
Ἔτσι, [...] οἱ τρεῖς ἀρχές τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ὑπέρτατης ἀξίας τοῦ προσώπου, εἶναι στενά δεμένες μεταξύ τους καί στήν ὁλότητά τους φανερώνουν τήν ὀρθολογική ἔκφραση τῆς ἴδιας τῆς κοινωνικῆς σχέσης. Τό ἐγωιστικό ὑποκείμενο, τό ὑποκείμενο δικαίου καί τό ἠθικό πρόσωπο εἶναι οἱ τρεῖς κύριες μάσκες κάτω ἀπό τίς ὁποίες ἐμφανίζεται ὁ ἄνθρωπος στήν κοινωνία τῆς ἐμπορευματικῆς παραγωγῆς. Ἡ οἰκονομία πού στήν κοινωνία πού βασίζεται στίς ἀξιακές σχέσεις μᾶς δίνει τό κλειδί γιά νά κατανοήσουμε τή νομική καί ἠθική δομή, ὄχι μέ τήν ἔννοια τού συγκεκριμένου περιεχομένου τοῦ νομικοῦ ἤ ἠθικοῦ κανόνα, ἀλλὰ μέ τὴν ἔννοια τῆς ἴδιας τῆς μορφῆς τοῦ δικαίου καί τῆς ἠθικῆς. Ἡ ἰδέα τῆς ὑπέρτατης ἀξίας καί τῆς ἰσοτιμίας τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου ἔχει μακρά ἱστορία: ἀπὸ τὴ φιλοσοφία τῶν στωικῶν πέρασε στὴν ἐπιστημονική χρήση τῶν ρωμαίων νομικῶν, στά δόγματα τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησίας καί, στή συνέχεια, στή διδασκαλία τοῦ φυσικού δικαίου. Τό ὅτι στήν ἀρχαία Ρώμη ὑπῆρχε ὁ θεσμός τῆς δουλείας δέν ἐμπόδισε τό Σενέκα νά ἐκφράζει τήν πεποίθηση ὅτι «ἄν τό σῶμα μπορεῖ νά μήν εἶναι ἐλεύθερο καί μπορεῖ νά ἀνήκει σέ κάποιο κύριο, ὅμως ἡ ψυχή μένει πάντα sui juris». Ὁ Κάντ, κατά βάθος, δέν ἔκανε κανένα μεγάλο βῆμα μπροστά σέ σύγκριση μέ τούτη τή φόρμουλα· κατ’ αὐτόν ἐπίσης ἡ πρωταρχική αὐτονομία τοῦ προσώπου συμφιλιώνεται πολύ καλά μέ τίς καθαρά φεουδαρχικές ἀπόψεις πάνω στή σχέση κυρίων - δούλων. Ἀλλά, ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ μορφή πού μπόρεσε νά πάρει τούτη ἠ ἱδέα, δέν εἶναι δυνατό νά μή διακρίνουμε τήν ἔκφραση ἑνός γεγονότος: τήν ἀναγωγή τῶν διαφόρων τύπων κοινωνικά ὠφέλιμης συγκεκριμένης ἐργασίας σέ ἐργασία γενικά, ἀπό τή στιγμή πού τά προϊόντα τῆς ἐργασίας ἀρχίζουν νά κυκλοφοροῦν σάν ἐμπορεύματα. Σέ ὅλες τίς ἄλλες σχέσεις, ἡ ἀνισότητα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων (ἀνισότητα φύλου, τάξης, κλπ.) χτυπάει στό μάτι, στό ξετύλιγμα τῆς ἱστορίας, τόσο φανερά πού δέν μπορεῖ νά μήν ἐκπλαγεῖ κανείς ἀπό τόν τεράστιο ἀριθμό τῶν ἐπιχειρημάτων πού προτάθηκαν στό χῶρο αύτό ἐνάντια στή θεωρία τῆς φυσικῆς ἰσότητας τῶν ἀνθρώπων ἀπό τούς διάφορους ἀντιπάλους της, ἀλλά ἐκπλήσσεται ἀκόμη περισσότερο ἀπό τό γεγονός ὅτι κανείς πρίν καί ἐκτός ἀπό τό Μάρξ δέν διερωτήθηκε γιά τά ἱστορικά αἴτια πού εὐνόησαν τἠ δημιουργία αὐτῆς τῆς προκατάληψης, κατά τοῦ φυσικού δικαίου. Γιατί ἄν ἡ ἀνθρώπινη σκέψη στό πέρασμα τῶν αἰώνων κατέληγε κάθε φορά τόσο ἐπίμονα στή θέση τῆς ἰσότητας τῶν ἀνθρώπων, καί τήν ἐπεξεργάστηκε μέ χίλιους τρόπους, θά πρέπει νά ὑπήρχε ἐκεῖ, πίσω ἀπ’ αὐτή τή θέση, μιά συγκεκριμένη ἀντικειμενική σχέση. Ἀναμφίβολα, ἡ ἕννοια τοῦ ἠθικοῦ ἤ τοῦ ἰσότιμου προσώπου εἶναι ἕνα ἰδεολογικό οἰκοδόμημα καί, σάν τέτιο, ἀνεπαρκές γιά τήν πραγματικότητα. Ἡ ἔννοια τοῦ ἐγωιστικοῦ ὑποκειμένου εἶναι ἐπίσης μιά ἐξίσου σοβαρή ἰδεολογική παραμόρφωση τῆς πραγματικότητας. Ἀλλά οἱ δύο τοῦτοι ὁρισμοί ἀναφέρονται σέ μιά εἰδική κοινωνική σχέση, μολονότι τήν ἐκφράζουν μόνο ἀφηρημένα καί συνεπῶς μονόπλευρα. Εἶχαμε ἤδη τήν εὐκαιρία νά δείξουμε ὅτι γενικά ἡ ἔννοια τῆς «ἰδεολογίας» — αὐτῆς τῆς λεξούλας — δέν ἔπρεπε νά μᾶς ἐμποδίσει σέ μεγάλο βαθμό τό καθῆκον μας ἄν ἱκανοποιούμαστε ἀπό τήν ἐξήγηση σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ἔννοια τοῦ ἀνρθώπου σάν ἴσου μέ κάθε ἄλλον εἶναι ἀκριβῶς τό προϊόν τῆς ἰδεολογίας. Οἱ ἔννοιες «πάνω» καί «κάτω» εἶναι ἔννοιες πού δέν ἐκφράζουν παρά τή «γήινη» ἰδεολογία μας· ἐντούτοις, θεμελιώνονται στήν ἀντικειμενική, ἀδιαμφισβήτητη πραγματικότητα τῆς βαρύτητας. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀνακάλυψε τήν πραγματική αἰτία πού τόν ἀνάγκαζε νά διακρίνει τό «πάνω» ἀπό τό «κάτω», γνώρισε δηλαδή τή δύναμη τῆς βαρύτητας πού κατευθύνεται πρός τό κέντρο τῆς γῆς, κατάλαβε ταυτόχρονα τίς συνέπειες αὐτῶν τῶν ὁρισμῶν καί τά ὅρια πού τίς ἐμποδίζουν νά εἶναι ἐφαρμόσιμες σέ ὅλη τήν κοσμική πραγματικότητα. Ἔτσι ὁ ἐντοπισμός τῆς ἰδεολογικῆς φύσης μιᾶς ἀντίληψης δέν ἥταν παρά μιά ἄλλη πλευρά τῆς ἀλήθειας τῶν ἐννοιῶν.
Ἄν τό ἠθικό πρόσωπο δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τό ὑποκείμενο τῆς ἐμπορευματικῆς κοινωνίας, τότε ὁ ἡθικός πρέπει νἀ προσλάβει τά χαρακτηριστικά ἑνός κανόνα διασύνδεσης τῶν ἐμπορευματοπαραγωγῶν. Αὐτό δίνει ἀναπότρεπτα στον ἠθικό νόμο ἀντινομικό χαρακτήρα. Ἀπό τή μία, πρέπει ὁ νόμος αὐτός να εἶναι κοινωνικός κι ἔτσι να βρίσκεται πάνω ἀπό τό μεμονωμένο ἄτομο, ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ἐμπορευματοκάτοχος εἶναι ἀπό τή φύση του φορέας μιᾶς ἐλευθερίας (τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀγοραπωλησίας) κατά τρόπο πού ὁ κανόνας πού ορίζει τίς σχέσεις μεταξύ τῶν ἐμπορευματοκατόχων πρέπει νά μπεῖ στην ψυχή κάθε ἐμπορευματοκατόχου, να γίνει ἐσωτερικός του νόμος. Ἡ κατηγορική προσταγή τοῦ Κάντ ἑνώνει τίς ἀντιφατικές αὐτές ἀπαιτήσεις. Εἶναι ὑπερατομική γιατί δέν ἔχει τίποτε τό κοινό με τίς φυσικές παρορμήσεις (φόβο, συμπάθεια, οἶκτο, αἴσθημα ἀνθρώπινης ἀλληλεγγύης, κλπ.) και πραγματικά—σύμφωνα με τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Καντ — δέν φοβίζει, δέν πείθει, δέν κολακεύει. Βρίσκεται ἔξω ἀπό κάθε ἐμπειρικό, δηλαδή ἀπλά ἀνθρώπινο κίνητρο. Ταυτόχρονα ἐκδηλώνεται ἀνεξάρτητα ἀπό κάθε ἐξωτερκή πίεση, με τήν ἄμεση και ὡμή ἔννοια τῆς λέξης. Δρᾶ ἀποκλειστικά με τή συνείδηση τῆς καθολικότητάς της. Ἡ καντιανή ἠθική εἶναι: ἡ τυπική ἠθική τῆς ἐμπορευματικῆς οἰκονομίας, ἀλλά εἶναι και ἡ καθαρότερη και πληρέστερη μορφή τῆς ἠθικής γενικά. Στον Κάντ ἀνήκει ὁ ἔπαινος ὅτι ἔδωσε λογική πληρότητα στη μορφή αὐτή πού ἡ ἀτομιστική ἀστική κοινωνία εἴχε προσπαθήσει να πραγματοποιήσει, ἐλευθερώνοντας τό πρόσωπο ἀπό τούς ἰστορικούς ὀργανικούς δεσμούς τῆς πατριαρχικῆς και φεουδαρχικῆς κοινωνίας. Ἔτσι οἱ θεμελιακές ἔννοιες τῆς ἠθικῆς χάνουν τή σημασία τους ὅταν τίς χωρίζουμε ἀπό τήν ἐμπορευματική κοινωνία καί προσπαθοῦμε νά τίς ἐφαρμόσουμε σέ μια διαφορετική κοινωνική δομή. Σέ καμιά περίπτωση ἡ κατηγορική προσταγή δέν εἶναι κοινωνικό ἔνστικτο, γιατί ὁ οὐσιαστικός της προορισμός εἶναι να δρᾶ ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει θέση γιά ἕνα ὁποιοδήποτε φυσικό, ὀργανικό, ὑπερατομιό κίνητρο. Ὅπου ὑπάρχει ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους ἰσχυρός συγκινησιακός σύνδεσμος πού σβήνει τά ὅρια τοῦ ἀτομικοῦ «Ἐγώ» δέν βρίσκει θέση τό φαινόμενο τῆς ἠθικῆς ὑποχρέωσης. Ἄν θέλουμε νά κατανοήσουμε τούτη τήν κατηγορία δέν πρέπει να ξεκινάμε ἀπό τον ὀργανικό σύνδεσμο μεταξύ λ.χ. τοῦ θηλυκοῦ και τοῦ μικροῦ του ἤ τῆς οἰκογένειας καί καθενός ἀπό τά μέλη της, ἀλλά ἀπό μια κατάσταση ἀποσύνδεσης. Τό ἠθικό εἶναι ἀποτελεῖ ἀπαραίτητο συμπλήρωμα τοῦ νομικοῦ εἶναι και τά δυό μαζί ἀποτελοὖν ὄργανα σύνδεσης τῶν ἐμπορευματοπαραγωγῶν. Ὅλο τό πάθος τῆς καντιανῆς κατηγορικῆς προσταγῆς ὁδηγεῖται σέ τοῦτο: ὅτι ὁ ἄνθρωπος κάνει «ἐλεύθερα», δηλαδή ὅταν ἔχει φτάσει στό ἐπίπεδο τῆς ἐσωτερικῆς πεποίθησης, ὅ,τι θά ανγκαζόταν να κάνει στη σφαίρα τοῦ δικαίου. Αὐτά τά παραδείγματα πού ἀναφέρει ὁ Κάντ γιά νά ἐξηγήσει τή σκέψη του εἶναι πολύ χαρακτηριστικά, δεδομένου ὅτι περιορίζονται ἐξολοκλήρου σἐ ἐκδηλώσεις ἀστικῆς εὐπρέπειας. Ὁ ἠρωισμός και τά ἀνδραγαθήματα δέν βρίσκουν θέση στα πλαίσια τῆς καντιανῆς κατηγορικῆς προσταγῆς. Δέν ὑπάρχει καθόλου ἀνάγκη νά θυσιαστοῦμε ἐνῶ δέν ἀπαιτοῦμε ἀπό ἄλλους μιά τέτια θυσία. Οἱ «παράλογες» πράξεις αὐταπάρνησης και τῆς παραίτησης ἀπό τά ἀτομικά μας συμφέροντα στό ὄνομα τῆς ἐκπλήρωσης τῆς ἱστορικῆς μας προαίρεσης, τῆς κοινωνικῆς μας λειτουργίας, πράξεις στις ὁποῖες ἐκδηλώνεται ἡ ψηλότερη τάση τοῦ κοινωνικοῦ ἐνστίκτου, βρίσκονται ἔξω ἀπό τήν ἠθική μέ τή στενή ἔννοια τοῦ ὅρου.
Γιεβγκένι Πασουκάνις, Μαρξισμός και Δίκαιο, μτφρ. Αντρέας Χριστόπουλος & Μυρσίνη Ζορμπά, εκδ. Οδυσσέας
Philosophy · Politics · Texts · Nonfiction
