
'Η γοητεία που ασκεί όλη η γυναικεία γυμνότητα είναι στην βαθύτατη ρίζα εκείνη που γνέφει μ’ ένα σκοτεινό τρόπο, τον οποίο μόνο οι αισθήσεις μπορούν να συλλάβουν, προς αυτή την άλλη γυμνότητα. Δεν είναι ζήτημα «ομορφιάς» ή απλώς ενός ζωώδους καλέσματος της σάρκας. Και αυτό που έγραφε ο Paul Valéry είναι εν μέρει μόνο σωστό: «Η έλξη της γυμνότητας πρέπει κατ’ ανάγκη να πηγάζει από την αξία του “κρυφού” και από τον κίνδυνο που το συνοδεύει και κρύβεται πάντα μέσα του, σαν δυσοίωνη αποκάλυψη και σαν όργανο μιας θανάσιμης σαγήνης». Είναι αλήθεια ότι η γοητεία της γυναικείας γυμνότητας έχει μέσα της κάτι από το αίσθημα ιλίγγου που προκαλεί η κενότητα και το απύθμενο, υπό τη μορφή της ύλης, του αρχέγονου υλικού της δημιουργίας και της αμφισημίας του μηδενός. Αυτό το χαρακτηριστικό ανήκει μόνο στη γυναικεία γυμνότητα. Η εντύπωση της αρσενικής γυμνότητας στη γυναίκα δεν είναι μόνο μικρή εν συγκρίσει με αυτό αλλά και, όπου υπάρχει, είναι μιας συγκεκριμένης μορφής και ουσιαστικά φυσική και φαλλική. Την επηρεάζει μόνο με την κοινή έννοια του ότι της υποβάλλει τη μυική και ζωώδη ικανότητα του αρσενικού «αρσενικού». Δεν είναι το ίδιο όμως με τη γυναίκα. Στην εικόνα μιας ολοκληρωτικά γυμνωμένης γυναίκας ο άνδρας συναισθάνεται ακαθόριστα τη Ντουργκά· είναι η ίδια αυτή θεά των οργιαστικών γιορτών, η «απρόσιτη», η Πόρνη και η Μητέρα, που είναι επίσης η Παρθένος, η Απαραβίαστη και η Ανεξάντλητη. Αυτό είναι που αφυπνίζει μέσα στον άνδρα μια στοιχειακή επιθυμία αδιαχώριστη από τον ίλιγγο· είναι αυτό επίσης που οδηγεί την επιθυμία στον παροξυσμό, επιταχύνοντας τον ρυθμό μέχρις ότου ο άνδρας σε πριαπική κατάσταση βιάζεται να ριχτεί στη λεπτή και καταβαραθρωτική έκσταση του ασυγκίνητου θηλυκού. Αν γενικά ο άνδρας βρίσκει μιαν άγρια χαρά στη διακόρευση και στον βιασμό, ό,τι μέσα σε αυτή τη χαρά μπορεί να σχετιστεί με το ένστικτο ή με την υπερηφάνια της πρώτης κατοχής είναι μόνο ένα επιφανειακό στοιχείο· ο βαθύτερος παράγοντας είναι το αίσθημα, ψευδαισθησιακό εντούτοις, ότι μέσ’ από μια φυσική χειρονομία παραβιάζει το απαραβίαστο και κατέχει εκείνην η οποία στην απώτατη ρίζα της, στην έσχατη «παρθένο» είναι που δρα σκοτεινά μέσα στην επιθυμία να αποκτήσει σωματικά την απρόσιτη γυναίκα ή τη γυναίκα που αντιστέκεται. Επιπλέον, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε αυτό και στη ρίζα ενός ειδικού στοιχείου του σαδισμού, που συνδέεται με την πράξη διακόρευσης και υπάρχει επίσης σχεδόν σε κάθε συνουσία. Είναι διαφορετικό από την αμφίσημη «αλγολαγνεία» για την οποία μιλήσαμε νωρίτερα και είναι πολύ πιο βαθύ· μια τέτοια σκληρότητα και αγριότητα ενεργεί ως συμπλήρωμα και αντιστάθμισμα εκείνης της υπερβατικής και απέραντα σαγηνευτικής αίσθησης του φευγαλέου, του «ψυχού» και ακόρεστου που ανήκει στη στοιχειακή θηλυκή ουσία. Υπάρχει η επιθυμία να «φονεύσει» την κρυμμένη και απόλυτη γυναίκα που κρύβεται μέσα σε θηλυκό ον, και μια μάταιη σαδιστική επιθυμία για «κατοχή». Είναι γι’ αυτόν το λόγο επίσης που, κατά κανόνα, τίποτα δεν εξάπτει περισσότερο έναν άνδρα από το να νιώσει τη γυναίκα απόλυτα εξαντλημένη κάτω από τον επιθετικό του παροξυσμό.
Πιάνοντας και πάλι τον μύθο της Πανδώρας, ο Kierkegaard έγραφε ότι τα τελευταία δώρα, η κορωνίδα όλων των άλλων, τα οποία δόθηκαν από τους ζηλόφθονους θεούς στη «γυναίκα της επιθυμίας», την οποία έστειλαν στον Επιμηθέα, για να ενισχύσουν τη δύναμή της ήταν η αθωότητα, η αιδημοσύνη και η αντίστασή της. Είπαμε και παραπάνω ότι η αιδημοσύνη στη γυναίκα έχει έναν χαρακτήρα μη ηθικό, αλλά σεξουαλικό και λειτουργικό· θα ήταν εξίσου κοινότοπο να προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι κάθε ντροπαλότητα και αντίσταση στη γυναίκα έχει ένα λειτουργικό σκοπό σεξουαλικού ερεθισμού. Αυτά τα χαρακτηριστικά παίζουν τεράστιο ρόλο στο επίπεδο της ατομικής συνειδητής συμπεριφοράς. Επιπλέον, πέρα από την προκλητική της συμπεριφορά, τη σεμνότητα και τα συνειδητά της τεχνάσματα προκειμένου να επιδείξει τον εαυτό της και να παίξει ολοκληρωμένα τον θηλυκό της ρόλο, υπάρχει ένας πιο λεπτός και απρόσωπος παράγοντας ο οποίος συνίσταται στο σεξουαλικά σαγηνευτικά στοιχείο που αντιπροσωπεύει η αθωότητα και η αιδημοσύνη. Μια γυναίκα που εκφράζει κατάφωρα την επιθυμία της και θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμα και την αποστροφή ενός άνδρα του οποίου η φύση είναι κάτι παραπάνω από ζωώδης και ο οποίος, αντίθετα, έλκεται από την αθωότητα, αφού το «αγνό» κορίτσι ενσαρκώνει πολύ περισσότερο για έναν άνδρα την πρόκληση που εμφωλεύει μέσα στην ουσία Ντουργκά. Οφείλουμε να εξετάσουμε μιαν αντικειμενική και απρόσωπη πλευρά αυτού του γενικού φαινομένου. Η άγνοια ενός απόκρυφου νόμου συσκοτίζει το αληθινό νόημα της γυναικείας αγνότητας και το μυστικό της δυνάμει γοητείας της. Ο νόμος αυτός ορίζει ότι κάθε ενέργεια που αναστέλλεται ή συγκρατείται, αν μεταφραστεί σε μια λεπτότερη και αόρατη επιρροή γίνεται απείρως πιο δραστική. Η ινδουιστική ορολογία το ονομάζει αυτό μετατροπή σε δύναμη όγιας. Οπωσδήποτε, στην κανονική αγνότητα και αιδημοσύνη δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος οποιασδήποτε «έμφυτης τάσεως της γυναικείας φύσης προς την αγνότητα» την οποία φαντάστηκαν ορισμένοι ρωμαιοκαθολικοί συγγραφείς ξεχνώντας εκείνο που ήξεραν καλά οι πρόγονοί τους. Σε κάθε περίπτωση, η γυναίκα εξακολουθεί να είναι η καμίνι, εκείνη που ουσία της έχει τη σεξουαλικότητα, εκείνη που, πέρα από το κατώφλι της εμπειρικής της συνείδησης «σκέφτεται γύρω από το φύλο, σκέφτεται το φύλο, σκέφτεται με το φύλο και απολαμβάνει το φύλο». Εκδηλώνει την απρόσωπη, «φυσική» αναστολή αυτής της τής προδιάθεσης υπό τη μορφή μιας λεπτής, μαγικής δύναμης η οποία και συνιστά την ειδική αύρα της γοητείας που περιβάλλει τον «αγνό» και «σεμνό» τύπο γυναίκας και έχει ισχυρότερο αποτέλεσμα σε κάθε ατομικά διαφοροποιημένο άνδρα απ’ οποιαδήποτε ωμά αισθησιακή γυναικεία συμπεριφορά. Ακριβώς εκεί που κανένα τέχνασμα και καμία συνειδητή αναστολή δεν εμπλέκεται, εκεί που έχουμε να κάνουμε μόνο με τη στοιχειακά υπαρκτική φύση η ρίζα της οποίας βρίσκεται στο αρχέτυπο, εκεί η γυναίκα διαθέτει και αυτή την ασυγκρίτως πιο επικίνδυνη δύναμη.
Και αυτό μας οδηγεί σε μια τελευταία θεμελιώδη παρατήρηση η οποία αφορά τη λιγότερο ορατή πλευρά των καθημερινών σχέσεων ανάμεσα στα φύλα. Αν, από μια μεταφυσική σκοπιά, το αρσενικό αντιστοιχεί στην ενεργητική και το θηλυκό στην παθητική αρχή, οι σχέσεις αυτές παρουσιάζονται καθολικά αντεστραμμένες στη λεγόμενη φυσική σεξουαλικότητα. Πολύ σπάνια ο άνδρας πηγαίνει προς τη γυναίκα ως φορέα της καθαρής αρχής του «είναι» ή ως εκπόρευση του Ενός, αλλά κατά κανόνα φαίνεται να κινείται ως «θύμα» της μαγείας που ασκεί η γυναίκα. Οι σχέσεις εδώ αντιστρέφονται και, όπως δείχνει με μια εύστοχη ρήση του ο Titus Burkhardt, η γυναίκα είναι ενεργητικά παθητική, ενώ ο άνδρας είναι παθητικά ενεργητικός. Η «ενεργητικά παθητική» ποιότητα είναι η ουσία της γυναίκας και συνιστά πράγματι δραστηριότητα σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο. Η καθημερινή γλώσσα που υπαινίσσεται αυτό όταν αποδίδει στη γυναίκα εκείνο το είδος της «έλξης» που είναι ουσιαστικά η έλξη του μαγνήτη. Από αυτή την άποψη, η γυναίκα είναι ενεργητική και ο άνδρας παθητικός. «Λέγεται και γίνεται ευρύτερα δεκτό ότι στον πόλεμο του έρωτα η γυναίκα είναι σχεδόν παθητική· αυτή η παθητικότητα, όμως, κάθε άλλο παρά αληθινή είναι. Είναι η παθητικότητα του μαγνήτη, που η επιφανειακή του ακινησία τραβάει τον σίδηρο μέσα στον στρόβιλό του». Είναι αξιοσημείωτο ότι στο ισχυρά πατριαρχικό σύστημα της Άπω Ανατολής, υπήρχε μία παράδοση που γνώριζε την έννοια της «δράσης δίχως δράση» (βέι-βου-βέι) και κατανοούσε ότι «στην εμφανή του παθητικότητα και υποδεέστερη θέση το θηλυκό είναι ανώτερο από το αρσενικό». Όσο παράδοξο και αν φαίνεται, είναι πάντα ο άνδρας εκείνος που «αποπλανάται» με το αυστηρό, ετυμολογικό νόημα της λέξης· το ενεργητικό του εγχείρημα εξαντλείται στο να πλησιάσει αυτό το μαγνητικό πεδίο, η δύναμη του οποίου θα τον αναρροφήσει από τη στιγμή που θα μπει στην τροχιά του. Η γυναίκα έχει πάντοτε και αποφασιστικά την ισχύ έναντι εκείνου που επιθυμεί, που σημαίνει, έναντι της απλής αρσενικής σεξουαλικής ανάγκης. Αντί να δώσει τον εαυτό της, «τοποθετεί τον εαυτό της στη θέση εκείνου που παίρνεται». Ο A. Charmel στην Τελευταία εβδομάδα του Δον Ζουάν το εξέφρασε αυτό εύγλωτα: όλες οι γυναίκες τις οποίες είχε κατακτήσει ο Δον Ζουάν αποκαλύπτονται στο τέλος ως οι αναρίθμητες όψεις μίας και μοναδικής γυναίκας χωρίς πρόσωπο (το αιώνιο θηλυκό ή η Ντουργκά) η οποία είχε στην πραγματικότητα ορίσει κάθε λέξη και κάθε χειρονομία με τα οποία εκείνος «αποπλάνησε» καθεμία από αυτές. Είχε επιθυμήσει αυτές τις γυναίκες «όπως το σίδερο επιθυμεί το μαγνήτη». Με αυτή την έσχατη αποκάλυψη ο συγγραφέας οδηγεί τον Δον Ζουάν στην αυτοκτονία.
Έτσι ο πριαπικός άνδρας αυταπατάται αρκετά όταν πιστεύει και καυχάται ότι «κατέχει» μια γυναίκα απλώς επειδή κοιμήθηκε μαζί της. Η ικανοποίηση που νιώθει μια γυναίκα στο να «κατέχεται» είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό της φύσης της. «Δεν κατακτιέται αλλά υποδέχεται, και υποδεχόμενη νικά και απορροφάει» (G. Pistoni). Υπάρχει μια βιολογική αναλογία ανάμεσα σε αυτό και σε ό,τι γονιμοποίησης εκ μέρους του σπερματοζωαρίου, που το ίδιο στερείται της ζωτικής ουσίας και του θρεπτικού πλάσματος, επιτυγχάνει να υπερνικήσει όλα τα ωάριο, που είναι σχεδόν ακίνητο και πλούσιο σε ζωτικές τροφές· προξενεί μια τομή, η οποία κλείνει πίσω του φυλακίζοντάς το από τη στιγμή που έχει ολοκληρωθεί η διείσδυση· ύστερα απ’ αυτό, καταστρέφονται αμοιβαία και τα δύο είδη κυττάρων, το αρσενικό και το θηλυκό, τα οποία ήρθαν σε επαφή μέσα στη μήτρα. Η γυναίκα εκφράζει μια ευκαμψία και ενδοτικότητα τόσο πλήρη που θα μπορούσε να θεωρηθεί πιο ενεργητική από την επίθεση του αρσενικού, όπως έλεγε ο Aldous Huxley. Εν τέλει, αν εξετάσουμε την εμπειρία της συνουσία από μα του «μαγνήτη»· στην πραγματικότητα, φαίνεται ότι ο πιο διαφοροποιημένος άνδρας είναι κατ’ εξοχήν παθητικός, με την έννοια ότι ξεχνάει τον εαυτό του και όλη του η προσοχή, σαν να έχει μαγευτεί, έλκεται ακατανίκητα από τις ψυχικές και σωματικές μεταμορφώσεις της γυναίκας πάνω στη συνουσία, ειδικά όπως αυτές αντικατοπτρίζονται στη φυσιογνωμία της («η τραγική μάσκα της, που πάσχει κάτω από το ρυθμικό χάδι» – A. Koestler)· και είναι αυτό ακριβώς που συνιστά το ισχυρότερο αφροδισιακό για την έκσταση και τον οργασμό του άνδρα.
Στον μεσογειακό κύκλο της Μεγάλης Θεάς, η «μη ενεργή» δύναμη της μαγείας της γυναίκας αναπαρίστατο από την Ποτνία Θεάς, η «μη ενεργή» δύναμη της μαγείας Θηρίων, θεά η οποία ίππευε έναν ταύρο ή τον κρατούσε δεμένον με ένα σκοινί, και την Κυβέλη, που καθόταν η ίδια σε ένα άρμα το οποίο έσερναν δύο ήμερα λιοντάρια, σύμβολο της κυριαρχίας της. Η Ντουργκά καθισμένη πάνω σ’ ένα λιοντάρι με ένα σκήπτρο στο χέρι της είναι η αντίστοιχη ινδουιστική θεότητα. Το ίδιο θέμα αναφύεται στον εμπνευσμένο από την Καββάλα συμβολισμό της κάρτας ΧΙ της τράπουλας του Ταρώ, όπου η Ισχύς παρουσιάζεται ως η φιγούρα μιας γυναίκας που κρατάει χωρίς προσπάθεια ανοιχτά τα σαγόνια ενός εξαγριωμένου λιονταριού. Κάθε γυναίκα, στο μέτρο που συμμερίζεται κάτι από την «απόλυτη γυναίκα», κατέχει σε έναν ορισμένο βαθμό αυτή τη δύναμη. Ο άνδρας το γνωρίζει αυτό, και συχνά χάρη σε μιαν ασυνείδητη νευρωτική υπεραναπλήρωση για το σύμπλεγμα της κατωτέροτητάς του επαίρεται απέναντι στη γυναίκα για την υποτιθέμενη αρρενωπότητά του, την αδιαφορία του, ακόμα και τη σκληρότητα ή την περίφρονησή του. Όλ’ αυτά όμως κάθε άλλο παρά διασφαλίζουν την υπεροχή του· απεναντίας. Και το γεγονός ότι η γυναίκα συχνά πέφτει θύμα σε ένα εξωτερικό, υλικό, αισθηματικό ή κοινωνικό επίπεδο, πράγμα που ενδυναμώνει τον ενστικτώδη της «φόβο ν’ αγαπήσει», καθόλου δεν μεταβάλλει τη θεμελιώδη δομή της κατάστασης.'
Ιούλιος Έβολα, Η Μεταφυσική του Φύλου, μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. Οξύ
