
'Στις μέρες μας, η τύχη της έννοιας της ιδεολογίας διαθέτει αδιαμφισβήτητες καταγωγές, Βασίζεται στην εκλαΐκευση της σκέψης του Karl Marx. Η ιδεολογία είναι μία επιστημολογική έννοια με πολεμική λειτουργία, η οποία εφαρμόζεται σ’ εκείνα τα συστήματα αναπαράστασης που εκφράζονται με τη γλώσσα της πολιτικής, της ηθικής, της θρησκείας και της μεταφυσικής. Οι γλώσσες αυτές παρουσιάζονται ως η έκφραση του τι είναι τα ίδια τα πράγματα, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν μέσα προστασίας και υπεράσπισης μιας κατάστασης, δηλαδή ενός συστήματος σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων. Ο Marx καταγγέλλει τις ιδεολογίες στο όνομα της επιστήμης, που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι θεμελιώνει: δηλαδή της επιστήμης των ανθρώπων, που κάνουν την ίδια την ιστορία τους, χωρίς όμως να την κάνουν, ωστόσο, σύμφωνα με την επιθυμία τους.
Αναρωτιόμαστε πώς ο όρος «ιδεολογία», δάνειος από τη γαλλική φιλοσοφία του 18ουαιώνα, επιφορτίστηκε από τον Marx με τη σημερινή του σημασία. Η ιδεολογία ήταν, σύμφωνα με τους Canabis και Destrutt de Tracy, η επιστήμη της γέννησης των ιδεών. Σχέδιό της ήταν η αντιμετώπιση των ιδεών ως φυσικών φαινομένων, εκφράζοντας έτσι τη σχέση του ανθρώπου, έμβιου και ευαίσθητου οργανισμού, με το φυσικό περιβάλλον της ζωής του. Πρώιμοι θετικιστές, οι ιδεολόγοι ήταν, παρ’ όλα αυτά, φιλελεύθεροι, αντι-θεολόγοι και αντι-μεταφυσικοί. Αυτούς τους φιλελεύθερους, η πολιτική στάση του Ναπολέοντα αρχικά τους εξαπάτησε, επειδή τον θεωρούσαν ως τον εκτελεστή της παρακαταθήκης της Γαλλικής Επανάστασης. Όταν οι βοναπαρτιστές αυτοί έγιναν αντι-ναπολεοντικοί, ο Ναπολέων ο 1ος τους κατέκλυσε με την περιφρόνηση και τους εκφοβισμούς του, και είναι αυτός ο οποίος ανέστρεψε την εικόνα που οι ιδεολόγοι επιθυμούσαν να δώσουν για τον εαυτό τους. Η ιδεολογία καταγγέλθηκε, στο όνομα του πολιτικού ρεαλισμού που διαμορφώνει τη νομοθεσία γύρω από την κατανόηση των ανθρώπινων συναισθημάτων και των μαθημάτων της ιστορίας, ως μια μεταφυσική, μια ρηχή γνώση.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Marx διατήρησε, σε ό,τι αφορά στο νόημα που δίνει στον όρο ιδεολογία, την έννοια μιας ανατροπής της σχέσης της γνώσης με τα πράγματα. Η ιδεολογία, που αρχικά περιέγραφε τη φυσική επιστήμη της απόκτησης από τον άνθρωπο των εντυπωμένων στο ίδιο το πραγματικό [réel] των ιδεών, περιγράφει εφεξής κάθε σύστημα ιδεών που έχει παραχθεί ως αποτέλεσμα μιας κατάστασης εξαρχής καταδικασμένης να παραγνωρίζει την πραγματική της σχέση με το πραγματικό. Η ιδεολογία συνίσταται στην μετατόπιση του σημείου εφαρμογής μιας μελέτης.'
'Μια επιστημονική ιδεολογία δεν είναι μια ψευδής συνείδηση, όπως είναι μια πολιτική ιδεολογία των τάξεων. Δεν είναι επίσης μια ψευδοεπιστήμη. Το ιδιάζον γνώρισμα μιας ψευδοεπιστήμης είναι ότι δε συνιστά ποτέ το ψευδές, ότι δεν χρειάστηκε να παραιτηθεί ποτέ από τίποτα, ότι δεν χρειάστηκε να αλλάξει γλώσσα. Για μια ψευδοεπιστήμη δεν υπάρχει προ-επιστημονικό στάδιο. Ο λόγος μιας ψευδοεπιστήμης δεν μπορεί να υποστεί διάψευση. Εν ολίγοις, η ψευδοεπιστήμη δεν έχει ιστορία. Μια επιστημονική ιδεολογία έχει μια ιστορία, όπως για παράδειγμα ο ατομισμός, στην περίπτωση του οποίου θα επανέλθουμε. Μία επιστημονική ιδεολογία φτάνει σ’ ένα τέλος, όταν η θέση [ieu] που καταλάμβανε στην εγκυκλοπαίδεια της γνώσης επενδύεται από ένα γνωστικό κλάδο που αποδεικνύει, τελεστικά, την εγκυρότητα των κανόνων επιστημονικότητάς του. Εκείνη τη στιγμή μια ορισμένη επικράτεια μη-επιστήμης προσδιορίζεται μέσω αποκλεισμού. Λέμε μη-επιστήμη και όχι αντί-επιστήμη –όπως ο M. Suchodolski– αποκλειστικά και μόνο για να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι στην επιστημονική ιδεολογία υπάρχει η ρητή φιλοδοξία να είναι επιστήμη, μιμούμενη ένα ήδη εγκαθιδρυμένο επιστημονικό μοντέλο. Αυτό μας φαίνεται ουσιώδες. Η ύπαρξη των επιστημονικών ιδεολογιών προϋποθέτει την παράλληλη και προγενέστερη ύπαρξη επιστημονικών λογίων [discours] και, κατ’ επέκταση, τον ήδη επιτελεσμένο διαχωρισμό της επιστήμης από τη θρησκεία. Ας λάβουμε υπόψη το παράδειγμα του ατομικισμού. Ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και ο Λουκρήτιος διεκδικούν για τη φυσική τους και την ψυχολογία τους το καθεστώς επιστήμης. Στην αντι-επιστήμη, που είναι η θρησκεία, αντιπαραθέτουν την αντι-θρησκεία, που είναι η επιστήμη τους. Η επιστημονική ιδεολογία είναι, προφανώς, η παραγνώριση των μεθοδολογικών απαιτήσεων και των λειτουργικών δυνατοτήτων της επιστήμης στον τομέα της εμπειρίας, όπου και αναζητά να επενδύσει, όμως αυτό δεν αποτελεί άγνοια, αδιαφορία ή άρνηση της λειτουργίας της επιστήμης. Κατά συνέπεια, θα λέγαμε πως δεν πρέπει να συγχέουμε απόλυτα την επιστημονική ιδεολογία και προκατάληψη, εφόσον η ιδεολογία κατέχει μια θέση, ακόμη κι αν πρόκειται για υφαρπαγή, στον χώρο της θρησκευτικής πίστης. Και επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να την αντιμετωπίσουμε ως προκατάληψη αν δεν στηριχτούμε αυστηρά στην ετυμολογία της. Η προκατάληψη είναι η διατήρηση μιας αναπαράστασης της παλαιάς θρησκείας, την οποία, όμως, δεν εξάλειψε η απαγόρευσή της από τη νέα θρησκεία. Η επιστημονική ιδεολογία είναι υπερ-τιθεμένη [sur-située], σε σχέση με τη θέση [site] που θα έρθει να καταλάβει η επιστήμη. Αλλά δεν είναι μόνο υπερ-τιθέμενη, είναι και εκ-τοπισμένη. Όταν μια επιστήμη έρχεται να καταλάβει μια θέση, την οποία φαινόταν ότι της είχε υποδείξει η ιδεολογία, δεν είναι η περιοχή που αναμέναμε. Όταν η χημεία και η φυσική, τον 19ο αιώνα, συγκροτούν την επιστημονική γνώση του ατόμου, το άτομο δεν εμφανίστηκε στην περιοχή που η ατομική ιδεολογία του εκχωρούσε, στη θέση, δηλαδή, του αδιαίρετου. Αυτό που βρίσκει η επιστήμη δεν είναι αυτό που η ιδεολογία παρείχε προς αναζήτηση. Η διατήρηση των λέξεων δεν σημαίνει τίποτα, από τη στιγμή που το πλαίσιο των κατευθύνσεων και των μεθόδων είναι εξίσου διαφορετικό, με αποτέλεσμα να μπορούν να διαφέρουν αντίστοιχα μια τεχνική της κονιορτοποίησης των στερεών και μια θεωρία της σύγκλισης των μονάδων μέτρησης, σε τέτοιον βαθμό, ώστε αυτό που η ιδεολογία ανήγγειλε ως απλό να βρίσκει την επιστημονική του πραγματικότητα σε μια συνάφεια της πολυπλοκότητας.'
Ζορζ Κανγκιλέμ, Τι Είναι Μια Επιστημονική Ιδεολογία, μτφρ. Ευστάθιος Βέλτσος, εκδ. Πλέθρον
