'Εκείνην τη στιγμή θαύμαζε την ιδανική ομορφιά που την τελειότητά της είχε αναζητήσει μέχρι τότε εδώ κι εκεί μέσα στη φύση, ζητώντας από ένα μοντέλο, συχνά αποκρουστικό, τις καμπύλες μιας τέλειας γάμπας, από ένα άλλο το περίγραμμα του στήθους, από ένα τρίτο τους λευκούς ώμους, παίρνοντας, τέλος, το λαιμό μιας νεαρής κοπέλας, τα χέρια της γυναίκας και τα λεία γόνατα εκείνου του παιδιού, χωρίς να συναντήσει ποτέ κάτω από τον ψυχρό ουρανό του Παρισιού τα πληθωρικά και αισθησιακά πλάσματα της αρχαίας Ελλάδας. Η Τζαμπινέλα του επεδείκνυε συγκεντρωμένες, ολοζώντανες και εύθραυστες αυτές τις έξοχες αναλογίες της γυναικείας φύσης, τις τόσο διακαώς ποθητές, των οποίων ένας γλύπτης είναι ταυτόχρονα ο ποιο αυστηρός και ο πλέον παθιασμένος κριτής. Στόμα εκφραστικό, μάτια ερωτικά, επιδερμίδα εκθαμβωτικής λευκότητας. Προσθέστε σ᾽ αυτές τις λεπτομέρειες, που θα μάγευαν ένα ζωγράφο, όλες εκείνες τις θαυμαστές Αφροδίτες που λάτρεψαν και σκάλισαν με τη σμίλη τους οι Έλληνες. Ο καλλιτέχνης δεν χόρταινε να θαυμάζει την απαράμιλλη χάρη με την οποία τα μπράτσα ενώνονταν με το μπούστο, την εξαίσια στρογγυλάδα του λαιμού, τις αρμονικές γραμμές που έγραφαν τα φρύδια, η μύτη, και το τέλειο οβάλ του προσώπου, την καθαρότητα των ζωηρών χαρακτηριστικών της και τα πυκνά και γυριστά ματόκλαδα που στόλιζαν τα πλατιά και ηδονικά βλέφαρά της. Δεν ήταν απλώς μια γυναίκα, αλλά ένα αριστούργημα! Υπήρχε μέσα σ᾽ αυτό το ανέλπιστο πλάσμα έρωτας ικανός να μαγέψει όλους τους άντρες και κάλλη αξία να ικανοποιήσουν έναν κριτικό. Ο Σαραζίν καταβρόχθιζε με τα μάτια το άγαλμα του Πυγμαλίωνα, που είχε κατεβεί για εκείνον από το βάθρο του. Όταν η Τζαμπινέλα τραγούδησε, ξέσπασε παραλήρημα. Ο καλλιτέχνης πάγωσε, ύστερα ένιωσε μια φωτιά να σπινθηρίζει ξαφνικά στα βάθη του εσώτατου είναι του, αυτού που ελλείψει άλλης λέξης ονομάζουμε καρδιά! Δεν χειροκρότησε, δεν είπε τίποτα, ένιωθε μια έξαψη τρέλας, κάτι σαν φρενίτιδα που μας αναστατώνει μονάχα σ᾽ αυτή την ηλικία κατά την οποία ο πόθος έχει κάτι το φοβερό και το διαβολικό. Ο Σαραζίν ήθελε να ορμήσει πάνω στη σκηνή και να αρπάξει αυτήν την γυναίκα. Η δύναμή του, εκατονταπλασιασμένη από μια ανεξήγητη ηθική κατάπτωση, δεδομένου ότι αυτά τα φαινόμενα συμβαίνουν σε μια σφαίρα απρόσιτη στην ανθρώπινη παρατήρηση, προσπαθούσε να ξεχυθεί με μια οδυνηρή βιαιότητα. Αν τον έβλεπε κανείς, θα τον περνούσε για άνθρωπο ψυχρό και ηλίθιο. Δόξα, επιστήμη, μέλλον, ύπαρξη, στέφανοι, όλα κατέρρευσαν. “Ή ν᾽ αγαπηθεί από εκείνην ή να πεθάνει”: αυτή ήταν η ετυμηγορία που πρόφερε για τον εαυτό του. Ήταν τόσο μεθυσμένος, ώστε δεν έβλεπε πλέον τη μουσική. Δεν υπήρχε καμιά απόσταση ανάμεσα σ᾽ αυτόν και στην Τζαμπινέλα, ήταν δική του, τα μάτια του, κολλημένα πάνω της, την κυρίευαν. Μια σχεδόν διαβολική δύναμη του επέτρεπε να αισθάνεται την πνοή αυτής της φωνής, να αναπνέει την αρωματισμένη πούδρα που απέπνεαν τα μαλλιά της, να βλέπει τις λεπτομέρειες αυτού του προσώπου, να μετρά τις γαλάζιες φλέβες που χρωμάτιζαν τη στιλπνή επιδερμίδα. Τέλος, αυτή η λυγερή, δροσερή και αργυρόηχη φωνή, ευέλικτη σαν την κλωστή που το παραμικρό φύσημα του ανέμου μορφή της δίνει, την τυλίγει και την ξετυλίγει, την ξεδιπλώνει και τη σκορπίζει, αυτή η φωνή εφορμούσε τόσο δυνατά στην ψυχή του, ώστε άφησε πάνω από μια φορά να του ξεφύγουν αυτές οι ακούσιες κραυγές, αποτέλεσμα των ηδονικών σπασμών που τόσο σπάνια γεννούν τα ανθρώπινα πάθη. Σε λίγο αναγκάστηκε να φύγει από το θέατρο. Τα τρεμάμενα πόδια του σχεδόν αρνιόνταν να τον στηρίξουν. Ήταν καταβεβλημένος, αδύναμος σαν ένας νευρικός άνθρωπος που μόλις είχε ξεσπάσει σε τρομερό θυμό. Είχε νιώσει τόση ηδονή ή ίσως είχε τόσο υποφέρει, ώστε η ζωή του είχε χυθεί όπως το νερό από ένα βάζο που το αναποδογύρισαν ξαφνικά. Αισθανόταν μέσα του ένα κενό, μια εκμηδένιση παρόμοια με τις ατονίες που αποθαρρύνουν αυτούς που αναρρώνουν από κάποια σοβαρή αρρώστια. Κυριευμένος από μια ανεξήγητη θλίψη, πήγε και κάθισε στα σκαλοπάτια μιας εκκλησίας. Εκεί, με την πλάτη ακουμπισμένη σε μια κολόνα, βυθίστηκε σε συγκεχυμένες σκέψεις σαν σε όνειρο. Το πάθος τον είχε κεραυνοβολήσει. Επιστρέφοντας σπίτι του έπεσε σ᾽ έναν από εκείνους τους παροξυσμούς ενεργητικότητας που μας φανερώνουν την παρουσία νέων δεδομένων στη ζωή μας. Παραδομένος σ᾽ αυτόν τον πρώτο πυρετό του έρωτα, που είναι σύμφυτος τόσο της ηδονής όσο και της οδύνης, θέλησε να ξεγελάσει την αδημονία του και την παραφροσύνη του, σχεδιάζοντας την Τζαμπινέλα από μνήμης. Ήταν ένα είδος υλικού διαλογισμού. Σ᾽ ένα φύλλο, η Τζαμπινέλα είχε αυτή την ήρεμη και ψυχρή φαινομενικά στάση την οποία συνηθίζουν ο Ραφαήλ, ο Τζορτζόνε και όλοι οι μεγάλοι ζωγράφοι. Σ᾽ ένα άλλο, έστρεφε το κεφάλι της με χάρη, ολοκληρώνοντας έναν λαρυγγισμό, και έμοιαζε να αφουγκράζεται τη φωνή της. Ο Σαραζίν σχεδίασε την αγαπημένη του σε όλες τις στάσεις: χωρίς πέπλα, καθιστή, όρθια, ξαπλωμένη, παρθένα ή ερωτευμένη, πραγματοποιώντας, χάρη στο παραλήρημα των μολυβιών του, όλες τις εκκεντρικές ιδέες που εξάπτουν τη φαντασία μας, όταν σκεπτόμαστε έντονα μια ερωμένη. [...]'
Ονορέ ντε Μπαλζάκ, από το διήγημα 'Σαραζίν', Σαραζίν. Το Άγνωστο Αριστούργημα, μτφρ. Διαπανεπιστημιακό Πρόγραμμα Μετάφρασης του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκδ. Ύψιλον