
ΒΑΛΜΟΝ
Μαζί σας, Μαρκησία. Ἄν καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω πὼς ἄρχισα νὰ καταλαβαίνω γιατί ἡ πιστότητα εἶναι ἡ ἀγριότερη ἀπ’ ὅλες τὶς παρεκτροπές. Πολὺ ἀργὰ γιὰ τὴ δική μας τρυφερὴ σχέση, σκοπεύω ὅμως νὰ ἀσκηθῶ κάπως στὴν καινούργια αὐτὴ ἐμπειρία. Μισῶ τὰ παρελθόντα πράγματα. Ἡ ἀλλαγή τὰ συσσωρεύει. Παρατηρῆστε τὸ μεγάλωμα τῶν νυχιῶν μας, ἀκόμη καὶ στὸ φέρετρο βλασταίνουμε. Καὶ φανταστεῖτε, ἔπρεπε νὰ ζοῦμε μὲ τὰ ἀπορρίμματα τῶν χρόνων μας. Πυραμίδες βρομιᾶς ὥσπου νὰ κοπεί ἡ κορδέλα τοῦ τέρματος. Ἤ μέσα στὶς ἐκκρίσεις τῶν κορμιῶν μας. Μονάχα ὁ θάνατος εἶναι αἰώνιος, ἡ ζωή ἐπαναλαμβάνεται ὥς τὴ στιγμὴ ποὺ προβάλλει χαίνουσα ἡ ἄβυσσος. Ὁ κατακλυσμός, ἕνα σφάλμα στὴ διευθέτηση τῶν καναλιῶν. Ὅσο γιὰ τὸν ἐρωτευμένο σύζυγο: βρίσκεται στὸ ἐξωτερικὸ μὲ μυστικὴ ἀποστολή. Ἴσως καταφέρει, πολιτικὸς καθὼς εἶναι, νὰ προκαλέσει τὴν ἕκρηξη ἑνὸς πολέμου. Καλὸ δηλητήριο, ἀντίδοτο στὴν πλήξη τῆς ἐρήμωσης. Ἡ ζωὴ ἐπιταχύνεται ὅταν ὁ θάνατος γίνεται θέαμα, ἡ ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου χαράσσει λιγότερο βαθιὰ τὴν καρδιά, ἔχουμε μήπως καρδιά, Μαρκησία ὅταν τὸ βλέμμα μας θεᾶται τὴν καταστροφή, βλέπει κανείς νὰ παρελαύνουν νεαροὶ κῶλοι ποὺ μᾶς κάνουν καθημερινὰ ν’ ἀντιμετωπίζουμε τὴ δική μας παροδικότητα, δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς ἔχουμε ὅλους, ἔτσι δὲν εἶναι, σύφιλη καὶ κατάρα σ’ ὅσους μᾶς ξεφεύγουν μπροστὰ στὶς λεπίδες τῶν παρατεταγμένων σπαθιῶν καὶ στὶς ἀστραπὲς τῶν ὁμοβροντιῶν, μὲ μιὰ κάποια ἀταραξία. Σκέφτεστε καμιὰ φορὰ τὸ θάνατο, Μαρκησία. Τί λέει ὁ καθρέφτης σας. Εἶναι πάντα ὁ ἄλλος ποὺ κοιτάει ἀπὸ μέσα. Αὐτὸν τὸν ἄλλον ψάχνουμε ὅταν σκάβουμε στὰ ξένα κορμιά, πέρα ἀπ’ τοὺς ἑαυτούς μας. Μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχει οὔτε ὁ ἕνας οὔτε ὁ ἄλλος, μόνο τὸ τίποτε στὴν ψυχή μας ποὺ κρώζει γιὰ τροφή. Πότε θὰ ἐπιτρέψετε νὰ ἐπιθεωρήσω τὴν παρθενικὴ ἀνεψιά σας, Μαρκησία.
ΜΑΡΤΕ·Ι·Γ
Μπήκατε πάλι στὸ πετσί σας, Βαλμόν. Δὲν ὑπάρχει ἄντρας ποὺ νὰ μὴν τοῦ σηκώνεται στὴ σκέψη πὼς ἡ πολύτιμη σάρκα του θὰ ἀφανισθεῖ, ἡ ἀγωνία κάνει τοὺς φιλοσόφους. Καλωσορίσατε στὴν ἁμαρτία καὶ ξεχάστε τὸ βωμὸ προτοῦ σᾶς ὑποτάξει ἡ εὐλάβεια καὶ λησμονήσετε τὴ μοναδική σας κλίση. Τί ἄλλο μάθατε παρεκτὸς νὰ μανουβράρετε τὸ τέτοιο σας σὲ μιὰ τρύπα καθ’ ὅλα ὅμοια μ’ αὐτὴν ἀπὸ ὅπου πέσατε, πάντα μὲ τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα, λιγότερο ἤ περισσότερο διασκεδαστικό, καὶ πάντα μέσα στὴν ψευδαίσθηση ὅτι τὰ χειροκροτήματα τῶν ξένων βλεννογωνων ἰσχύουν ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ δικό σας πρόσωπο, ὅτι οἱ κραυγὲς τῆς ἀπόλαυσης ἀπευθύνονται μόνο σὲ σᾶς ἐνῶ ἐσεῖς δὲν εἶστε παρὰ ἕνα κενὸ ὄχημα, ἀδιάφορο καὶ καθ’ ὅλα ἀντικαταστατό, γιὰ τὴν ἡδονὴ τῆς γυναίκας ποὺ σᾶς χρησιμοποιεῖ, ξέπνοο γελωτοποιὸ στὸ δημιούργημά της. Τὸ γνωρίζετε καλά, γιὰ μιὰ γυναίκα κάθε ἄντρας εἶναι ἕνας ἄντρας λίγος. Καὶ ξέρετε τοῦτο ἀκόμη, Βαλμόν: πολὺ γρήγορα ἡ μοίρα σᾶς ἐπιφυλάσσει νὰ μὴν εἶστε οὔτε κὰν αὐτό, ἕνας ἄντρας λίγος. Καὶ ἕπεται ἡ χαρὰ τοῦ νεκροθάφτη.
ΒΑΛΜΟΝ
Μὲ πλήττει ἡ κτηνωδία τῆς συζήτησής μας. Κάθε λέξη ἀνοίγει μιὰ πληγή, κάθε χαμόγελο ἀποκαλύπτει κι ἕναν κυνόδοντα. Θὰ ἔπρεπε νὰ βάλουμε τίγρεις νὰ υποδυθούν τοὺς ρόλους μας. Ἄλλη μιὰ δαγκωνιά, ἄλλο ἕνα σπάραγμα: ἡ υποκριτικὴ τέχνη τῶν θηρίων.
Χάινερ Μίλερ, Κουαρτέτο (Βασισμένο στον Λακλό), μτφρ. Ελένη Βαροπούλου, εκδ. Άγρα
* * *
Ἡ φρικτὴ ἔλλειψη αὐταπάτης εἶναι ἐξάλλου ἕνας ἀπὸ τοὺς ὅρους τοῦ κωμικοῦ. Στὰ κείμενα τοῦ Μύλλερ ὑπάρχει, πότε πιὸ συγκαλυμμένο καὶ πότε προφανέστερο, τὸ μαῦρο χιοῦμορ τοῦ ἀμοραλισμοῦ καὶ τῆς σαρκαστικῆς ἀνάλυσης, συχνὰ ὀξυμένο μέσω τῆς ἀφοριστικότητας. Ἕνα χιοῦμορ ποὺ υἱοθετεί προκλητικὰ τὸν τόνο τοῦ αὐτονόητου καὶ σπάει τὰ ταμποὺ ἔτσι ὥστε κάτω ἀπὰ τὰ ρητορικὰ πέπλα νὰ προβάλλουν ἀπελευθερωμένα τὰ γυμνὰ συμφέροντα καὶ οἱ ὁρμές. Ὀ Μύλλερ ἐμφανίζεται ἔτσι μπροστὰ στὴ μεγάλη παράοση ριζοσπαστικός, ἀφοῦ στέκεται μὲ διάθεση διαφωτιστῆ ἀπέναντι στὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ — μὲ τὸ διαφωτισμὸ νὰ ἐννοεῖται ἀπὸ τοὺς Γάλλους μοραλιστὲς ὥς τὸν Νίτσε καὶ τοὺς σύγχονους διανοητὲς τῆς ἀποδόμησης. Δὲν εἶναι λοιπὸν συμπτωματικὰ ὅτι μὲ τὸ Κουαρτέτο (1980) στρέφεται στὸν Λακλό, τὸν διαφωτιστὴ ἀναλυτὴ τῆς ἠθικῆς, γιὰ νὰ προχωρήσει σὲ μιὰν ἀνατομία τῆς σεξουαλικότητας, τῆς γλώσσας καὶ τῆς ἐξουσίας. Ἀποκαλυπτικὴ εἶναι ἡ σχετικὴ παρατήρηση τοῦ Μύλλερ: «Ἡ τέχνη ἕχει καὶ χρειάζεται μιὰν αἱμάτινη ρίζα. Ἡ συναίνεση στὸ φόβο καὶ τὸν τρόμο εἶναι ζήτημα περιγραφῆς. Ὁ Λακλὸ δήλωνε πάντα ὅτι ἦταν ἕνας μοραλίστας ποὺ περιέγραφε τὰ βάραθρα γιὰ νὰ προφυλάξει ἀπὸ αὐτὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἤταν παρὰ ἡ ἠθικὴ ἑνὸς συγγραφέα ποὺ ἐνδιαφερόταν γιὰ τὰ ἐρέβη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Σάντ, ἡ στάση του ἦταν ἐκείνη τοῦ μοραλίστα τοῦ διαφωτιστῆ». Ὅτι παρόμοιες προσπάθειες ἀποστασιοποίησης σχετίζονται σχεδὸν πάντα καὶ μὲ προσωπικὲς πληγὲς διαφαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ ἀπόσπασμα τῆς Αὐτοβιογραφίας ὅπου ὁ Μύλλερ περιγράφει πῶς ἕγραφε τὸ Κουαρτέτο στὸ πάνω πάτωμα μιᾶς ρωμαῖκῆς βίλας, ἐνῶ ἡ γυναίκα του βρισκόταν στὸ ἰσόγειο μὲ ἕναν ἄλλο ἄντρα...
Χανς-Τις Λέμαν, από τον ‘Πρόλογο’ της έκδοσης
*
Μοῦ ἔρχεται στὸ νοῦ ἡ φράση τοῦ Lichtenberg κατὰ τὴν ὁποία ἡ μεταφορὰ εἶναι πιὸ ἔξυπνη ἀπὸ τὸ συγγραφέα. Εἶναι, βλέπετε, τὸ πρόβλημα ὅλων τῶν ζώων ποὺ ἔχουν πολλὰ πόδια· οἱ σαρανταποδαρούσες, γιὰ παράδειγμα, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀρχίζουν νὰ σκέφτονται καὶ νὰ λογαριάζουν ποιό πόδι νὰ κινήσουν πρῶτο, δὲν προχωροῦν οὔτε βῆμα γιατὶ τὸ πράγμα καταντάει πολὺ περίπλοκο. Ἕνα λογοτεχνικὸ κείμενο εἶναι κάτι ἀνάλογο: εἶναι μιὰ κατασκευή, ἕνα σύνολο τόσο πολυσύνθετο, ποὺ δὲν μπορεῖς ποτὲ νὰ τὸ ὑπολογίσεις ἐκ τῶν προτέρων οὔτε καὶ νὰ τὸ ἀναλύσεις πλήρως ἐκ τῶν ὑστέρων. Σκέφτομαι ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ γνώρισμα τοῦ καλλιτεχνήματος καὶ τῆς τέχνης γενικά: περιέχει ἕνα μυστικό, ἕνα μυστήριο, στὸ ὁποῖο μπορεῖ πάντα κανεὶς νὰ ἐπιχειρήσει μιὰ διείσδυση, οὐδέποτε ὅμως τὸ ἐξιχνιάζει ἀπόλυτα.
Χάινερ Μίλερ, ‘Ένα Μπουκάλι στη Θάλασσα’, από το επίμετρο της έκδοσης
*
Ἡ καταστροφικὴ συμπεριφορὰ τοῦ Μύλλερ ἀπέναντι σὲ ὅλα τὰ στρώματα καὶ στοιχεῖα τῶν Ἐπικίνδυνων σχέσεων εἶναι μιὰ ποιητικὴ στάση πού, πιστὴ στὶς προσταγὲς τῆς νεοτερικότητας, ἐνεργοποιεῖ τὴν ἰδέα τῆς ἀποσύνθεσης καὶ ἀνασύνθεσης, τὸ αἴτημα τῆς τομῆς καὶ τοῦ σχίσματος στὸ συνεχὲς σῶμα τῶν μορφῶν ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνατροπὴ τῆς ἀστικῆς λογικότητας μέσα ἀπὸ ἕναν δολοφονικό, αὐτοκτονικὸ λόγο. Χάρη στὸν φιλοσοφικὸ καὶ αἰσθητικὸ παρονομαστή του, τὸ Κουαρτέτο βρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο μιᾶς ἀφρίζουσας σήμερα προβληματικῆς σχετικὰ μὲ τὸ μοντέρνο. Χάρη πάλι στὸ ὀντολογικό του ὑπόστρωμα καθὼς τὸ Ὅλον συναντάει τὸ Μηδὲν καὶ τὸ φάντασμα τοῦ ἄμετρου, τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ πόθου ἀποδεικνύεται ἐξοντωτικό, θανατηφόρο, τὸ Κουαρτέτο ἐκφράζει τὴ σημερινὴ ἐποχὴ βεβαρημένη μὲ τὰ συλλογικὰ τραύματα τῶν ὁλοκληρωτισμῶν καὶ μὲ τὸ φόβο μιᾶς ἐνδεχόμενης κοσμικῆς καταστροφῆς ἐξαιτίας τῆς τεχνικῆς προόδου. Ὁ δολοφονικὸς καὶ αὐτοκτονικὸς λόγος τοῦ Μύλλερ μὲ τὶς ποικίλες πτυχές του, δρᾶ πολλαπλά. Ἀφοῦ συγκροτεῖ μιὰ γραφὴ τῆς σκληρότητας ποὺ βρίσκεται σὲ κατάσταση τριβῆς μὲ τὶς διάφορες φιλολογικὲς καὶ θεατρικὲς νόρμες. Ἀφοῦ θεματοποιεῖ τὸ φόνο, τὴν αὐτοκτονία προκειμένου νὰ πετύχει τὴ σὲ βάθος ἐξέταση, μιὰν ἀνατομία τῶν ἠθικῶν, ἰδεολογικῶν καὶ αἰσθητικῶν ἀδιεξόδων του καιροῦ μας. Ἡ αὐτοκτονία ἀπὸ ὄχημα ἑνὸς ἀγώνα ἐναντίον τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς (Νίτσε), ἀπὸ εἰδικὸ πάθος ποὺ σημασιοδοτεῖ τὸν ἡρωισμὸ τῆς νεοτερικότητας (Μπωντλαίρ) ἤ ἀπὸ «πεμπτουσία τοῦ μοντέρνου» (Βάλτερ Μπένγιαμιν) γίνεται στὸν Χάινερ Μύλλερ παραγωγικὴ βιαιοπραγία, μιὰ αὐτοκαταστροφικὴ ἐνέργεια ποὺ γεννάει ἕνα κριτικὸ βλέμμα πάνω στὸν σύγχρονο πολιτισμό. Ἡ βιαιοπραγία αὐτὴ θεμελιώνει μιὰ διαλεκτικὴ μέσω τῆς ὁποίας ὁ αἱρετικὸς συγγραφέας τοποθετεῖ σὲ ἱστορικὴ προοπτικὴ τοὺς διαδοχικοὺς μηδενισμοὺς καὶ ὁλοκληρωτισμούς, τὶς μεταφορικὲς εἰκόνες ἐξολόθρευσης τοῦ ἀτόμου καὶ συντέλειας τοῦ κόσμου.
Ελένη Βαροπούλου, ‘Με Αφορμή το Κουαρτέτο’, από το επίμετρο της έκδοσης
