προγραφές

Εξώφυλλο: Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες

Ο ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Ὁ ἀνθρωπάκος ποὺ τραγούδαγε ἀσταμάτητα
ὁ ἀνθρωπάκος ποὺ χόρευε μὲς στὸ κεφάλι μου
ὁ ἀνθρωπάκος τῆς νιότης
ἔσπασε τὸ κορδόνι τοῦ παπουτσιοῦ του
κι ὅλες οἱ παράγκες τῆς γιορτῆς
μὲς στὴν ἐρημιὰ αὐτῆς τῆς γιορτῆς
μεμιᾶς γκρεμιστῆκαν
καὶ μὲς στὴ σιωπὴ αὐτῆς τῆς γιορτῆς
μὲς στὴν ἐρημιὰ αὐτῆς τῆς γιορτῆς
ἄκουσα τὴ φωνή σου εὐτυχισμένη
τὴ φωνή σου ξεσκισμένη κι εὔθραυστη
παιδιάστικη κι ἀπελπισμένη
ποῦ ἐρχόταν ἀπὸ μακριὰ καὶ μὲ καλοῦσε
κι ἔβαλα τὸ χέρι στὴν καρδιά μου
ὅπου ἔτρεμαν
ματωμένα
τὰ ἑφτὰ κρυστάλλινα κομμάτια τοῦ γέλιου σου ποὺ ράγισε σὰν ἄστρο.

* * *

ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΔΕΙΤΕ

Μία κοπέλα γυμνὴ κολυμπάει στὴ θάλασσα
Κάποιος ἄντρας μὲ γένια περπατᾶ στὸ νερὸ
Ποιὸ εἶναι τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων
Τὸ θαῦμα ποῦ ἀναγγέλθηκε παραπάνω;

* * *

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Ἄσπρα σεντονια σε καποιο ντουλαπι
Κόκκινο σεντονι σε καποιο κρεβατι
Κάποιο παιδι μες στη μάνα του
Η μάνα του μὲς στοὺς πόνους
Ὁ πατέρας τοῦ στὸ διάδρομο
Ὁ διάδρομος στὸ σπίτι
Τὸ σπίτι στὴν πόλη
Ἡ πόλη στη νύχτα
Ὁ θάνατος σὲ μια κραυγὴ
Και τὸ παιδὶ μὲς στὴ ζωή.

* * *

ΚΥΡΙΑΚΗ

Ἀνάμεσα στὶς δεντροστοιχίες τῆς λεωφόρου Γκομπλὲν
Κάποιο μαρμάρινο ἄγαλμα μὲ ὁδηγεῖ ἀπ’ τὸ χέρι
Σήμερα Κυριακὴ τὰ σινεμὰ γεμάτα
Τὰ πουλιὰ στὰ κλαδιὰ κοιτάζουν τὴν ἀνθρωπότητα
Καὶ τὸ ἄγαλμα μὲ φιλᾶ μὲ κανεὶς δέ μας βλέπει
Μόνο ἕνα τυφλὸ παιδὶ πού μας δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο.

* * *

ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ ΒΙΚΕΝΤΙΟΥ

Στὴν Ἂρλ ποὺ κυλᾶ ὁ Ροδανὸς
Στὸ φρικτὸ φῶς τοῦ μεσημεριοῦ
Κάποιος ἄντρας ἀπὸ φώσφορο κι ἀπὸ αἷμα
Ἀφήνει ἕνα μακρόσυρτο λυγμὸ
Σὰ γυναίκα ποὺ γεννᾶ τὸ παιδί της
Καὶ τὸ πανὶ γίνεται κόκκινο
Κι ὁ ἄντρας τρέχει οὐρλιάζοντας
Κυνηγημένος ἀπ’ τὸν ἥλιο
Ἕναν ἥλιο ἀπὸ κίτρινο ποὺ τρίζει
Στὸ μπορντέλο πολὺ κοντὰ στὸ Ροδανὸ
Φτάνει ὁ ἄντρας σὰν Μάγος
Μὲ τὸ παράλογο δῶρο του
Ἔχει βλέμμα γαλάζιο καὶ γλυκὸ
Τὸ ἀληθινὸ καθαρὸ καὶ τρελὸ βλέμμα
Ἐκείνων ποὺ δίνουν στὴ ζωὴ τὰ πάντα
Ἐκεῖνων ποὺ δὲν εἶναι ζηλιάρηδες
Καὶ δείχνει στὴν κακόμοιρη κοπέλα
Τὸ αὐτὶ τοῦ πλαγιασμένο στὸ πανὶ
Κι αὐτὴ κλαίει χωρὶς νὰ καταλαβαίνει τίποτε
Ἔχοντας στὸ νοῦ τῆς θλιβερὰ προαισθήματα
Καὶ κοιτάζει χωρὶς νὰ τολμᾶ νὰ τὸ πάρει
Τὸ ἀπαίσιο καὶ τρυφερὸ κοχύλι
Ὅπου οἱ θρῆνοι τῆς πεθαμένης ἀγάπης
Κι οἱ ἀπάνθρωπες φωνὲς τῆς τέχνης
Ἀνακατεύονται μὲ τοὺς ψίθυρούς της θάλασσας
Καὶ πᾶν νὰ πεθάνουν στὸ πλακόστρωτο
Μὲς στὴν κάμαρα ποὺ τὸ κόκκινο πάπλωμα
Ἀπὸ ἕνα κόκκινο ξαφνικὰ λαμπερὸ
Ἀνακατεύει αὐτὸ τὸ κόκκινο τὸ τόσο κόκκινο
Μὲ τὸ αἷμα ἀκόμη πιὸ κόκκινο
τοῦ μισοπεθαμένου Βικέντιου
Καὶ φρόνιμη σὰν τὴν ἴδια τὴν εἰκόνα
Τῆς δυστυχίας καὶ τῆς ἀγάπης
Ἡ κοπέλα γυμνὴ ὁλομόναχη χωρὶς ἡλικία
Κοιτάζει τὸ φτωχὸ Βικέντιο
Κεραυνοβολημένο ἀπ’ τὴ δική του καταιγίδα
Ποῦ γκρεμίζεται στὸ πλακόστρωτο
Ξαπλωμένο στὸν πιὸ ὡραῖο του πίνακα
Καὶ ἡ καταιγίδα φεύγει καλμαρισμένη ἀδιάφορη
Κυλώντας μπρὸς τῆς τὰ μεγάλα βαρέλια μὲ αἷμα
Ἡ ἐκθαμβωτικὴ καταιγίδα τῆς μεγαλοφυΐας τοῦ Βικέντιου
Κι ὁ Βικέντιος μένει ἐκεῖ κοιμᾶται ὀνειρεύεται ψυχορραγεῖ
Κι ὁ ἥλιος πάνω ἀπ’ τὸ μπορντέλο
Σὰν τρελὸ πορτοκάλι μέσα σὲ ἀκατονόμαστη ἔρημο
Ὁ ἥλιος πάνω ἀπ’ τὴν Ἂρλ
Στριφογυρίζει οὐρλιάζοντας.

* * *

Η ΠΑΛΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ

Μὴν πηγαίνεις
ὅλα εἶναι προσχεδιασμένα
τὸ μὰτς εἶναι φτιαχτὸ
κι ὅταν ἐμφανιστεῖ πάνω στὸ ρὶνκ
περιχυμένος ἀπὸ φλὰς
θὰ ξεκινήσουν φωναχτὰ τὴ δοξολογία
καὶ πρὶν ἀκόμα σηκωθεῖς ἀπ’ τὴν καρέκλα σου
θὰ σοῦ χτυπᾶν ὁμοβροντίες καμπάνας
θὰ σοῦ ρίξουν κατάμουτρα τὸν ἅγιο σπόγγο
καὶ δὲ θὰ προφτάσεις νὰ τὸν ξεπουπουλιάσεις
θὰ πέσουν πάνω σου
καὶ θὰ σὲ χτυπήσει κάτω ἀπὸ τὴ μέση
καὶ θὰ σωριαστεῖς
τὰ μπράτσα κουτὰ σὲ σταυρὸ
μὲς στὰ πριονίδια
καὶ ποτὲ πιὰ δὲ θὰ μπορέσεις νὰ κάνεις ἔρωτα.

Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες, μτφρ. Μιχάλης Μεϊμάρης, εκδ. Καστανιώτη

·

↑