲ ἤσυχη βιασύνη προχωροῦσε στὸ πλακόστρωτο τῆς ἀγορᾶς πρὸς τὸ ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα, γαλήνια καὶ ἀδιάφορη γιὰ τ῀ον κόσμο γύρω της. Ἀπορροφημένη στὶς σκέψεις της, ἔμοιαζε ἐντελῶς ἀδιάφορη μπροστὰ στὴν καταστροφὴ ποὺ εἶχε χτυπήσει τὴν πόλη· κοιτάζοντάς την ξέχασε κι ὁ ἴδιος τὸν κίνδυνο, γιὰ μερικὰ λεπτὰ τουλάχιστον, καὶ προσπάθησε νὰ ἀποτυπώσει μέσα του τὴν εἰκόνα της ξέροντας καλὰ ὅτι ἡ ζωντανὴ Γκραντίβα δὲν θ᾽ ἀργοῦσε νὰ χαθεῖ ἀπὸ τὰ μάτια του. Ξάφνου ἡ σκέψη ὅτι, ἄν καθυστεροῦσε ἔστω καὶ μία στιγμή, θὰ ἔπεφτε κι ἐκείνη θύμα τῆς γενικῆς καταστροφῆς, τὸν χτύπησε ἀπότομα καὶ τὸν τρόμαξε τόσο, ὥστε ἄθελά του σχεδὸν ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ μιὰ προειδοποιητικὴ κραυγὴ ξέφυγε ἀπ᾽ τὰ χείλη του. Ἐκείνη τὴν ἄκουσε, γύρισε τὸ κεφάλι της πρὸς τὸ μέρος του δείχνοντάς του γιὰ μιὰ στιγμὴ ὁλόκληρο τὸ πρόσωπό της· τὸ ὕφος της ἔδειχνε ὅτι δὲν εἶχε καταλάβει τίποτα· καὶ χωρὶς νὰ τοὺ δώσει ἄλλη σημασία, συνέχισε τὸ δρόμο της. Τὸ πρόσωπό της ὅμως ἔχασε τὸ χρῶμα του, ξεθώριασε, σὰν νὰ μεταμορφώθηκε ξαφνικὰ σὲ κατάλευκο μάρμαρο· ἐξακολουθούσε νὰ βαδίζει μέχρι τὴ στοὰ τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ κάθισε ἀνάμεσα σὲ δύο κολόνες κι ἀκούμπησε τὸ κεφάλι της στὰ σκαλοπάτια. Τὰ lapilli ἔπεφταν πιὰ πυκνά, ποὺ μιὰ ἀδιαπέραστη κουρτίνα τοῦ ἔκρυψε ἐντελῶς τὴ μορφή της. Τὴν πῆρε τρέχοντας ἀπὸ πίσω, κατευθύνθηκε πρὸς τὸ σημεῖο ὅπου τὴν εἶχε χάσει ἀπὸ τὰ μάτια του, καὶ τὴν ξαναβρῆκε προστατευμένη κάτω ἀπὸ τὸ προστῶο τῆς εἰσόδου, ξαπλωμένη στὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ, σὰν κοιμισμένη. Ἀλλὰ δὲν ἀνάσαινε πιά. Οἱ δηλητηριώδεις ἀναθυμιάσεις τοῦ θείου τὴν εἶχαν πνίξει. Ἡ πορφυρὴ λάμψη ἀπὸ τὴν κπρυφὴ τοῦ Βεζούβιου χόρευε στὸ πρόσωπό της, ποὺ ἄψυχο, μὲ τὰ βλέφαρα κλειστά, ἔμοιαζε μὲ πανέμορφο ἄγαλμα. Οὔτε ἴχνος φόβου ἤ ὀδυνηρῆς ἀγωνίας δὲν παραμόρφωνε τὰ χαρακτηριστικά της· τὸ ὕφος της δὲν πρόδινε παρὰ μιὰ γαλήνια ὑποταγὴ στὸ ἀναπόφευκτο. Γρήγορα ὅμως ἡ εἰκόνα θόλωσε μπροστὰ στὰ μάτια του : ἡ βροχὴ ἀπὸ στάχτη παρασυρμένη ἀπὸ τὸν ἄνεμο, ἔπεσε πάνω της σὰν γκρίζο δαντελένιο πέπλο, ἔσβησε τὴν τελευταία λάμψη τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸ πρόσωπό της καὶ τὴν ἔκρυψε τέλος ὁλόκληρη σκεπάζοντάς τη, σὰν χιόνι τὸ χειμώνα στὸ Βορρά, μ᾽ ἕνα πάπλωμα ἐλαφρὺ κι ὁμοιόμορφο. Οἱ κολόνες τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνα εἴχαν κρυφτεῖ κι αὐτὲς ὥς τὴ μέση κάτω ἀπὸ τὶς γκρίζες στάχτες.'

 

Βίλχελμ Τζένσεν, 'Γκραντίβα - Μια Πομπηιανή Φαντασία'

*

'Ἕνα ὄνειρο σπάνια εἶναι ἡ ἀπεικόνιση, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ἡ σκημοθεσία μιᾶς καὶ μοναδικῆς σκέψης· πιὸ συχνὰ πρόκειται γιὰ μιὰ σειρά, γιὰ ἕνα δίκτυο ἀπὸ σκέψεις. Ἀπὸ τὸ ὄνειρο τοῦ Χάνολντ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνασύρουμε ἀκόμη μία συνιστώσα τοῦ περιεχομένου του, καὶ ἀφαιρώντας εὐκολα τὴν παραμόρφωσή της, μποροῦμε νὰ ἀποκαλύψουμε τὴ λανθάνουσα ἰδέα ποὺ ἀντιπροσωπεύει. Εἶναι ἕνα κομμάτι τοῦ ὀνείρου, ὅπου μποροῦμε νὰ συμπεριλάβουμε τὴν πεποίθηση τῆς πραγματικότητας, μὲ Γκραντίβα, βαδίζοντας, μεταμορφώνεται σὲ μιὰ πέτρινη ποιητικὴ καὶ γεμάτη νόημα ἀπεικόνιση τῶν πραγματικῶν ἐνδιαφέρον του ἀπὸ τὴ ζωντανὴ ὕπαρξη στὴν πέτρινη ἀναπαράσταση. Ἡ ἀγαπημένη του εἶχε μεταμορφωθεῖ σὲ πέτρινο ἀνάγλυγο. Οἱ λανθάνουσες σκέψεις τοῦ ὀνείρου, ποὺ πρέπει νὰ μείνουν ἀσυνείδητες, θέλουν νὰ μεταμορφώσουν ἐκ νέου αὐτὴ τὴν ἀναπαράσταση σὲ ζωντανὴ ὕπαρξη καὶ τοῦ λένε, σὲ σχέση μὲ τὰ προηγούμενα, κάτι σὰν : ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὸ ἀνάγλυφο τῆς Γκραντίβας ἐπειδὴ σοῦ θυμίζει τὴ Ζωὴ τοῦ παρόντος, ποὺ ζεῖ ἐδῶ. Ἡ εὐαισθησία ὅμως αὐτῆ, ἄν γινόταν συνειδητή, θὰ σήμαινε καὶ τὸ τέλος τοῦ παραληρήματος.
Εἴμαστε, λοιπόν, ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντικαθιστοῦμε χωριστὰ κάθε κομμάτι τοῦ ἔκδηλου ὀνειρικοῦ περιεχομένου μὲ ἀσυνείδητες σκέψεις; Μὲ τὴ στενὴ σημασία, ναί. Ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐρμηνεύσουμε ἕνα ἀληθινὸ ὄνειρο, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποφύγουμε αὐτὴ τὴ ὑποχρέωση. Ὁ ὀνειρευόμενος, τότε, θὰ ὄφειλε νὰ δώσει ὅσο γίνεται πιὸ λεπτομερεῖς ἐξηγήσεις. Εἶνα αὐτονόητο ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ διεκπεραιώσουμε μιὰ τέτοια ἀπαίτηση, ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ πλάσμα τῆς φαντασίας τοῦ συγγραφέα. Πάντως, δὲν παραβλέπουμε ὅτι τὸ βασικὸ περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ ὀνείρου δὲν ἔχει ἀκόμη ὑποβληθεῖ στὸ ἔργο τῆς ἑρμηνείας καὶ τῆς μετάφρασης.
Τὸ ὄνειρο τοῦ Χάνολντ εἶναι βέβαια ἕνα ὄνειρο ἄγχους. Τὸ περιεχόμενό του εἶναι τρομαχτικό, ὁ ὀνειρευόμενος νιώθει ἀγχωμένος στὸν ὕπνο του καὶ στὴ συνέχεια παραμένουν ὀδυνηρὰ συναισθήματα. Ὅλα αὐτὰ δὲν μᾶς φτάνουν, στὴν προσπάθειά μας νὰ ἐξηγήσουμε τὸ ὄνειρο. Εἶμαστε καὶ πάλι ἀναγκασμένοι νὰ δανειστοῦμε πολλὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὴ θεωρία τῆς ἑρμηνείας τῶν ὀνείρων. Ἡ τελευταία μᾶς ὑπενθυμίζει πὼς δὲν πρέπει νὰ διαπράξουμε τὸ λάθος νὰ θεωρήσουμε ὅτι τὸ ἄγχος, ποὺ νιώθει κανείς σὲ ἕνα ὄνειρο, ἀπορρέει ἀπὸ τὸ περιεχόμενό τοῦ ὀνείρου, οὔτε ἐπίσης νὰ χειριστοῦμε τὸ περιεχόμενο τοῦ ὀνείρου σὰν τὸ περιεχόμενο μιᾶς παράστασης τοῦ ξύπνου. Μᾶς ἐφιςτᾶ τὴν προσοχὴ στὸ γεγονὸς ὅτι συχνὰ ὁνειρευόμαστε τὰ πιὸ φριχτὰ πράγματα, χωρὶς νὰ νιώσουμε ἐντούτοις ἴχνος ἄγχους. Μᾶλλον, ἠ ἀληθινὴ κατάσταση τῶν πραγμάτων εἶναι ἐντελῶς διαφερετική· δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὴ μαντέψουμε, ἀλλὰ σίγουρα μποροῦμε νὰ τὴν τεκμηριώσουμε. Τὸ ἄγχος τοῦ ἀγχωτικοῦ ὀνείρου, ὅπως ἐν γένει καὶ κάθε νευρικὸ άγχος, ἀντιστοιχεῖ σ᾽ ἕνα σεξουαλικὸ συναίσθημα, σὲ μιὰ λιβιδινικὴ αἴσθηση, καὶ προκύπτει ἀπὸ τὴ λίμπιντο μέσα ἀπὸ τὴ διαδικασία τῆς ἀπώθησης. Στὴν ἑρμηνεία τοῦ ὀνείρου θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ ἀντικαταστήσουμε τὸ ἄγχος μὲ μιὰ σεξουαλικὴ φιέγερση. Τὸ ἄγχος ποὺ προκύπτει μ᾽αὐτὸ τὸν τρόπο, ἀσκεῖ —ὄχι μόνιμα, ἀλλὰ συχνὰ— μία ἐπιλεκτικὴ ἐπιρροὴ στὸ ὀνειρικὸ περιεχόμενο καὶ φέρνει στὸ ὄνειρο στοιχεῖα παραστάσεων τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴ συνειδητὴ καὶ ἐσφαλμένη θεώρηση τοῦ ὀνείρου, ταιριάζουν μὲ τὸ συναίσθημα ἄγχους. Ὅπως ἤδη εἴπαμε, τοῦτο δὲν εἶναι μὲ κανέναν τρόπο ἡ πιὸ συνηθισμένη περίπτωση, γιατὶ ὑπάρχουν ἀρκετὰ ὄνειρα ἄγχους στὰ ὁποῖα τὸ περιεχόμενο δὲν εἶναι καθόλου τρομαχτικό, κι ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε συνειδητὰ τὸ ἄγχος ποὺ νιώθουμε.
Γνωρίζω ὅτι αὐτὴ ἡ ἐξήγηση τοῦ ἄγχους στὸ ὅνειρο ἠχεῖ πολὺ περίεργα καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ πιστέψουν εὔκολα σ᾽ αὐτήν. Αὐτό, πάντως, ποὺ συμβουλεύω εἶναι νὰ ἐξοικειωθοῦμε μαζί της. Αὐτὸ, πάντως, ποὺ συμβουλεύω εἶναι νὰ ἐξοικειωθοῦμε μαζί της. Θὰ ἦταν ἄλλωστε δίκαια παράδοξο, ἐὰν τὸ ὄνειρο τοῦ Νόρμπερτ Χάνολντ συνδεόταν μὲ τοὺτη τὴ θεώρηση τοὺ ἄγχους καὶ ἐξηγοῦνταν σύμφωνα μ᾽ αὐτήν. Θὰ λέγαμε, τότε, ὅτι ἡ ἐρωτικὴ ἐπιθυμία κατὰ τὴ διάρκεια τὴς νύχτας διεγείρεται στὸν ὀνειρευμένο, ἐξαπολύει μιὰν ἰσχυρὴ ἐπίθεση, γιὰ νὰ τοῦ καταστήσει συνειδητὲς τὶς ἀναμνήσεις τῆς ἀγαπημένης του καὶ γιὰ νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὸ παραλήρημα, προσκρούει ὅμως ξανὰ σὲ ἄρνηση καὶ μεταμορφώνεται σὲ ἄχγπς, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ σειρά του προσδίδει στὸ περιεχόμενο τοῦ ὀνείρου τὶς τρομαχτικὲς εἰκόνες ἀπὸ τὶς σχολικὲς ἀναμνήσεις τοῦ ὀνειρευόμενου. Μ᾽αὐτὸ τὸν τρόπο, τὸ ἀληθινὸ ἀσυνείδητο περιεχόμενο τοῦ ὀνείρου, ἡ ἐρωτικὴ λαχτάρα γιὰ τὴ Ζωή, ποὺ εἶχε γνωρίσει ἄλλοτε στὸ παρελθόν, μετασχηματίζεται καὶ γίνεται τὸ ἔκδηλο περιεχόμενο τῆς καταστροφῆς τῆς Πομπηίας καὶ τῆς ἀπώλειας τῆς Γκραντίβας.'

 

Σίγκμουντ Φρόιντ, 'Το Παραλήρημα και τα Όνειρα στην «Γκραντίβα» του W. Jensen'

από το Γκραντίβα - Μια Πομπηιανή Φαντασία / Το Παραλήρημα και τα Όνειρα στην «Γκραντίβα», μτφρ. Μαρία Αγγελίδου & Πάνος Αλούπης, εκδ. Άγρα

· ·

↑