
The end.
Ένα ζευγάρι λεσβίες βγαίναν από την πολυκατοικία που ’χει το ιατρείου ο ανδρολόγος - η μια με το καπέλο του ψαρά κι η άλλη είχε μούσι. Χαρούμενες μου φάνηκαν, να μην τις καταβάλλει η αντηλιά απ’ το προχωρημένο μεσημέρι - ούτε τη μια με το καπέλο του ψαρά ούτε την άλλη με το μούσι. Στάθηκαν για μια στιγμή, σαν ηια να τις αποθανατίσω, αργοπόρησαν, η μία στρώνοντας της άλλης το γιακά - η μια με το καπέλο του ψαρά έστρωνε το γιακά της άλλης με το μούσι, και τανάπαλιν. Αυτή η απαλλαγη, η απαλλαγή απ’ την παγκόσμια ανάγκη του βραδιού η γυναίκα να διεμβολίζεται απ’ τον άντρα, έκανε -και τη μια με το καπέλο του ψαρά μα και την άλλη με το μούσι- να ’ναι ατάραχες και ειλικρινά συγκεντρωμένες μόνο στις ίνες του παλτού η μια της άλλης. Κι ένα είναι σίγουρο, πως η μουσάτη και η άλλη, ο ψαράς, φύγανε μόλις με τους γιακάδες τους στρωμένους κι ενωμένους. Στον ορίζονα τις βλέπεις τώρα να χάνονται και να μικραίνουν.
Κατερίνα Χανδρινού, Γιατί δεν Οδηγούν οι Ποιητές, εκδ. Sestina
